Κ. Βεργόπουλος: Διερευνώντας την παγκοσμιοποίηση

Κώστας Μελάς
416
Κ. Βεργόπουλος: Διερευνώντας την παγκοσμιοποίηση, Κώστας Μελάς

Ο Κ. Βεργόπουλος συγκαταλέγεται στους πρώτους, μεταξύ των Ελλήνων διανοητών, που εισήγαγε τον διάλογο στη χώρα μας, την περίφημη αυτονόμηση της νομισματικής σφαίρας από την πολιτική και από την πραγματική οικονομία, με την επακόλουθη εξάπλωση του λεγόμενου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Στις παλαιότερες χρονικές περιόδους, πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και την πρώτη δεκαετία της μεταπολεμικής περιόδου, η χρηματοπιστωτική σφαίρα αντιμετωπιζόταν ως το λιπαντικό που ήταν απαραίτητο στην εξυπηρέτηση των αναγκών της παραγωγής.

Όπως έχει γράψει ο Αμερικανός οικονομολόγος Πολ Σουίζι «Παρ ‘όλα αυτά υπήρχε η τάση σχετικής αυτονόμησής της και της δημιουργίας κερδοσκοπικών υπερβολών στα τελευταία στάδια της ανόδου του οικονομικού κύκλου. Κατά κανόνα, τα επεισόδια αυτά είχαν σύντομη διάρκεια και δεν επέφεραν μακροχρόνιες επιπτώσεις στη δομή και τη λειτουργία της οικονομίας».

Όμως, και ο Μαρξ είχε με σαφήνεια περιγράψει τον προσδιορισμό αλλά και την ενδεχόμενη σχετική αυτονόμηση της κίνησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από την κίνηση του «πραγματικού παραγωγικού κεφαλαίου». Είχε δηλαδή δείξει τη δυνατότητα αυτονόμησης των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων από τον επιχειρηματικό κύκλο και τη δυνατότητα κερδοσκοπικών υπερβολών ανεξάρτητων από την κατάσταση της παραγωγής.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας τείνει να αυτονομηθεί από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου, και ειδικά του αμερικανικού. Το τελευταίο τείνει να επιβληθεί στον πραγματικό τομέα της οικονομίας, δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όταν αυτό το τελευταίο υπερισχύει σε οποιαδήποτε ιστορική συγκυρία έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου. Όταν, δηλαδή, οι διαμεσολαβούμενες από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους οιονεί χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς πιστώσεις (κλασικές ή νέας μορφής) δεν κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, αλλά, αυτονομούμενες από αυτές, καθίστανται αυτάρκεις μορφές «επενδυτικής τοποθέτησης» στην υπηρεσία εξυπηρέτησης των ίδιων συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων που τις κατέχουν.

Η ουσία της προβληματικής μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν αποτελεί απλή «συγχώνευση» του τραπεζικού κεφαλαίου με το αντίστοιχο βιομηχανικό. Αντιθέτως, το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί την οριστική, στην ιστορική περίοδο που διάγουμε, κατίσχυση των χρηματικών προδιαγραφών πάνω στις οικονομικές και παραγωγικές, με την επικράτηση της εισοδηματικής λογικής εις βάρος της παραγωγικής, του χρήματος εις βάρος της οικονομίας. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν σηματοδοτεί τόσο έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής «καθαρού εισοδήματος», όσο κυρίως έναν τρόπο συγκέντρωσης και οικειοποίησης του ήδη διαθέσιμου εισοδήματος.

Μεταφορά κεφαλαίου

Παράλληλα, παρατηρούμε ότι οι σημερινές μορφές χρηματιστικής συσσώρευσης δεν επαναδιοχετεύουν τον παραγόμενο πλούτο στην οικονομία, ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής. Αντίθετα, τον αποσπούν μονόπλευρα από τη σφαίρα της παραγωγής και τον εναποθέτουν στη χρηματοπιστωτική, δηλαδή σε αυτήν που χωρίς να παράγει συντηρείται από τις παραγωγικές δυνατότητες της πρώτης.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται, παραγόμενο και αναπαραγόμενο στη σημερινή παγκόσμια και ελληνική συγκυρία, παράγει ασύγκριτα περισσότερες εισοδηματικές προσόδους, που εκτρέφουν αργούντες αποταμιευτές, εισοδηματίες και χρηματιστηριακούς κερδοσκόπους, απ’ ότι παραγωγικά επιχειρηματικά εισοδήματα και εργατικούς μισθούς.

Διαπιστώνεται, λοιπόν, μια μεγάλη μεταφορά κεφαλαίου, από τους άμεσα παραγωγικούς τομείς στους χρηματοπιστωτικούς. Ο λόγος που πραγματοποιείται αυτή η μεταφορά, αν παρακολουθήσουμε τη λογική του Μαρξ, θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία διεύρυνσης της παραγωγής. Στις δυσκολίες, δηλαδή, που συναντά το κεφάλαιο να διευρύνει την αναπαραγωγή του. Δηλαδή, χρειάζεται να οδηγηθούμε στο κεντρικό σημείο της καπιταλιστικής συσσώρευσης ή στη διαδικασία αποταμίευσης–επένδυσης, στην καρδιά της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ακόμα περισσότερο, είναι αναγκαίο, να αναγνωρισθεί ότι στη σημερινή ώριμη και ευρισκομένη στη στασιμότητα (με την ευρεία έννοια) οικονομία (της αναπτυγμένης Δύσης), η υποστήριξη της μεγέθυνσης μπορεί να γίνει, αποκλειστικά, με τον κερδοσκοπικό τρόπο δημιουργίας χρέους. Αυτή η κατάσταση φαίνεται να είναι καθοριστική για το σύστημα της Δύσης, αλλά το πλέον σημαντικό είναι ότι δεν μπορεί να διορθωθεί. Παράλληλα, ο μοναδικός τρόπος για να γίνει κατανοητή η λειτουργία του καπιταλισμού στη Δύση, και όχι μόνο, είναι η αλληλεξάρτηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και της πραγματικής οικονομίας, με τον πρώτο να έχει το πάνω χέρι.