Τι Παπάγος τι Μητσοτάκης – Οι αμερικανικές βάσεις τότε και σήμερα

Τι Παπάγος τι Μητσοτάκης - Οι αμερικανικές βάσεις τότε και σήμερα, Διονύσης Τσιριγώτης
Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Η επαναεπιβεβαίωση της πίστης-νομιμοφροσύνης της Αθήνας προς τις ΗΠΑ αποκρυσταλλώθηκε στην προ ολίγων ημερών έγκριση εκ μέρους του ελληνικού Κοινοβουλίου της επικαιροποιημένης “Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA)”, συνωθώντας στην αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο: «Η Ελλάδα είναι ένας βασικός σύμμαχος στο NATO και θα συνεχίσουμε να οικοδομούμε πάνω στην ισχυρή εταιρική μας σχέση και να προωθήσουμε τη σταθερότητα στην περιοχή».

Η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην αεροναυτική βάση της Σούδας στην Κρήτη, στις αεροπορικές βάσεις της Λάρισας (σταθμεύουν τα μη επανδρωμένα αμερικανικά αεροσκάφη UAV) και του Στεφανοβίκειου στον Βόλο (βάση επιθετικών ελικοπτέρων), καθώς και η χρήση υποδομών στον λιμένα της Αλεξανδρούπολης, εκτιμάται από την ελληνική κυβέρνηση «ως αμοιβαία επωφελής εφόσον οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αποκτούν πρόσβαση σε στρατιωτική τεχνολογία αιχμής».

Η εν λόγω διαπίστωση συνδέεται με τον παράγοντα της διεθνούς εκτεταμένης αποτροπής στον βαθμό «που ενισχύεται η στρατηγική σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και αναβαθμίζεται η σημασία της Ελλάδας για το δυτικό σύστημα ασφαλείας, με προφανή θετικά αποτελέσματα για τα εθνικά συμφέροντα». Ποια είναι όμως η βαθύτερη συλλογιστική της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας για την άνευ όρων πρόσδεση στο πολιτικο-στρατηγικό άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ αμέσως μετά τη μεταπολεμική-μεταεμφυλιακή περίοδο;

Λαμβάνοντας υπόψιν την αδήριτη αναγκαιότητα της εκάστοτε κρατικής οντότητας για επιβίωση-ασφάλεια, η πρόσκτηση ετερόφωτων πηγών ισχύος (συμμαχίες, συμπράξεις κα) και η ανάπτυξη των εσωτερικών συντελεστών ισχύος (οικονομία, στρατός, τεχνολογία, διπλωματία κα) στον μέγιστο δυνατό βαθμό, ανάγεται σε αξονικό πολιτικό στόχο του κράτους. Αυτό συμβαίνει τόσο για την επιβίωσή του, μέσω της ανάσχεσης των εξωτερικών απειλών, όσο και για την προαγωγή των εθνικών του συμφερόντων, μέσω της αξιοποίησης των αναφυόμενων παραθύρων ευκαιρίας.

Πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ

Υπό αυτό το πρίσμα, το σύνολο των μεταπολεμικών-μεταεμφυλιακών ελληνικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 50’ (Σοφοκλή Βενιζέλου, Νικόλαου Πλαστήρα, Αλέξανδρου Παπάγου και Κωνσταντίνου Καραμανλή) θα επιζητήσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Αυτό θα το κάνουν αφενός για λόγους εσωτερικής αναγκαιότητας (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική ανασυγκρότηση, σταθεροποίηση του πολιτικού καθεστώτος).

Αφετέρου λόγω εξωτερικών απειλών (“ο εκ Βορρά κίνδυνος”) και δομικών περιορισμών που επιβλήθηκαν με τη Συμφωνία των Ποσοστών (1944) μεταξύ Τσόρτσιλ-Στάλιν και το δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ (1947). Θυμίζουμε ότι στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Ποσοστών για διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής μεταξύ Βρετανίας-ΕΣΣΔ, η Ελλάδα εντάχθηκε στη βρετανική σφαίρα.

Είναι η υψηλή ευαισθησία τρωτότητας του ελληνικού συμφέροντος επιβίωσης, αφενός, λόγω της τοπογεωγραφικής θέσης της Ελλάδας που την καλεί να επιδεικνύει στρατηγική επαγρύπνηση σε όλα τα αζιμούθια (Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Αδριατική) και αφετέρου η απίσχναση των συντελεστών της εθνικής ισχύος, που θα οδηγήσει τον Αλέξανδρο Παπάγο στην πολιτική επιλογή της μονομερούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ.

Κατά τούτο, το κεντρικό δόγμα στην άσκηση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής/πολιτικής αποκρυσταλλώνονταν στη διατήρηση περιφερειακών ερεισμάτων ισχυρότερων από τα αντίστοιχα των αναφυόμενων αντιπάλων ή ανταγωνιστών. Παρεπόμενα, η ενίσχυση της ελληνικής ασφάλειας-άμυνας, πραγματοποιείτο μέσω του παράγοντα της διεθνούς αποτροπής, που επιτυγχάνονταν με την εγκατάσταση-λειτουργία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος, μετά την υπογραφή της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας “περί στρατιωτικών ευκολιών” (12.10.1953).

  Θα αποδεχθούν οι ΗΠΑ έναν τριπολικό Κόσμο;

Εξουσιοδότηση ελληνικής κυβέρνησης

Ειδικότερα η ελληνική κυβέρνηση (άρθρο 1, παρ. 1 της Συμφωνίας) εξουσιοδοτούσε: «την Κυβέρνησιν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να χρησιμοποιή οδούς, σιδηροδρομικάς γραμμάς και χώρους και να κατασκευάζη, αναπτύσση, χρησιμοποιή και θέτει εν λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι, οία αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων ήθελον θεωρήσει κατά καιρούς ως αναγκαία δια την εφαρμογήν ή την προαγωγήν εγκεκριμένων σχεδίων του ΝΑΤΟ».

Τοιουτοτρόπως (άρθρο 1, παρ.2 της Συμφωνίας) :
«η Κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δύναται να φέρη, εγκαθιστά και στεγάζει εν Ελλάδι προσωπικόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Αι ένοπλαι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και το υπό τον έλεγχο των υλικών δύνανται να εισέρχωνται, εξέρχωνται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και εις τα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξιν οιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως εις ην ήθελον προέλθη αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων. Αι ενέργεια αυταί απαλλάσονται οιωνδήποτε τελών, δικαιωμάτων και φόρων».

Δεν δύναται να διαμφισβητηθεί ο βαθμός σπουδαιότητας της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, ως αποτρεπτικός παράγοντας των εξωτερικών απειλών και συνάμα ως θεμελιώδης εξωτερικός δανειστής για την οικονομικο-πολιτική ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους. Αρκεί ν’ αναφερθεί ότι με το δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ το σύνολο της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα (1945-1950) ανήλθε σε περίπου 2,1 δισ δολ, εκ των οποίων τα 639,9 εκατ δολ. προέρχονταν από το σχέδιο Μάρσαλ.

Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το εξής: Η πολιτική, διπλωματική, αναλγησία, αδυναμία, ανικανότητα της Αθήνας να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα της γεωγραφικής της θέσης για την προάσπιση-προαγωγή των εθνικών της συμφερόντων.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, Robert Keohane, μελετώντας το μέτρο της πολιτικο-διπλωματικής επιρροής των λιγότερο ισχυρών συμμάχων (πχ Πακιστάν, Ισραήλ, Ισπανία, Φιλιππίνες, Ταιβάν) των ΗΠΑ, κατά την ψυχροπολεμική περίοδο: «Η μόχλευση των μικρών συμμάχων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέτρο εξάρτησης της αμερικανικής κυβέρνησης» από τα πρώτα «για την εκτέλεση των αποστολών της».

Όταν ο Παπάγος έδινε γη και ύδωρ

Συνεπαγόμενα, το μέγεθος της στρατηγικής επένδυσης της υπερδύναμης στον λιγότερο ισχυρό σύμμαχο, αποτελεί την ικανή-αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη μιας πελατειακής-ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ ισχυρού-λιγότερου ισχυρού. Όπως προδηλώνεται σε έκθεση του διευθυντή της CIA (1987), υπάρχει ένα αέναο συμφέρον της Ουάσινγκτον για τη διατήρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, απόρροια της γεωγραφικής της θέσης.

Το σημείο που βρίσκεται την καθιστά μια ιδανική τοποθεσία για προβολή αεροπορικής ισχύος και αερομεταφορά φορτίων και προσωπικού προς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία καθώς και για ναυτικές επιχειρήσεις προς την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

Μολαταύτα, η κυβέρνηση Παπάγου όχι μόνο δεν ανέγνωσε το συγκριτικό γεωπολιτικό της πλεονέκτημα, αλλά εθελουσίως προσέφερε “γη και ύδωρ” στις ΗΠΑ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε ομιλία του στην ελληνική Βουλή (27.11.1953):

«Πρέπει να σας είπω, ότι ευθύς ως εξελέγη ο στρατηγός Αϊζενχάουερ Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, απηύθυνα προς αυτόν προσωπικήν επιστολήν, διά της οποίας του εισηγούμην, όπως δια την καλυτέραν διασφάλισιν της αμύνης της Ελλάδος και εντός του πλαισίου του άρθρου 51 του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του άρθρου 3 του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, συναφθή συμφωνία περί παραχωρήσεως βάσεων εκ μέρους της Ελλάδος προς τας Ηνωμένας Πολιτείας».

Οικονομικά ανταλλάγματα

Ωστόσο, οφείλουμε να συνομολογήσουμε ότι αρχικός σκοπός της ελληνικής πρότασης ήταν να εξαργυρωθεί η συμφωνία “περί στρατιωτικών ευκολιών” με οικονομικά ανταλλάγματα ύψους 200 εκατ δολαρίων (για να λάβει τελικά η Αθήνα 75 εκατ. δολ.) στο πλαίσιο ενός τετραετούς προγράμματος οικονομικής βοήθειας.

  Η αφαιρετική τέχνη του έρωτα

Ενώ προηγουμένως οι ΗΠΑ (1952), είχαν επιτύχει ένα ανάλογο σχέδιο συμφωνίας (που τελικά δεν επικυρώθηκε λόγω εκλογών) από την κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου. Σύμφωνα με εκείνο το σχέδιο «η βασιλική ελληνική κυβέρνηση παραχωρεί στην κυβέρνηση των ΗΠΑ το δικαίωμα να εγκαταστήσει στρατιωτικές αεροπορικές υπηρεσίες και επικοινωνίες, σε ολόκληρη την Ελλάδα, για μεταβατική περίοδο τριών χρόνων».

Έχουν περάσει εξήντα επτά χρόνια από την άνευ όρων πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, και μάλιστα υπό διαφορετικές ιστορικές, γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες, απόρροια της (συστημικής) αλλαγής στην πλανητική κατανομή ισχύος-συμφερόντων. Συνάμα, έχουν καταρρεύσει τα καθεστώτα του “υπαρκτού σοσιαλισμού” και η εφαρμογή της αμερικανικής στρατηγικής της “φιλελεύθερης ηγεμονίας” στις μείζονες περιφέρειες της Ευρασίας. Ωστόσο, η εξαρτησιακή λογική της ελληνικής υψηλής στρατηγικής-πολιτικής εξακολουθεί να παραμένει απαράλλακτη.

Συζητήσεις με την αμερικανική πλευρά

Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, «θα συζητήσουμε με την αμερικανική πλευρά τι θα θελήσουμε». Ενώ, αναφερόμενος στο περιεχόμενο της επικαιροποιημένης Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, μίλησε για «προσθήκες περιοχών και εγκαταστάσεων των Ενόπλων Δυνάμεων “κοινού ενδιαφέροντος” εντός των οποίων δύνανται να εγκαθίστανται τμήματα των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (στη Λάρισα, στο Στεφανοβίκειο, στην περιοχή Μαραθίου ναυτικής βάσης Σούδας) και […] μερική παραχώρηση χρήσης υποδομών (λιμένας Αλεξανδρούπολης). Οι επικαιροποιήσεις των δραστηριοτήτων θα συμφωνούνται και από τις δύο πλευρές.

»Θεωρούμε ότι αυτή η συμφωνία αναβαθμίζει τη στρατηγική σημασία της χώρας στον αμερικανικό σχεδιασμό ενισχύοντας την αποτρεπτική της ικανότητα: –«με την ενισχυμένη παρουσία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων σε υποδομές που θα γίνουν σε επιλεγμένες και οριοθετημένες, σαφώς, τοποθεσίες, κατόπιν συμφωνίας με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. -επειδή είναι πλέον δυνατή η διάθεση μεγαλύτερων αμερικανικών επενδύσεων στη δημιουργία υποδομών και στις άλλες εγκαταστάσεις των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, πέραν της αμερικανικής ευκολίας Σούδας.

»Πλέον το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης αποκτά άλλες προοπτικές από τις οποίες θα ωφεληθεί η χώρα και η τοπική οικονομία. Επόμενες σε σειρά επενδύσεις είναι το αεροδρόμιο της Λάρισας και η περιοχή Μαραθίου της ναυτικής βάσης Σούδα. Εκτιμάται ότι στη Λάρισα θα επενδυθούν 12 με 15 εκατ ευρώ σε υποδομές, με αμερικανικά κεφάλαια.

»Στο Μαράθι υπολογίζεται ότι θα επενδυθούν γύρω στα 6 εκατ ευρώ, επίσης από αμερικανικά κεφάλαια. Οι υποδομές αυτές θα μείνουν προς όφελος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι Ένοπλες Δυνάμεις που αντιμετωπίζουν πρόβλημα πεπαλαιωμένου κύριου υλικού, δυνάμει αυτής της συμφωνίας, θα καλύπτουν αμυντικές δαπάνες».

Η επισήμανση της παραρτηματικής πρόσδεσης των ελληνικών πολιτικών ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αποχρώσεων, στο άρμα των ΗΠΑ, υποδηλώνει ότι «όπως και σε όλες τις μετα-αποικιακές κοινωνίες, έτσι και στην Ελλάδα, η ανάγκη που ενστικτωδώς αξιολογείται πρωτεύουσα είναι ο διεθνισμός, η απατρία. Γεννάει αυτή την ανάγκη η απαιδευσία, η χρηστική εκδοχή της μάθησης, η βαρβαρική ωφελιμοθηρία και ηδονοθηρία που τη βαφτίσαμε “πρόοδο”. Νέμονται τον μεθοδευμένο παλιμβαρβαρισμό, αδίστακτοι, οι εξουσιολάγνοι επαγγελματίες της πολιτικής».

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.
Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι