Οι εν Ελλάδι μνηστήρες της σοσιαλδημοκρατίας

Βασίλης Ασημακόπουλος
635
Οι εν Ελλάδι μνηστήρες της σοσιαλδημοκρατίας, Γιώργος Ασημακόπουλος

«Η Σοσιαλδημοκρατία πνέει τα λοίσθια στη Βόρεια Ευρώπη και μέσα στα επόμενα 5 χρόνια θα την θάψουμε με όλες τις τιμές που της αξίζουν»
Ανδρέας Παπανδρέου, 1976

Σε πρόσφατα κομματικά δρώμενα, όπως το 2ο Συνέδριο του ΚΙΝΑΛ και η Πανελλαδική Συνάντηση «Για μια μεγάλη Προοδευτική Συμμαχία σε Ελλάδα και Ευρώπη», πέραν των αντιπαραθέσεων λόγω κομματικού ανταγωνισμού και διεκδίκησης της ηγεμονίας στο κεντροαριστερό υποσύστημα, εκείνο που έγινε ακόμα πιο σαφές είναι το γενικότερο και αντικειμενικό πλαίσιο σύγκλισης. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, με ότι εκείνη σηματοδοτεί: Υπαρκτός ευρωπαϊσμός σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση, σοσιαλφιλελευθερισμός, αστικός δικαιωματισμός, έμφαση στην μεταϋλιστική ατζέντα, καταγγελία του εθνολαϊκισμού, υποβάθμιση της εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας.

Παρατηρούνται διαφορετικοί τονισμοί και επιμέρους εμφάσεις, λόγω προέλευσης και ιστορικής διαδρομής των δύο κομματικών ανταγωνιστών, που δεν αναιρούν όμως τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική σύγκλιση. Άλλωστε αυτό ρητά διακηρύσσεται. Ακόμα και στο επίπεδο της σημειολογίας. Το ΚΙΝΑΛ, που (θεωρεί ότι) είναι ο ιστορικά διαμορφωμένος εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και επιδιώκει να εδραιώσει τη θέση του απέναντι στον ισχυρό διεκδικητή, προσκαλεί στο συνέδριό του τον υποψήφιο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών για την Προεδρία της ΕΕ Φρανς Τίμερμανς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να τροποποιεί την ονομασία του, κατερχόμενος στις ευρωεκλογές ως «ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία». Προφανώς το γεγονός ότι η πολιτική ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο που εκπροσωπεί το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα ονομάζεται Προοδευτική Συμμαχία Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), μάλλον δεν αποτελεί σύμπτωση.

Στον ανταγωνισμό για τη διεκδίκηση του εκλεκτού μνηστήρα, της «καρδιάς» της σύγχρονης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, επίδικο ζήτημα καθίσταται η πολιτική κληρονομιά του μαζικού πλειοψηφικού ανδρεοπαπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Ένας, άλλωστε, ανταγωνισμός που βρίσκεται σε εξέλιξη από την πρώτη ημέρα υπαγωγής της χώρας στο μνημόνιο μέχρι σήμερα, με διαφορετικές, ανταγωνιστικές μεταξύ τους, εξελισσόμενες στον μνημονιακό χρόνο στοχεύσεις και ερμηνείες. Θα μείνουμε στα δύο βασικά στοιχεία του ανταγωνισμού. Στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και στο ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ.

Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε πάντα τα χαρακτηριστικά, ως μορφή οργάνωσης και περιεχόμενα που έχει στις μέρες μας. Ουσιαστικά έχει περάσει τέσσερα βασικά στάδια.
Η 1η περίοδος (1889-1914) η ιστορική-μαρξιστική σοσιαλδημοκρατία ήταν μια επαναστατική-δημοκρατική δύναμη, ανταγωνιστική του καπιταλισμού, με κυρίαρχη την κεντρίστικη τάση (Κάουτσκι), απέναντι στη διαμορφούμενη δεξιά αναθεωρητική πτέρυγα (Μπερνστάιν) και την αριστερή (Λούξεμπουρκ, Λένιν).

Η 2η περίοδος (1918-1939) η εξελικτική σοσιαλδημοκρατία, ως κυρίαρχη τάση, είναι μαρξιστική (SPD-Χίλφερντιγκ) αλλά μη επαναστατική δύναμη, παραμένοντας ανταγωνιστική του καπιταλισμού. Στο πλαίσιο της διαμορφώθηκε η δεξιά μη μαρξιστική και πρώιμη κεϋνσιανή πτέρυγα (SAP, σουηδικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα) και η αριστερή πτέρυγα, των αριστερών σοσιαλιστών, με προέλευση την περίφημη «Δυόμιση Διεθνή».

Η γραμμή της ήταν η δια των μεταρρυθμίσεων επανάσταση, δημοκρατικού «τρίτου» δρόμου για το σοσιαλισμό, σύνθεσης μορφών έμμεσης και άμεσης δημοκρατίας, ενότητα στη βάση με το κομμουνιστικό κίνημα και μορφές συνεργασίας στην κορυφή (Αυστρομαρξιστές-SPO-Κόκκινη Βιέννη, αριστερή πτέρυγα PSOE την περίοδο του ισπανικού εμφυλίου, εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία).

H 3η περίοδος (1945-1989) η χαρακτηριζόμενη ως παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία, διακρίνεται σε δύο χρονικές υποπεριόδους. Η α’ φάση (1945-1975) είναι ταυτισμένη με τα λεγόμενα τριάντα ένδοξα χρόνια οικονομικής ανάπτυξης, όπου η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία, εκτός από μαζική ταξική δύναμη, γίνεται και κρατική δύναμη. Μετασχηματίζεται σε ηγεμονική πολιτική δύναμη ενσωμάτωσης και τροποποίησης του καπιταλισμού μέσα από την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, απορρίπτοντας τη μαρξιστική ιδεολογία (Μπαντ-Γκοντεσμπερκ, 1959, Συνέδριο Αναθεωρητισμού SPD) και διαμορφώνοντας τάσεις πολυσυλλεκτικού κόμματος.

Η αναθεωρητική στροφή

Στο γεωπολιτικό επίπεδο (περίοδος Ψυχρού Πολέμου) τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι φιλοΝΑΤΟϊκά και προοπτικά φιλοΕΟΚικά ή μετεξελίσσονται σε τέτοια από ουδέτερα (το SPD από το 1955 και μετά, το ιταλικό PSI μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956) ή παραμένουν ουδέτερα σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αντανακλώντας την ουδέτερη γεωπολιτική θέση των χωρών τους (σουηδικό SAP/ Πάλμε, αυστριακό SPO/ Κράισκι) ή με ισχυρές ουδέτερες τάσεις, αντανακλώντας τον σε φθίνοντα πορεία μεταπολιτευτικό λαϊκό αντιαμερικανισμό (ΠΑΣΟΚ).

Η β’ φάση της 3ης περιόδου (1975-1989) χαρακτηρίζεται από την οικονομική κρίση, την υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης και την άνοδο του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό και εντός της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας εκδηλώνονται πιο ριζοσπαστικές εκδοχές επηρεασμένες από το κλίμα των κινημάτων του «68» και της Νέας Αριστεράς.

Ενδεικτική η μετεξέλιξη του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος από το συστημικό SFIO στο PS (συνέδριο Επινέ, 1971, κοινό πρόγραμμα σοσιαλιστών-κομμουνιστών 1972, σοσιαλιστική κυβέρνηση της περιόδου 1981-1982), η διάσπαση των Εργατικών στην Αγγλία το 1980 (συμμορία των τεσσάρων, συγκρότηση σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και εκλογική συνεργασία με τους φιλελεύθερους), η διαμόρφωση της «σκληρής αριστεράς», η ισχυροποίηση της αριστερής-εργατίστικης πτέρυγας (Μπεν 1981) ως αντίδραση στην σκληρή νεοφιλελεύθερη επίθεση της κυβέρνησης Θάτσερ απέναντι στην οργανωμένη μισθωτή εργασία και τα συνδικάτα που είχαν ιστορικά διαμορφωμένη σχέση και καταστατικά αποτυπωμένη με τους Εργατικούς, αλλά και η εκλογική συντριβή του Labour το 1983.

Ψυχρός Πόλεμος και παγκοσμιοποίηση

Την ίδια περίοδο η σοσιαλδημοκρατία παύει να είναι αποκλειστικά μια υπόθεση των κοινωνιών της κεντρικής, δυτικής και βόρειας Ευρώπης. Λόγω της πτώσης των δικτατοριών σε Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία, σε συνδυασμό με την ενισχυμένη παρουσία στον πολιτικό ανταγωνισμό των σοσιαλιστικών κομμάτων της Γαλλίας και της Ιταλίας, διαμορφώνεται ο λεγόμενος «μεσογειακός σοσιαλισμός».

O τελευταίος δεν κατορθώνει, όμως, να συγκροτήσει ενιαίο ρεύμα παρά τις προσπάθειες κυρίως του Μιττεράν και του Παπανδρέου, πριν από τον αναθεωρητισμό τους το 1983 και το 1985 αντίστοιχα. Το πορτογαλικό σοσιαλιστικό κόμμα αφετηριακά και το ισπανικό οριστικά από το 1979 (διαγραφή του μαρξισμού ως φυσιογνωμικού στοιχείου σε έκτακτο συνέδριο του PSOE), κινούνται στην κατεύθυνση του γερμανικού SPD. Η αναθεωρητική στροφή του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος έχει ήδη λάβει χώρα από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 με τη συμμετοχή του σε κυβερνητικά σχήματα με τη Χριστιανοδημοκρατία, τις λεγόμενες κεντροαριστερές κυβερνήσεις της Α’ Ιταλικής Δημοκρατίας.

Η 4η περίοδος (1990-σήμερα) είναι η περίοδος του νέου αναθεωρητισμού της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, στην εποχή που ορίζεται από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την παγκοσμιοποίηση. Είναι η εποχή του εκσυγχρονισμού, του μπλερικού τρίτου δρόμου ή του νέου κέντρου του Σρέντερ, της σύγχρονης σοσιαλφιλελεύθερης γραμμής. Η λεγόμενη νέα σοσιαλδημοκρατία είναι οργανική απολογητική δύναμη του υπαρκτού ευρωπαϊσμού και του υπεριμπεριαλισμού.

Η εξέλιξη αυτή της ευρωπαϊκής συγκεντροποίησης με καπιταλιστικό κοινωνικό πρόσημο καταγράφεται και στην επωνυμία του σοσιαλιστικής οικογένειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αρχικά ήταν μια χαλαρά διασυνδεδεμένη ομάδα (1953-1972), στη συνέχεια έλαβε τα χαρακτηριστικά της συνομοσπονδίας (1973-1991) και στη συνέχεια του κόμματος (Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, PES, 1992- σήμερα). Σταδιακά, ο φορτισμένος όρος «σοσιαλιστικό» τείνει να υποκατασταθεί από τον όρο «προοδευτικό» σε πλαίσιο φιλελεύθερο.

Το ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ

Η πορεία του ανδρεοπαπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ (1974-1995) απέναντι στη Σοσιαλιστική Διεθνή και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν ήταν ενιαία. Είχε δύο διακριτές περιόδους, αντανακλώντας τους εγχώριους μετασχηματισμούς, την κυβερνητική εμπειρία και κρατικοποίηση και τη διεθνοπολιτική εξέλιξη. Η πρώτη, 1974-1984/5 είναι σοσιαλιστική-αντιιμπεριαλιστική, η στρατηγική του τρίτου δρόμου, εχθρική απέναντι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία (εξαιρώντας τους Μιττεράν και Πάλμε).

Η δεύτερη (1985-1995) είναι η περίοδος του αναθεωρητισμού του ΠΑΣΟΚ, θετική αποδοχή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ένταξη στη Σοσιαλιστική Διεθνή. Διατήρησε, όμως, έστω σε υποχώρηση, όψεις της ριζοσπαστικής περιόδου, κυρίως ως προς τις μορφές οργάνωσης και πάλης, δευτερευόντως ως προς τα περιεχόμενα της πολιτικής. Από το 1996 και μετά, είτε την περίοδο του σημιτικού εκσυγχρονισμού, είτε του γιωργοπαπανδρεϊκού σοσιαλφιλελευθερισμού, το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνεται ως παράρτημα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Δεν είναι ένα εθνικό-δημοκρατικό αριστερό κόμμα με ευρωπαϊκή προοπτική όπως ήταν στην ύστερη ανδρεοπαπανδρεϊκή περίοδο, αλλά ένα ευρωπαϊκό νεοσοσιαλδημοκρατικό κόμμα με εθνική προέλευση. Η πορεία του ΠΑΣΟΚ, την περίοδο 1974-2012 (οπότε και παύει να είναι ηγεμονικός κομματικός σχηματισμός) διαμορφώνεται μέσα από την εξέλιξή του από ένα κίνημα έκφραση της εθνικολαϊκής ιδιαιτερότητας σοσιαλιστικής-αντιιμπεριαλιστικής προοπτικής σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της ευρωπαϊκής κανονικότητας.

Μερικά συμπεράσματα

Τόσο το ΚΙΝΑΛ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνονται ως κομματικοί σχηματισμοί της ευρωπαϊκής κανονικότητας, της γραμμικής έννοιας της προόδου με καπιταλιστικό κοινωνικό πρόσημο, της δυτικής ομοιογένειας της ιστορικής διαδικασίας, του μνημονιακού-αποικιακού κράτους. Γι’ αυτό και συγκλίνουν ή και διαγκωνίζονται για το δαχτυλίδι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ως υφιστάμενοι. Δεν κινούνται με όρους αυτονομίας ή πολιτικής ισοτιμίας σε κάποιο βαθμό.

Δύο παραδείγματα από τις πρόσφατες κομματικές τους εκδηλώσεις. Ο Τίμερμανς στην ομιλία του αναφέρθηκε στον Ανδρέα Παπανδρέου και στον Όλαφ Πάλμε ως ιστορικούς ηγέτες της σοσιαλιστικής οικογένειας στην κατεύθυνση του υπαρκτού ευρωπαϊσμού. Όμως, το σημείο σύγκλισης του Ανδρέα Παπανδρέου και του Όλαφ Πάλμε δεν ήταν ο ευρωπαϊσμός, αλλά η διεκδίκηση της διεθνοπολιτικής αυτονομίας-ουδετερότητας στις συνθήκες της εποχής τους.

Η αυτονόητη παραδοχή του Αλέξη Τσίπρα στο κείμενο της ομιλίας του ότι «Και την δεκαετία του ’80, αλλά και το 2015, ήταν η νέα γενιά που έκανε πράξη το ‘πρώτη φορά Αριστερά’. Δεν το ξεχνάμε», δεν καταγράφει και τη συγκρότηση του επιδιωκόμενου αντιδεξιού μετώπου. Αυτό στη δεκαετία του 1980 δεν ήταν χωριστή πολιτική, όπως επικοινωνιακά κατασκευάζεται σήμερα, αλλά κοινωνικά γειωμένη, θεμελιωμένη στην εθνική συλλογική μνήμη του ταξικού αγώνα.

Διαφορετικά ειπωμένο, σχηματικά μιλώντας με παραδείγματα κορυφαίων κυβερνητικών επιλογών που έλαβαν χώρα μετά το 1996 και με τον κίνδυνο ίσως να θεωρηθεί ανιστορική η προσέγγιση, το ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ κατά χρονική σειρά: Δεν θα παρέδιδε τον Οτσαλάν, δεν θα ήταν υπέρ του Σχεδίου Ανάν, δεν θα ήταν υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16, δεν θα ήταν υπέρ σχολικού βιβλίου Ιστορίας που θα έγραφε «συνωστίζονταν στη Σμύρνη», δεν θα ψήφιζε μνημόνια, δεν θα νομοθετούσε σε βάρος της μισθωτής εργασίας και της μεσαίας τάξης στον κοινωνικό ανταγωνισμό και υπέρ του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δεν θα υποθήκευε τον υλικό και άυλο πλούτο της χώρας, δεν θα προέβαινε σε κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και δεν θα υπόγραφε Συμφωνία των Πρεσπών.

Έχει ενδιαφέρον ότι ενώ υπάρχει πληθώρα υποψηφίων και σχημάτων τόσο στις ευρωεκλογές, όσο και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, η κυρίαρχη αντίθεση στη χώρα, αυτή της εξάρτησης, δεν υπάρχει στο δημόσιο λόγο. Με κάποιες μάχιμες εξαιρέσεις. Στο πλαίσιο αυτό η σιωπή, αποτέλεσμα προφανώς ήττας, αν δεν υποκρύπτει ιδιοτέλειες και καιροσκοπισμούς, έχει φωνή.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.