Η Αποκεντρωτική Διοίκηση στον φινλανδικό και κορεατικό πόλεμο
31/08/2025
Μία από τις πιο επίμονες αντιρρήσεις, που προβάλλονται ενάντια στην αποτελεσματικότητα της Auftragstaktik, και γενικότερα των αποκεντρωτικών μοντέλων μάχης, τα οποία βασίζονται στην απόλυτη ελευθερία δράσης των κατώτερων ηγητόρων και στη διαρκή προσαρμογή στη ρευστή πραγματικότητα της μάχης, είναι ότι αυτά ανήκουν στο παρελθόν και σήμερα αυτό που μετράει είναι ποιος κατέχει την υψηλότερη τεχνολογία.
Όμως, η αντίληψη ότι η υψηλότερη και νεότερη πολεμική τεχνολογία νικάει νομοτελειακά την χαμηλότερη και παλαιότερη, είναι εκ θεμελίων λανθασμένη. Έτσι κι αλλιώς, η στρατιωτική ισχύς είναι ένα σχετικό και όχι απόλυτο μέγεθος, το οποίο λαμβάνει υπόσταση ανάλογα με το γεωγραφικό περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιείται, τις ιδιαιτερότητες του αντιπάλου και τις δικές μας, τη λειτουργία της κάθε πολεμικής αναμέτρησης μέσα στο εκάστοτε γεωπολιτικό πλαίσιο που αυτή διεξάγεται και μια σειρά από άλλους παράγοντες. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεωγραφικό περιβάλλον. Υψηλή πολεμική τεχνολογία και μεγάλη ισχύς στο λάθος γεωγραφικό περιβάλλον μετατρέπεται σε αδυναμία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939, όπου οι “αντικειμενικά” ισχυρές σοβιετικές τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες δυνάμεις εγκλωβίστηκαν σε μακρόσυρτες φάλαγγες στους στενούς δρόμους της παγωμένης φινλανδικής υπαίθρου, ανάμεσα σε απειράριθμες λιμνούλες και λόφους, με αποτέλεσμα να καταστούν εύκολη λεία στους Φινλανδούς σκιέρ, οπλισμένους με υποπολυβόλα Suomi και βόμβες μολότωφ και ελεύθερους σκοπευτές, σαν τον περιβόητο Σίμο Χάιχο (Simo Häyhä), τον “Λευκό Θάνατο”.
Με αυτές τις μεθόδους ο “πρωτόγονος” φινλανδικός στρατός δεν συνέτριψε δια της ισχύος τον σοβιετικό, αλλά τον καθήλωσε με αποτέλεσμα το δριμύ ψύχος του αρκτικού χειμώνα να λειτουργήσει ως όπλο μαζικής καταστροφής και να εξαλείψει μέχρι ενός ολόκληρες μεραρχίες.
Άρα λοιπόν η προσαρμογή των δυνάμεων σου στο περιβάλλον είναι η μεγάλη πολεμική αρετή, αυτή που νικάει τις μάχες και όχι η παράταξη “αντικειμενικά” ισχυρών δυνάμεων, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή η “ισχύς” προκύπτει από το επίπεδο της τεχνολογίας που ενσωματώνουν. Και η αποκεντρωτική διοίκηση είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για να μπορέσεις να επιτύχεις αυτήν την προσαρμοστικότητα.
Το πρωτόγονο κινεζικό Πεζικό στον πόλεμο της Κορέας
Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση όπου “πρωτόγονες” δυνάμεις επέτυχαν συντριπτικές τακτικές και επιχειρησιακές νίκες εναντίον ενός πολύ πιο ισχυρού αντικειμενικά αντιπάλου, προσαρμοζόμενες στο γεωγραφικό περιβάλλον, και εφαρμόζοντας ένα εξόχως ρευστό μοντέλο μάχης βασισμένο στην αποκεντρωτική διοίκηση, ήταν στην τρίτη φάση του πολέμου της Κορέας, όταν οι κινεζικές δυνάμεις, με μια αιφνιδιαστική επίθεση, διέλυσαν τις αμερικανικές μηχανοκίνητες δυνάμεις και τους συμμάχους τους, οι οποίοι είχαν φθάσει σχεδόν στα σύνορα της Κορέας με την Κίνα και θεωρούσαν ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει.
Η κινεζική επίθεση διέλυσε τη συνοχή των δυνάμεων του ΟΗΕ, τις έτρεψε σε φυγή και απείλησε με κατάληψη ολόκληρη την κορεατική χερσόνησο και διεξήχθη από ένα εξαιρετικά πρωτόγονο στράτευμα, το οποίο βασιζόμενο στο πεζικό του, επέτυχε έναν άκρως επιτυχημένο πόλεμο κινήσεων εναντίον ενός αντιπάλου άκρως μηχανοποιημένου, κάτι που “φυσιολογικά” θεωρείται αδύνατο.
Ένας παράγοντας για αυτό ήταν ακριβώς το ότι στο ορεινό έδαφος της Βορείου Κορέας, οι αμερικανικές μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες δυνάμεις, όπως ακριβώς και οι σοβιετικές στη Φινλανδία, εγκλωβίστηκαν σε στενούς δρόμους ανάμεσα στα βουνά, ενώ οι ευέλικτοι πεζοί Κινέζοι, κινούμενοι σε ορεινά μονοπάτια, κυρίως τη νύχτα, πλευροκοπούσαν και περικύκλωναν διαρκώς τις δυνάμεις του ΟΗΕ, θέτοντας τις εκτός ισορροπίας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να επιτύχουν κατάρρευση της συνοχής των αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων και να τις οδηγήσουν σε πανικόβλητη υποχώρηση. Το μόνο στο οποίο χρησίμευσε ο πλούτος των μηχανοκίνητων μέσων τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους ήταν ότι υποχωρούσαν με τέτοια ταχύτητα, την οποία δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν οι πεζοί Κινέζοι.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι στον Πόλεμο της Κορέας, οι κινεζικές μονάδες ήταν τραγικά ανεπαρκώς εξοπλισμένες σε σύγκριση με τις αμερικανικές. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως μόνο το ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο των Κινέζων πεζικάριων διέθετε τουφέκι. Η συντριπτική πλειονότητα έμπαινε στη μάχη μόνο με χειροβομβίδες. Οι κινεζικοί στρατοί επιτίθεντο χωρίς καθόλου πυροβολικό, ενώ δεν διέθεταν αντιαρματικά όπλα.
Ο μύθος των ανθρώπινων κυμάτων
Επίσης, σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση, οι κινεζικές δυνάμεις σπάνια χρησιμοποιούσαν “επιθέσεις ανθρωπίνου κύματος”. Οι επιθέσεις ανθρωπίνου κύματος συνεπάγονται την ρίψη μαζών ελαφρά οπλισμένου πεζικού εναντίον μιας εχθρικής θέσης, με στόχο την κατάληψή της μέσω σοκ και φθοράς. Η ιδέα είναι ότι η μάζα των στρατιωτών θα υπερκεράσει τις άμυνες, παρά την έλλειψη δεξιοτήτων ή οπλισμού. Οι Κινέζοι χρησιμοποιούσαν συχνά τακτικές βασισμένες στη μαζική επίθεση πεζικού, αλλά σπάνια επιθέσεις ανθρωπίνου κύματος.
Οι διαφορές είναι λεπτές, αλλά σημαντικές. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Michael Hickey στη μελέτη του “Ο Πόλεμος της Κορέας“, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος ρώτησε σαρκαστικά τον υπεύθυνο τύπο της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου, «πόσες ορδές αποτελούν μια διμοιρία»; Στην πραγματικότητα, όπως γράφει ο Hickey «οι Κινέζοι σπάνια επιτίθεντο με παραπάνω από μια δύναμη συντάγματος. Έδιναν περισσότερη έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, στην παραπλάνηση και στον αιφνιδιασμό παρά στον αριθμό των ανδρών τους».
Στην Κορέα, οι κινεζικές δυνάμεις ήταν τόσο ελαφρά οπλισμένες, ώστε δεν μπορούσαν να παραγάγουν επαρκή ισχύ πυρός για σχεδόν καμία στρατιωτική επιχείρηση. Ως εκ τούτου, αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν μαζικά το πεζικό για ρόλους, στους οποίους στρατοί καλύτερα εξοπλισμένοι θα βασίζονταν στην ισχύ πυρός, αλλά οι ιστορίες για μυριάδες Κινέζων, που σάρωναν με τους αριθμούς τους τις θέσεις των δυνάμεων του ΟΗΕ είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων υπερτονισμένες. Οι Κινέζοι βάσιζαν τις προσπάθειές τους να διαρρήξουν τις συμμαχικές άμυνες στον αιφνιδιασμό, την παραπλάνηση, την πλευροκόπηση και τη διείσδυση ανάμεσα στις “ραφές” της συμμαχικής διάταξης και όχι σε ανθρώπινα κύματα.
Η ενότητα επίθεσης και άμυνας
Επίσης, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι οι Κινέζοι βάσισαν τις επιθετικές τους ικανότητες πάνω σε μια πολύ ισχυρή άμυνα. Ο μανιχαϊστικός διαχωρισμός της άμυνας από την επίθεση είναι ακατανόητος για τους Κινέζους, αλλά και για τους επιτυχημένους στρατούς της Δύσης, όπως είναι οι Γερμανοί και οι Ισραηλινοί.
Οι Κινέζοι οχυρώνονταν για να επιτεθούν και οχυρώνονταν βαθιά. Κατασκεύαζαν εκτεταμένα συστήματα χαρακωμάτων και σηράγγων με διασταυρούμενα πεδία πυρός, ισχυρά σημεία άμυνας, ναρκοπέδια και κρυφές εξόδους, από τις οποίες οι αμυνόμενοι μπορούσαν να εξαπολύουν αιφνιδιαστικές αντεπιθέσεις από απρόσμενες θέσεις. Σύμφωνα με τον Στρατάρχη Πενγκ (Peng Dehuai), μέχρι το τέλος του πολέμου οι Κινέζοι είχαν σκάψει 1.250 χιλιόμετρα σηράγγων και 6.240 χιλιόμετρα χαρακωμάτων.
Οι Κινέζοι στρατηγοί συνδύαζαν με εξαιρετική δεξιοτεχνία παραπλανήσεις, παραπληροφόρηση, εξαπάτηση και ελιγμούς, προκειμένου να επιτυγχάνουν τον αιφνιδιασμό και να νικούν κατά τα άλλα υπέρτερους αντιπάλους. Οι κινεζικές επιθέσεις διακρίνονταν για την ικανότητά τους να εξασφαλίζουν σταθερά τον αιφνιδιασμό, να εντοπίζουν τα αδύναμα σημεία της εχθρικής άμυνας, να συγκεντρώνουν συντριπτική δύναμη στο αποφασιστικό σημείο του πεδίου της μάχης και να αναγκάζουν τον εχθρό να πολεμήσει σε δυσμενείς συνθήκες μέσω ταχύτατων ελιγμών.
Στην άμυνα, οι κινεζικές επιχειρήσεις χαρακτηρίζονταν από πλήρη εκμετάλλευση του εδάφους, εκτεταμένες και καλά σχεδιασμένες οχυρώσεις και την ικανότητα να “αισθάνονται” τη ροή της μάχης, μετακινώντας τις δυνάμεις τους αναλόγως, ώστε να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Η Κινεζική Auftragstaktik
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι Κινέζοι εφάρμοζαν ένα ιδιαίτερα αποκεντρωτικό σύστημα διοίκησης, το οποίο βασιζόταν στην αυτόνομη λήψη αποφάσεων από τους τακτικούς διοικητές. Επειδή οι κινεζικές επιχειρήσεις διεξάγονταν συχνά τη νύχτα, περιλάμβαναν μεγάλης κλίμακας διεισδύσεις, διέθεταν ελάχιστους ασυρμάτους και στηρίζονταν στην απόλυτη μυστικότητα, ήταν συνήθως αδύνατο για τους ανώτερους διοικητές να κατευθύνουν τις δυνάμεις τους εν μέσω της μάχης.
Επιπλέον, οι Κινέζοι έδιναν έμφαση στις αποφάσεις που λαμβάνονταν επί τόπου, ανταποκρινόμενες στις άμεσες συνθήκες. Ιδίως, τόνιζαν την άμεση εκμετάλλευση κενών και αδύναμων σημείων – όπως τα όρια μεταξύ μονάδων – γεγονός που σήμαινε ότι οι κατώτεροι αξιωματικοί αναμενόταν να τα αναγνωρίζουν και να ενεργούν χωρίς άμεσες διαταγές.
Πράγματι, σχεδόν όλες οι κινεζικές επιχειρήσεις σχεδιάζονταν μόνο σε γενικές γραμμές, ενώ οι λεπτομέρειες συνήθως αφήνονταν στους διοικητές επί του πεδίου, ώστε να αποφασίσουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Οι Κινέζοι κατώτεροι αξιωματικοί απέδωσαν εξαιρετικά μέσα σε αυτό το σύστημα. Διατηρούσαν αδιάκοπη ροή αναγνωριστικών περιπολιών για τον εντοπισμό του εχθρού και κατόπιν για τη διερεύνηση οδών επίθεσης, πλευρών, κενών στη γραμμή, ορίων μονάδων κ.λπ. Μόλις σχημάτιζαν μια ικανοποιητική εικόνα των εχθρικών διατάξεων, εκπονούσαν σχέδιο επίθεσης και το υλοποιούσαν. Επέδειξαν τεράστια ατομική πρωτοβουλία και επιθετικότητα, σπάνια άφηναν μια ευκαιρία να πάει χαμένη και αντιδρούσαν γρήγορα και ευέλικτα στις διακυμάνσεις της μάχης.
Όταν μια προσέγγιση αποτύγχανε, οι Κινέζοι κατώτεροι αξιωματικοί κατάρτιζαν και εφάρμοζαν ταχύτατα ένα νέο σχέδιο μάχης. Επίσης, επέδειξαν αξιοσημείωτη ικανότητα αυτοσχεδιασμού στην αντιμετώπιση απρόσμενων καταστάσεων. Οι κινεζικές τακτικές μονάδες είχαν επιτύχει έναν εξαιρετικά ταχύ ρυθμό επιχειρήσεων, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η έλλειψη μηχανοκίνητων μέσων μεταφοράς.
Οι Κινέζοι κατώτεροι αξιωματικοί αντιλαμβάνονταν πλήρως την ανάγκη να πλήξουν σκληρά και γρήγορα και να συνεχίσουν να καταφέρνουν ταχύτατα πλήγματα στον εχθρό, ώστε να μην του επιτρέψουν να ανασυνταχθεί. Έτσι, παρέκαμπταν τις εστίες αντίστασης, όπου ήταν δυνατόν, και προωθούνταν όσο πιο βαθιά και γρήγορα μπορούσαν στα μετόπισθεν, με σκοπό να καταλάβουν εχθρικές θέσεις διοίκησης και να κρατήσουν τον αντίπαλο σε διαρκή σύγχυση και αναστάτωση. Ακόμη και όταν μια κινεζική μονάδα σταματούσε για να ανασυγκροτηθεί σε έναν αντικειμενικό σκοπό, άλλα στοιχεία της δύναμης – ή άλλες μονάδες του ίδιου σχηματισμού – αναλάμβαναν από μόνες τους να συνεχίσουν την προέλαση, ώστε να διατηρηθεί ο ρυθμός και να μην δοθεί στον εχθρό χρόνος να πάρει ανάσα.
Ο κινεζικός στρατός και οι ελιγμοί
Μία από τις μεγαλύτερες αρετές του κινεζικού στρατού σε όλα τα επίπεδα ήταν η προτίμησή του στους ελιγμούς. Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) πίστευε πως οι δυνάμεις του μπορούσαν να υπερκεράσουν τα αμερικανικά πλεονεκτήματα στην ισχύ πυρός, επειδή ήταν «καλοί στους ελιγμούς, στην ευελιξία και την κινητικότητα και, ιδιαίτερα, καλοί στο να περικυκλώνουν και να επιτίθενται στα πλευρά του εχθρού ακολουθώντας δαιδαλώδεις πορείες, καθώς και στη διασπορά και την απόκρυψη δυνάμεων». Η αγαπημένη μορφή επίθεσης – και αντεπίθεσης – του PLA ήταν αυτό που ο Λιν Μπιάο (Lin Biao) αποκαλούσε “μία αιχμή, δύο πλευρές”, δηλαδή μετωπική επίθεση για την καθήλωση του εχθρού, σε συνδυασμό με διπλή υπερκέραση.
Οι κινεζικές δυνάμεις ήταν επίσης εξαιρετικά δραστήριες στην άμυνα και σπάνια παρέμεναν παθητικά στα χαρακώματά τους, ενώ δέχονταν επίθεση. Στη μάχη, οι κινεζικές μονάδες εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, αν θεωρούσαν ότι μπορούσαν να κινηθούν σε καλύτερη τοποθεσία, κατά προτίμηση από την οποία θα μπορούσαν να πλήξουν ή να αντεπιτεθούν στο πλευρό ή τα νώτα του επιτιθέμενου. Πολλές κινεζικές αμυντικές θέσεις είχαν σχεδιαστεί, ώστε να προσελκύουν τον εχθρό στο εσωτερικό μιας παγίδας και να τον συντρίβουν με συντριπτική αντεπίθεση (συχνά από πολλές πλευρές ταυτόχρονα).
Η αποκεντρωτική μεθοδολογία διοίκησης, η προσαρμογή στα γεωγραφικά δεδομένα, ο συγκερασμός άμυνας και επίθεσης σε μια ενιαία και αδιαίρετη ενότητα μάχης, η έμφαση στην κινητικότητα, η απροβλεπτότητα και το θάρρος στη μάχη, επέτρεψαν στις κινεζικές δυνάμεις να απειλήσουν με ολοκληρωτική συντριβή ολόκληρο το συμμαχικό στράτευμα. Και αν δεν υπήρχε η συντριπτική αεροπορική ισχύς της Αμερικανικής Αεροπορίας, ορισμένες επίλεκτες αμερικανικές δυνάμεις, όπως ήταν οι μονάδες Πεζοναυτών και συμμαχικές δυνάμεις με ιδιαίτερες πολεμικές ικανότητες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι Έλληνες (και σε καμία περίπτωση οι Τούρκοι…), ενδέχεται να το είχαν καταφέρει.