Το Μακεδονικό και ο γερο-τυφλοπόντικας της Ιστορίας

Γιάννης Θεοχάρης
1895
Το Μακεδονικό και ο γερο-τυφλοπόντικας της Ιστορίας, Γιάννης Θεοχάρης

Την 20ή Ιανουαρίου του 1994 ο Φαίδων Μαλιγκούδης δημοσίευσε ένα άρθρο στην Ελευθεροτυπία με τον τίτλο «Ιστορίας διδάγματα: ο τυφλοπόντικας και το έργο του» (αναδημοσιευμένο στου ίδιου, Το «Σκοπιανό Ζήτημα», Θεσσαλονίκη 1994, 59-63). Το κείμενο περιλάμβανε έναν σχολιασμό των εξελίξεων στα Βαλκάνια μετά το 1989, αναδεικνύοντας ως σταθερά την αδυναμία του πολιτικού κατεστημένου να αποτρέψει κοσμογονικές μεταβολές που δρομολογούνται μέσα από ένα αφανές και σταδιακά διαμορφωμένο σύστημα.

Νοηματική αφετηρία γι’ αυτόν τον σχολιασμό εκ μέρους του Έλληνα ιστορικού υπήρξε η δήλωση του Αντρέι Ζαχάρωφ το 1978 ότι τυχόν δημοκρατικές αλλαγές στην ΕΣΣΔ θα έρθουν χάρη στον «τυφλοπόντικα της Ιστορίας», αυτόν (και συγκεκριμένα τον «γερο-τυφλοπόντικα»), στη δουλειά του οποίου παλαιότερα ο Μαρξ οραματιζόταν ότι θα έρθει η επανάσταση. Παρά τον καθοριστικό του ρόλο στην ιστορική συνθήκη ο γερο-τυφλοπόντικας δεν είχε, κατά τον Μαλιγκούδη, πάντα μία ενάρετη αποστολή. Η απόδειξη; Μέσα από τη διάλυση της ΕΣΣΔ αναδείχθηκαν ορισμένα πολιτειακά μορφώματα απομακρυσμένα από τις δημοκρατικές αξίες.

Την ώρα που ο Ζόραν Ζάεφ κατέθετε τις τροπολογίες στο Σύνταγμα των Σκοπίων σε συνέχεια της Συμφωνίας των Πρεσπών, ορισμένα από τα σχόλια του Μαλιγκούδη διατηρούν τον προειδοποιητικό τους ρόλο. Πρόκειται για την επισήμανση της παρατήρησης του Robert Hayden ότι το πλέον ανησυχητικό φαινόμενο στη διαλυμένη Γιουγκοσλαβία είναι η ανάδυση του συνταγματικού εθνικισμού (constitutional nationalism), όπου η εθνική ομάδα και όχι το άτομο αποτελεί το πρωταρχικό υποκείμενο της συνταγματικής προστασίας.

Συνταγματική αναθεώρηση στα Σκόπια

Πριν από τις τροπολογίες του Ζάεφ (ένας ακόμη σταθμός στις διαρκείς συνταγματικές αναθεωρήσεις των Σκοπίων) αυτό το πρόβλημα στη χώρα, όπου οι Σλαβομακεδόνες (απόντες στη Συμφωνία) αποτελούν την πλειονότητα, ξεδιπλώθηκε εκρηκτικά σε επεισόδια. Τέτοια ήταν η ένοπλη εξέγερση στο Τέτοβο και το Κουμάνοβο το 2001 και οι βίαιες αντιδράσεις στην εκλογή Αλβανού προέδρου της Βουλής (παλιού διοικητή του UCK) το 2017.

Κατ' αυτόν τον τρόπο σκιαγραφείται μία κοινωνία με διακρίσεις σε βάρος των Αλβανών πολιτών της και την τάση των τελευταίων να αποσχιστούν. Σημειωτέον ότι αλβανικά κόμματα διεκδίκησαν ξανά τις περασμένες ημέρες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, την αναγνώριση στο Σύνταγμα και της αλβανικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους.

Με την προοπτική ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ να αποτελεί πλέον ζητούμενο, το ερώτημα της συνταγματικής τάξης στην ΠΓΔΜ θα έπρεπε να συνοδεύεται από μία ανάλυση για την απόσταση που χωρίζει το τελικά διαμορφωμένο κοινωνικό συμβόλαιο σε αυτήν τη μετακομμουνιστική χώρα με τη συζήτηση για τον συνταγματικό κώδικα σε χώρες της ΕΕ την εποχή της ενίσχυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ενδιαφέρον λοιπόν για το Σύνταγμα της χώρας δεν μπορεί να εκδηλώνεται ως τεχνικό ζήτημα της διπλωματικής διαμάχης με την Ελλάδα και να υποβαθμίζεται ως τακτικισμός (που ως κίνηση έτσι κι αλλιώς προβλέπεται στη διπλωματία). Πρέπει να θεωρείται στη μεγαλύτερή του διάσταση ως τμήμα της δημόσιας συζήτησης για τη διεύρυνση της ΕΕ. Ιδίως με τις προκλήσεις του μεταναστευτικού να αντανακλώνται στις συνταγματικές (και όχι μόνο) ευαισθησίες των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στα ατομικά δικαιώματα.

Σε αυτό το πλαίσιο καλό είναι να θυμηθούμε ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα στην Ειδομένη (2015-2016) διογκώθηκε με την απόφαση του Γκρουέφσκι να κλείσει τα σύνορα με την Ελλάδα μετά από σχετική απόφαση του Βελιγραδίου, αποκόπτοντας τη μεταναστευτική ροή προς την Ουγγαρία. Η ουγγρική κυβέρνηση ανακοίνωσε τον Ιούνιο του 2018 συνταγματική τροπολογία για την απαγόρευση εγκατάστασης ξένου πληθυσμού στην επικράτειά της. Σε μία ειρωνεία της Ιστορίας ο Γκρουέφσκι σήμερα ζητεί άσυλο στην Ουγγαρία, έχοντας διασχίσει με παράνομο τρόπο τα σύνορα.

Η ιστοριογραφική προσέγγιση του Μακεδονικού

Πτυχές της ιδεολογικής ταυτότητας στη γειτονική χώρα, σαν αυτές που μόλις εκτέθηκαν, παραβλέφθηκαν συστηματικά τον τελευταίο καιρό και αποδόθηκαν αποκλειστικά στο κόμμα του Γκρουέφσκι, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η προσέγγιση Ελλάδος-ΠΓΔΜ. Φαίνεται, επίσης, ότι η διπλωματική λύση στη διαμάχη για το Μακεδονικό ήλθε σε μία εποχή, κατά την οποία στην Ελλάδα είχε ήδη επικρατήσει μία ιστοριογραφική προσέγγιση για την εξέταση του έθνους-κράτους ως φαντασιακής κοινότητας (imagined community).

Σε αυτήν τη γραμμή καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι οι ιδέες, ή και τα αισθήματα περί του έθνους, δεν είναι πραγματικά, καθώς το έθνος είναι νεώτερο εφεύρημα, και έτσι όλα αυτά υποτιμήθηκαν στην κλίμακα αξιών της ελληνικής κοινωνίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα μερίδα Ελλήνων ειδικών εστίασαν στα καθ’ ημάς, αφήνοντας τον Μακεδονισμό, που εν τω μεταξύ ενηλικιωνόταν, στο απυρόβλητο. Ή, όταν καταπιάνονταν με τον Μακεδονισμό, παρανοούσαν τα εθνοτικά του συμφραζόμενα.

Χαρακτηριστική η επαναλαμβανόμενη ερμηνεία του αποσπάσματος του Μυριβήλη για τους «Μακεντόν oρτοντόξ» ως δηλωτικού της εθνογέννεσης των «Μακεδόνων» και όχι ταύτισής τους με τη μεσαιωνική έννοια του Ρωμιού (Rum), όπως έχω γράψει σε προηγούμενο κείμενο. Αυτή η μετανεωτερική προσέγγιση της ιστορίας στην Ελλάδα έχει ήδη ελεγχθεί ως προς την ορθή κατανόηση της ιστορικής συνθήκης και την κατασκευή νέων μύθων. Ο Μαλιγκούδης είχε αποστασιοποιηθεί από αυτή την ακαδημαϊκή τάση, χαρακτηρίζοντάς την αναθεωρητική.

Μένει να δούμε κατά πόσο εκπρόσωποι της μετανεωτερικής προσέγγισης σμικρύνουν τα κατορθώματα και μεγαλύνουν τα αμαρτήματα της Ελλάδας (αντιστρέφοντας τη ρήση του Κοραή), επιχειρώντας να επιδείξουν αντικειμενικότητα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση, αν και προβάλλεται ως ψύχραιμη, συνεχίζει την πολωτική διάκριση της ελληνικής ιστοριογραφίας σε εθνικιστική και αντεθνιστική, αναπαράγοντας πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Κορυφαίο προϊόν της προσέγγισης αυτής είναι η εξέταση της σλαβομακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας στη Βόρεια Ελλάδα ως καταπιεσμένης από το κράτος κατά το παρελθόν. Ωστόσο, το αναμφίβολο αυτό ιστορικό ζήτημα παρουσιάστηκε με όρους blockbuster σε ένα σκανδαλολάγνο κοινό, ή σε κάποιους που κουράστηκαν από το συνεχιζόμενο φιάσκο, την εθνική μας φιλαυτία και το εθνικιστικό παραλήρημα σε μία εποχή, κατά την οποία η μετεμφυλιακή Ελλάδα ακόμη καθορίζει την πολιτική σκέψη.

Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη ιστοριογραφική παραγωγή καλλιεργείται σε ΜΜΕ (παλαιότερα στον Ιό της Ελευθεροτυπίας), θεραπεύοντας θεματικές της δημόσιας ιστορίας ιδίως συναισθηματικού περιεχομένου (όπως το τραύμα και η μνήμη), η απήχηση της μετανεωτερικής σχολής για το Μακεδονικό υπήρξε ευρύτατη. Από την άποψη αυτή, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να θεωρείται τολμηρός στο βήμα της επίλυσης του Μακεδονικού με όποιο κόστος. Το φιλικό προς αυτήν τη διπλωματική κατεύθυνση ρεύμα είχε εδώ και χρόνια προετοιμαστεί σε ένα κοινό της Αριστεράς και του Κέντρου.

Η κυβερνητική διαχείριση

Ακόμη και αν η Συμφωνία των Πρεσπών παρουσιάζεται εμφατικά ως λύση του Μακεδονικού ζητήματος, το πρόβλημα της περιοχής, ως πεδίο σύγκρουσης συλλογικών ταυτοτήτων, θα παραμείνει σε αυτήν τη διάσταση. Κι αυτό, επειδή, μέσω της συγκεκριμένης διπλωματικής πράξης, εν τέλει αναβαθμίστηκε και επικυρώθηκε ο εθνικισμός της πλειονότητας των κατοίκων της ΠΓΔΜ, ο οποίος θα διασταυρώνεται εφάμιλλα με τους εθνικισμούς των υπολοίπων κρατών.

Το εάν τελικά η περιοχή του ελληνικού Αξιού θα χαραχθεί ως κοιτίδα για κάποιους [Βορειο]Μακεδόνες (όπως τους θέλει εξάλλου η Συμφωνία) που τραγουδούν για το «solunsko pole» (πεδιάδα Θεσσαλονίκης) είναι ερώτημα αδιάφορο για τους εμπνευστές της Συμφωνίας. Οι τελευταίοι, ακολουθώντας ερμηνείες περί αλυτρωτισμού σε ρεαλιστική βάση, αγνόησαν ότι αυτός υπάρχει και ως απλή φαντασιακή εκδήλωση. Στην Ελλάδα αυτό το ξέρουμε καλά.

Για κάποιους η διατήρηση της συνταγματικής ονομασίας (Δημοκρατία της Μακεδονίας) ακούγεται τελικά η πιο έντιμη κίνηση στο μαξιμαλιστικό ενδεχόμενο που προωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Αλλά γιατί δεν το αποτόλμησαν οι θαρραλέοι; Η σύνθετη ονομασία αποτέλεσε μία διεκπεραιωτική ενέργεια σε ένα πάγιο αίτημα, όπου αυτοπαγιδευτήκαμε. Το Μακεδονικό κλείνει πανηγυρικά, με τον ίδιο τρόπο που θα θριαμβολογούσε ένας κατ’ επανάληψη μεταξεταστέος μαθητής, από την παρουσία του οποίου απαλλάχθηκαν οι καθηγητές του.

Τι θα έλεγε ο Μαλιγκούδης

Επανερχόμενος στα όσα έγραψε το 1994 ο Μαλιγκούδης για το πολιτικό σύστημα και τον γερο-τυφλοπόντικα, ομολογώ ότι θα ήθελα να ξέρω τι θα έλεγε ο Έλληνας σλαβολόγος σήμερα. Ο Μαλιγκούδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με βασικό αντικείμενο μελέτης τις σχέσεις των Σλάβων με τον μεσαιωνικό και νεώτερο Ελληνισμό, πέθανε πριν από δύο χρόνια, την 30ή Οκτωβρίου του 2016.

Γι’ αυτόν, το Μακεδονικό ήταν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μετά το 1989, όπου ο κόσμος ήρθε αντιμέτωπος με ένα φιάσκο που έφερε ο νομοτελειακός ρόλος του γερο-τυφλοπόντικα. Ίσως, σήμερα να αναγνώριζε ότι η πρότασή του να ονομαστεί η ΠΓΔΜ Δαρδανία στηρίχθηκε, εκτός των άλλων, σε ένα ιστορικά ανακόλουθο σχήμα.

Παρά ταύτα, θα τολμούσα να υποθέσω πως ο Μαλιγκούδης, ως σλαβολόγος, θα χαμογελούσε ειρωνικά μαθαίνοντας για την αλλοίωση του αρχικού προγράμματος σπουδών του Τμήματος Σλαβικών Σπουδών στο Πανεπιστημίου Αθηνών με την ουσιαστική υπαγωγή του στον ευρύτερο κύκλο των ρωσικών σπουδών (Γλώσσας και Φιλολογίας) από την κυβέρνηση που υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών και αμέσως μετά απέλασε Ρώσους διπλωμάτες για παρασκηνιακή εμπλοκή στο Μακεδονικό.

Όλα αυτά έγιναν από το ίδιο κυβερνητικό σώμα, λες και το τελευταίο δεν είχε διαβάσει, ή έστω ακούσει, πως ο ρωσικός παράγοντας μονίμως τρέφει τον γερο-τυφλοπόντικα στα Βαλκάνια. Αλλά, διόλου περίεργο, όταν ο τυχοδιωκτισμός είναι σταθερό παρακολούθημα της εξουσίας.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.