Εμφύλιος: Ποντοκερασία 1946, αμέλεια, πλήγμα εκ των έσω και θάνατος

Παντελής Καρύκας
1628

Η Ποντοκερασιά είναι ένα μικρό ορεινό χωριό του νομού Κιλκίς στα όρια με τον νομό Σερρών. Το 1946 στάθμευσε εκεί λόχος του 567 Τάγματος Πεζικού της 37ης Ταξιαρχίας της Χ Μεραρχίας Πεζικού. Ο λόχος, υπό τον λοχαγό Μιχαήλ Στεφάνου, διέθετε 120 άνδρες και είχε στρατοπεδεύσει σε ύψωμα παρά το χωριό.

Ο λοχαγός εγκαταστάθηκε σε οίκημα στις παρυφές του χωριού. Αν και είχαν τοποθετηθεί τέσσερις διπλοσκοπιές δεν είχαν ληφθεί μέτρα κάλυψης των οδεύσεων προς τον καταυλισμό. Περιέργως, επίσης τα οπλοπολυβόλα του λόχου είχαν αποθηκευτεί σε οίκημα του χωριού. Περί τις 03.15 τα ξημερώματα της 5ης Ιουλίου 1946 ομάδες γυναικόπαιδων από την Ποντοκερασιά και άλλα χωρία εμφανίστηκαν ξαφνικά ενώπιον του καταυλισμού του λόχου φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του “λαού” και καλώντας τους στρατιώτες «να ενωθούν με τον λαό».

Οι σκοποί του λόχου, τοποθετημένοι σε υπηρεσία εκείνο το βράδυ από τον κομμουνιστή δεκανέα Σκαντζέλη, ομοϊδεάτες και οι ίδιοι, δεν αντέδρασαν. Λόγω της αναταραχής οι αξιωματικοί του λόχου έσπευσαν προς τους συγκεντρωμένους καλώντας τους να διαλυθούν και να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Σε απάντηση δέχτηκαν βροχή από πέτρες. Ορισμένοι αξιωματικοί πρότειναν να ριφθούν πυροβολισμοί στον αέρα προς εκφοβισμό, ενώ άλλοι συνέστησαν υπομονή. Εδώ διαφάνηκε το έλλειμμα ηγεσίας του λόχου, ο επικεφαλής του οποίου όφειλε να αποφασίσει αλλά δεν το έπραξε.

Έτσι η αναταραχή εξαπλώθηκε και μαζί με τους συγκεντρωμένους ενώθηκαν και φίλα προσκείμενοι στους αντάρτες στρατιώτες του λόχου. Ξαφνικά οι συγκεντρωμένοι απομακρύνθηκαν αποκαλύπτοντας πίσω τους μια δύναμη 100 περίπου ανταρτών που υπό την κάλυψή τους είχαν λάβει θέσεις μάχης.

Σε χρόνο μηδέν οι αντάρτες άνοιξαν σφοδρό πυρ κατά του λόχου, με όλμο, πολυβόλο και υποπολυβόλα. Παράλληλα οι μυημένοι στρατιώτες του λόχου άρχισαν να πυροβολούν από πίσω κατά των συνάδελφων τους. Όπως ήταν αναμενόμενο δημιουργήθηκε πανικός που μάταια προσπάθησε να συγκρατήσει ο λοχαγός Στεφάνου. Τελικά ο λοχαγός τράπηκε σε φυγή με λίγους στρατιώτες φτάνοντας περίπου τρεις ώρες μετά στο χωρίο Παρόχθιο.

Στο μεταξύ ο καταυλισμός του λόχου λεηλατήθηκε και όλα τα όπλα, τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά έπεσαν στα χέρια των ανταρτών, μαζί με ένα άλογο και 19 ημιόνους. Αμέσως μετά το ανταρτικό τμήμα κινήθηκε προς το Μπέλες εισερχόμενο σε «σοσιαλιστικό», γιουγκοσλαβικό έδαφος του «αδερφού» Τίτο. Μαζί τους πήγαν και περίπου 40 στρατιώτες του λόχου υπό τον Σκαντζέλη. Στην ενέδρα ο λόχος είχε επτά νεκρούς και 33 τραυματίες.

Η εν λόγω ενέδρα διαφέρει αναλόγων για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την χρησιμοποίηση, από τους αντάρτες, των αμάχων ως ασπίδα πίσω από την οποία αναπτύχθηκαν προς μάχη και ο δεύτερος με την συμπεριφορά των ομοϊδεατών τους στρατιωτών του λόχου που έπληξαν από πίσω τους άνδρες με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια κουραμάνα και το ίδιο τσιγάρο στιγμές μόλις πριν.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της ΔΙΣ/ΓΕΣ οι αντάρτες καταδιωχθήκαν και υπέστησαν απώλειες, εγκαταλείποντας μέρος του λεηλατημένου υλικού. Επίσης ο Σκαντζέλης και 17 αυτόμολοι συνελήφθησαν αργότερα. Τον Αυγούστου του 1946 από το στρατοδικείο του Κιλκίς ο Σκαντζέλης, ο δάσκαλος του χωριού, πέντε στρατιώτες και πέντε κάτοικοι του χωριού καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Άλλοι 14 κάτοικοι του χωριού και δύο άνδρες του λόχου καταδικάστηκαν σε ισόβια.