La Guardia, ο «λαϊκιστής» δήμαρχος της Νέας Υόρκης που έγραψε ιστορία

Βαγγέλης Γεωργίου
3663
La Guardia, ο

Δίχως να απολαμβάνει της στήριξης κανενός από τα δύο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ, παιδί φτωχών μεταναστών και χωρίς κανένα πτυχίο, αποφάσισε να κατέβει στις δημοτικές εκλογές, την εποχή της χειρότερης οικονομικής καταστροφής της χώρας, με «θρασύτατη» προεκλογική ατζέντα: Θα αποκαθιστούσε τα άθλια οικονομικά του δήμου γλιτώνοντας την πόλη από τους μεγαλοτραπεζίτες «καρχαρίες». Θα εξάλειφε την τεράστια διαφθορά και θα εξαφάνιζε τη μαφία.

Θα εγκαθιστούσε μια αξιοκρατική δημόσια διοίκηση για να καταστήσει τις δημοτικές υπηρεσίες πιο αποτελεσματικές. Θα τσάκιζε την ανεργία ενώ θα εγκαινίαζε ένα μεγαλεπήβολο πρόγραμμα κατασκευής έργων που θα ήταν όμως αισθητικά ευχάριστα. Σήμερα, στην Ευρώπη θα τον αποκαλούσαν λαϊκιστή. Στις ΗΠΑ του 1930 όμως, ο Fiorello La Guardia θα κατόρθωνε τα αδύνατα στον πιο σύνθετο δήμο του πλανήτη, τη Νέα Υόρκη.

Η μητέρα του ήταν Ιταλοεβραία από την Τεργέστη που δεν δίστασε να παντρευτεί έναν Ιταλό Καθολικό, ο οποίος στη συνέχεια καταστάλαξε ότι ήταν άθεος. Κατάφερε να μάθει πολλές γλώσσες όπως εβραϊκά, ιταλικά, κροάτικα, γερμανικά και φυσικά την μητρική του αγγλικά. Ο LaGuardia λοιπόν, γεννημένος στη Νέα Υόρκη, αποφάσισε στα τέλη της δεκαετίας του 1920  κάτι «απλό»: υπό τη χειρότερη οικονομική κρίση του αμερικανικού κράτους και δίχως πολιτικούς συμμάχους να κατέβει στις έκτακτες δημοτικές εκλογές του 1933 στη Νέα Υόρκη.

Στις ΗΠΑ, δεν είναι αναγκαστικό να πολιτευθείς στην αυτοδιοίκηση με κάποιο κόμμα αλλά αν δεν είσαι Δημοκρατικός ή Ρεπουμπλικάνος απλά δεν έχεις ελπίδες. O La Guardia μπορεί να ήταν Ρεπουμπλικάνος αλλά ήταν σαφώς πολύ πιο προοδευτικός από το συντηρητικό αυτό κόμμα. Είχε κάποτε εκφραστεί υπέρ της Ρωσικής Επανάστασης και αυτό φυσικά δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από τους Ρεπουμπλικάνους. Το κόμμα που απελευθέρωσε τους μαύρους, αλλά και που ενέπλεξε την εκκλησία και τα υπερσυντηρητικά στοιχεία με την πολιτική, επιβάλλοντας την ποτοαπαγόρευση και που έχτισε τη Wall Street δεν γινόταν να δείξει συμπάθεια σε έναν αντάρτη που σιχαινόταν την παιδική εργασία, υποστήριζε τη γυναικεία πολιτική χειραφέτηση και ήταν υπέρ των αδύναμων μεταναστών.

Στην πρώτη του απόπειρα να βγει δήμαρχος στη Νέα Υόρκη στις δημοτικές εκλογές του 1929, ηττήθηκε κατά κράτος από τα μεγαθήρια. Ωστόσο, μετά το καταστροφικό κραχ, που προκάλεσε η πολιτική των διεφθαρμένου και άπληστου κατεστημένου, ο κόσμος είχε απογοητευτεί. Έτσι, στις εκλογές του 1933 ο Fiorello ξαναπροσπάθησε καθώς ο πρώην δήμαρχος Jimmy Walker παραιτήθηκε μετά την αποκάλυψη χρηματισμού του από επιχειρηματίες που κλείνανε συμβόλαια με τον δήμο κατόπιν δωροδοκίας. Τον La Guardia έδειχναν να εμπιστεύονται Δημοκρατικοί, Ρεπουμπλικάνοι, Σοσιαλιστές, αριστεροί και συντηρητικοί πολίτες.

Στις εκλογές του 1933, ο La Guardia έχοντας τη στήριξη 868.522 εξαθλιωμένων πολιτών, μεταναστών και μειονοτήτων -δηλαδή του 40,4% του εκλογικού σώματος- σάρωσε τους δύο αντιπάλους του: τον υποψήφιο και «μαριονέτα των μεγάλων συμφερόντων» O’Brien και τον «αντισημίτη» McKee. Ένας εβραϊκής καταγωγής πολιτικός του αντίπαλος μάλιστα, αποκάλεσε τον ίδιο τον La Guardia «αντισημίτη» και ο τελευταίος του πρότεινε ένα ντιμπέιτ με την προϋπόθεση να μιλήσουν μόνο εβραϊκά, τα οποία βέβαια γνώριζε καλύτερα και από τον Εβραίο αντίπαλο! Φυσικά αρνήθηκε και υποχώρησε.

Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Το ενδιαφέρον του La Guardia για τους ξένους και τους εξαθλιωμένους είχε φανεί από την αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας, που ξεκίνησε από το ιδιότυπο αμερικανικό διπλωματικό σώμα. Το πρώτο του πόστο ήταν στην ιταλική Τριέστη, που τότε ήταν υπό την κυριαρχία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Τη θέση αυτή την ανέλαβε κατά τύχη, όταν ένας προξενικός υπάλληλος που ήταν πελάτης του ξενοδοχείου του πατέρα του μικρού La Guardia, ενημέρωσε τον πατέρα του για το άνοιγμα μιας θέσης στο αμερικανικό προξενείο της Τριέστης.

Οι La Guardia, καθώς δεν έμειναν πολύ ευχαριστημένοι στις ΗΠΑ, είχαν επιστρέψει στην Τεργέστη και άνοιξαν ένα ξενοδοχείο. Ο νεαρός Fiorello όμως δεν ήθελε να ασχοληθεί με το ξενοδοχείο και δέχτηκε με χαρά την πρόταση για υπάλληλος του προξενείου. Αν και δεν είχε σπουδάσει, επέδειξε εξαιρετικές ικανότητες ενώ στην πορεία έμαθε πολλές γλώσσες.

Ο La Guardia ήταν αυτός που εισήγαγε το σύστημα των ιατρικών εξετάσεων σε όσους εξαθλιωμένους Ευρωπαίους ήθελαν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ πριν όμως το ταξίδι. Με αυτόν τον τρόπο θα τους γλίτωνε από κόπο και χρήμα καθώς πολλοί θα απέφευγαν τη δοκιμασία του ακριβού υπερατλαντικού ταξιδιού και της ενδεχόμενης απόρριψής τους στο νησί Έλις.

Σε ομιλία, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ήταν τόσο άτεγκτος στα καθήκοντά του και τόσο εμμονικός με ζητήματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας που αρνήθηκε να παραβρεθεί σε μια σκηνοθετημένη επιβίβαση μεταναστών σε πλοίο για τις ΗΠΑ για χάρη ψυχαγωγίας της Αυστριακής Αρχιδούκισσας Μαρίας Ζοζέφας.  «Ήταν ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος στην ιστορία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ» έλεγε γι΄αυτόν ένας διπλωμάτης. Ο La Guardia τελικά παραιτήθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία το 1906.

Εξάλλου, η έλλειψη γνωριμιών, το 1,52 ανάστημά του -που απείχε από το «υγιές» αγγλοσαξωνικό προτεσταντικό ανάστημα των Αμερικανών διπλωματών- και η άρνησή του να υπακούει σε ηλίθιες εντολές δεν θα του υπόσχονταν κάτι καλύτερο στην διπλωματία. Μέχρι το 1910 εργάστηκε ως διερμηνέας στο νησί Έλις, ενώ αμέσως μετά πολιτευόταν στην Νέα Υόρκη εκλεγόμενος βουλευτής στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Στα τέλη του 1920 έβαλε πλώρη για τον Δήμο της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, ο La Guardia κληρονόμησε μια άθλια κατάσταση όπου μια ταπεινωτική κοινοπραξία τραπεζιτών έλεγχε τους εκλεγμένους αξιωματούχους της πόλης, δανείζοντας τους χρήματα. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από 230.000 Νεοϋορκέζοι ήταν άνεργοι, χωρίς να έχουν πλέον καμιά εμπιστοσύνη στους υποψήφιους των δύο μεγάλων κομμάτων. «Είμαι ο καπετάνιος ενός σπασμένου πλοίου που πρέπει να επισκευαστεί και να επιδιορθωθεί και να αγωνιστεί συνεχώς για να το κρατήσει στη ζωή» έλεγε ο ίδιος.

Η Νέα Υόρκη του 1933 είχε το υπερδιπλάσιο μέγεθος της Αθήνας του 2019, αντιπροσωπεύοντας το πιο περίπλοκο αστικό τοπίο του πλανήτη. Το εμπόριο, η βιομηχανία και ο αυξανόμενος πληθυσμός προσπαθούσαν να στριμωχτούν στην πόλη. Το κτίριο Chanin με 56 ορόφους και το Chrysler των 77 ορόφων ολοκληρώθηκαν ένα χρόνο μετά το Empire State Building των 102 ορόφων. «Χτισμένα με ιδιωτική πρωτοβουλία, αυτά τα ασταθή αριστουργήματα δημιούργησαν προβλήματα ασφάλειας και συμφόρησης που είχαν βαθιές δημόσιες επιπτώσεις». Ο άκρατος καπιταλισμός του 1920 δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις στον απλό κόσμο.

Συγκινώντας τον Ρούσβελτ

31 Μαΐου 1941: O δήμαρχος Νέας Υόρκης Fiorello La Guardia σε συνάντηση με τον πρόεδρο Ρούσβελτ. (Photo by Hulton Archive/Getty Images).

Ο La Guardia, ωστόσο, επέδειξε τέτοια αποφασιστικότητα και ενέργεια που τράβηξε την προσοχή του πολιτικά αντίπαλου Δημοκρατικού προέδρου Ρούσβελτ, ο οποίος του εξασφάλισε απευθείας τεράστια κονδύλια για την ανάκαμψη της πόλης.

Ο La Guardia μπορεί να ήταν αντίπαλος του προέδρου αλλά ήταν υποστηρικτής των προγραμμάτων οικονομικής εξυγίανσης (New Deal), αποφεύγοντας να βρίζει την κεντρική διοίκηση απλά και μόνο επειδή ήταν αντίπαλο κόμμα. Για τον Ρούσβελτ, η δημαρχία La Guardia αποτελούσε το ιδανικό success story για την προεδρία του όταν υπάρχει έλεγχος και θέληση για αξιοποίηση των πόρων.

Ο La Guardia συγκέντρωσε έναν μικρό «στρατό» -ανέργων ως επί τω πλείστον- μηχανικών, αρχιτεκτόνων και άλλων εμπειρογνωμόνων για το σχεδιασμό νέων έργων. «Θέλω βοήθεια από τους ανθρώπους που ξέρουν κάτι, παρά από τους πολιτικούς». Πριν ορκιστεί μάλιστα, παρουσίασε στην Ουάσινγκτον προτάσεις για υπόγειες διαβάσεις, γέφυρες, αεροδρόμια, εκκαθάριση παραγκουπόλεων, επισκευή δρόμων και δημόσια στέγαση. Κάθε έργο αναλύθηκε προσεκτικά και κοστολογήθηκε με ακρίβεια.

Για να μπορέσει να συνεφέρει τον προϋπολογισμό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να του δώσει λεφτά, περιόρισε το αχρείαστο δημοτικό προσωπικό, ενώ ήταν αμείλικτος απέναντι σε φαινόμενα διαφθοράς που φυσικά κόστιζαν πολλά εκατομμύρια δολάρια. Κάποτε απέλυσε τον επικεφαλής της πυροσβεστικής, ο οποίος -αν και αποδεδειγμένα ικανότατος- ήταν ελαστικός απέναντι σε επιθεωρητές που χρηματίστηκαν. Απαιτούσε από τους υψηλόβαθμους συνεργάτες τους να είναι 24 ώρες την ημέρα διαθέσιμοι για να είναι ευτυχισμένοι όλοι οι δημότες.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά την εκλογή του, ο LaGuardia δημιούργησε 200.000 νέες θέσεις εργασίας με λεφτά που ζήτησε ειδικά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Εγκαινίασε 4000 διαφορετικά κατασκευαστικά έργα που αφορούσαν την κατασκευή καλυμμένων δημοτικών αγορών, ανακαίνιση πάρκων, κατασκευή σπιτιών φιλοξενίας για άστεγους και καθαρισμό των αποβάθρων. Η σημερινή εντυπωσιακή ομορφιά της Νέας Υόρκης οφείλεται στον λαϊκιστή La Guardia.

Με βαριοπούλα στους κουλοχέρηδες

Ο La Guardia είναι αλήθεια ότι είχε τάξει πάρα πολλά δεδομένου των θανάσιμων κινδύνων που είχε να αντιμετωπίσει. Και πρώτα πρώτα την μαφία. Πρόκειται για την περίοδο που σημαντικό μέρος του ΑΕΠ το καρπώνονταν οι γκάνγκστερ, λόγω της ποταπαγόρευσης. Ο ίδιος απο την εποχή που ήταν βουλευτής αντιλαμβανόταν πόσο επιζήμιος ήταν ο νόμος, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά. «Τουλάχιστον 1.000.000.000 δολάρια χάνει η κυβέρνηση και οι πολιτείες σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης λόγω ποταπαγόρευσης. Το ποσό αυτό πηγαίνει στις τσέπες των λαθρεμπόρων και δημοσίων υπαλλήλων που δωροδοκούνται» έλεγε ο La Guardia.

Τη δεκαετία του 1930, αν και η ποταπογόρευση είχε καταργηθεί, στον Δήμο Νέας Υόρκης κυριαρχούσε ο «εθνικός» αρχιμαφιόζος, ο διαβόητος Lucky Luciano. Ο δήμαρχος θεωρούσε ότι οι μαφιόζοι αποτελούσαν ντροπή για την ιταλική κοινότητα και δίχως δεύτερη σκέψη έβαλε τον αρχηγό της αστυνομίας να βρει οπωσδήποτε καλές κατηγορίες για να βάλει τον Luciano στη φυλακή. Πράγματι, ύστερα από δύο χρόνια ερευνών, ο εισαγγελέας, εντοπίζοντας σοβαρά αδικήματα στα πορνεία του Luciano, κατάφερε να τον στείλει στη φυλακή.

Ο La Guardia ήταν αποφασισμένος να ξεριζώσει τους μαφιόζους και όταν οι Νεοϋορκέζοι άνοιγαν το ραδιόφωνο να ακούσουν κανένα ωραίο σόου έβγαινε η φωνή του δημάρχου που ούρλιαζει σαν πάστορας «πετάξτε τους αλήτες έξω από την πόλη!». Κάποτε μάλιστα πήρε τους αστυνομικούς, εισέβαλε σε ένα μαγαζί με κουλοχέρηδες και με μια βαριοπούλα διέλυσε τα μηχανήματα.

Η πρώτη του δημαρχία αποδείχτηκε ένας θρίαμβος, γι’ αυτό και στις δημοτικές εκλογές του 1937 απέσπασε πάνω από το 60% του εκλογικού σώματος, ενώ κέρδισε και τρίτη δημαρχία το 1941! Μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ήθελε να δημιουργήσει δομές για όσους υπέφεραν από τον πόλεμο, αλλά ο καρκίνος τον πρόλαβε και έφυγε το 1946.

O La Guardia έχει κατηγορηθεί για εγκαθίδρυση προσωπικού πελατειακού συστήματος, για το αυταρχικό στυλ διακυβέρνησης, για δημαγωγία και ελλείμματα στον προϋπολογισμό που θα τα πλήρωναν οι επόμενες γενιές. Πράγματι, υπάρχουν σημεία το τρόπου που διοίκησε που δεν είναι προς διακυβερνητική αποφυγή αν είναι δυνατόν. Ωστόσο, καρπώνεται αυτό που διαφεύγει των επικριτών του: τίμησε την προεκλογική του ατζέντα.

Μετά τον θάνατό του λοιπόν δημοσιοποιήθηκαν και τα περιουσιακά του στοιχεία. Όλα και όλα 8.000 δολάρια σε ομόλογα και ένα σπίτι υποθηκευμένο. Ο αμόρφωτος «λαϊκιστής» δήμαρχος του μεγαλύτερου δήμου του πλανήτη πέθανε πιο φτωχός από πολλούς Έλληνες δημάρχους και περιφερειάρχες επαρχιακών πόλεων που ασχήμυναν τις ελληνικές πόλεις…

 

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.