Η φονική "κούκλα" της Τρεμπλίνκα… Κουρτ Φραντς, ο σαδιστής ναζί σφαγέας

Παντελής Καρύκας
1516

Ο Κουρτ Φραντς γεννήθηκε το 1914 στο Ντίσελντορφ. Το 1928 εγκατέλειψε το σχολείο και εργάστηκε καταλήγοντας, τελικά, μάγειρας. Το 1932 εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα, έχοντας προηγουμένως ενταχθεί σε διάφορες ακραίες οργανώσεις. Μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας, εντάχθηκε στα SS και υπηρέτησε ως μάγειρας. Κατόπιν, όμως, ανέλαβε καθήκοντα φύλακα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ, έχοντας προαχθεί σε δεκανέα.

Στα τέλη του 1939, έμαθε για το διαβόητο πρόγραμμα Τ4, το πρόγραμμα «ευθανασίας» (δολοφονίας δηλαδή) ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ο ίδιος δεν μετείχε άμεσα, αρχικά, εργαζόμενος ως μάγειρας και πάλι. Όλα άλλαξαν το 1942, όταν στάλθηκε στο στρατόπεδο θανάτου του Μπέλτσεκ και κατόπιν σε αυτό της Τρεμπλίνκα, στην κατεχόμενη Πολωνία.

Το τέρας της Τρεμπλίνκα

Το στρατόπεδο θανάτου της Τρεμπλίνκα ήταν ένα από τα τρία του "σχεδίου Ράινχαρντ" μαζί με το Σόμπιμπορ και το Μπέλτσεκ, στο οποίο εξοντώθηκαν τουλάχιστον 700.000 άνθρωποι, ίσως και περισσότεροι.

Στην Τρεμπλίνκα τοποθετήθηκε υποδιοικητής, όντας υπεύθυνος για την αποβίβαση των θυμάτων στον εκεί σιδηροδρομικό σταθμό, την αφαίρεση των υπαρχόντων τους, το κλείσιμό τους τελικά στους θαλάμους αερίου και τη μαζική δολοφονία τους. Λόγω των χαρακτηριστικών του, οι κρατούμενοι τον ονόμασαν «Κούκλα». Όμως, ο πρώην μάγειρας και νυν επιλοχίας των SS αποδείχθηκε κυριολεκτικά «πανούκλα».

Οι κρατούμενοι τον έτρεμαν και αυτόν και τον γερμανικό ποιμενικό σκύλο του, τον Μπάρι, τον οποίο είχε εκπαιδεύσει να κομματιάζει τους κρατούμενους. Ο Φραντς ήταν και επικεφαλής της φρουράς που αποτελείτο από 80 Ουκρανούς, πρώην αιχμαλώτους του Σοβιετικού στρατού.

Ο Φραντς όταν δεν είχε κάτι άλλο να κάνει, περιδιάβαινε το στρατόπεδο και αλίμονο σε όποιον κρατούμενο τραβούσε, για τον όποιο λόγο, την προσοχή του. Είτε τον βασάνιζε προσωπικά είτε διέτασσε τον σκύλο του να τον δαγκώσει στα γεννητικά όργανα.

Ο Φραντς έγραψε, επίσης, και τους στίχους του «ύμνου της Τρεμπλίνκα», ενός τραγουδιού των μελλοθάνατων που οι Γερμανοί υποχρέωναν τους κρατουμένους να τραγουδούν. «Η Τρεμπλίνκα είναι η μοίρα μου, είναι ότι έχω», έλεγε το εξευτελιστικό τραγούδι. Ο ίδιος αρέσκονταν, επίσης, να σκοτώνει προσωπικά κρατουμένους με το πιστόλι του ή με ένα κυνηγετικό τυφέκιο που είχε. Σύμφωνα με μαρτυρίες, δεν υπήρξε ούτε μια ημέρα που δεν σκότωσε τουλάχιστον έναν κρατούμενο.

Επειδή ήταν και πυγμάχος, πολλές φορές, οργάνωσε πυγμαχικούς αγώνες, εξοντώνοντας ο ίδιος τα αδύναμα θύματά του ή χρησιμοποιώντας τα ως σάκους του μποξ για προπόνηση ή ακόμα χειρότερα, βάζοντας κρατουμένους να πυγμαχήσουν μεταξύ τους, αναβιώνοντας τις ρωμαϊκές μονομαχίες.

Επίσης, απολάμβανε να μαστιγώνει τα θύματά του. Κάποια στιγμή, είδε έναν Εβραίο κρατούμενο τον οποίον πυροβόλησε στα οπίσθια, με ένα δίκαννο που κρατούσε. Ο Φραντς γελώντας, διέταξε το θύμα του που σφάδαζε να σηκωθεί. Ξαφνικά το ύφος του σκοτείνιασε, καθώς είδε ότι δεν είχαν πειραχτεί οι όρχεις. Απογοητευμένος αναζήτησε νέο θύμα. Τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις, σκότωσε βρέφη χτυπώντας τα σε έναν τοίχο ή κλωτσώντας τα.

Το 1943 προήχθη σε ανθυπολοχαγό. Πάντως, την ημέρα που ξέσπασε η εξέγερση στο στρατόπεδο, ο ίδιος μαζί με άλλους τέσσερις SS και 16 Ουκρανούς κολυμπούσαν στον ποταμό Μπουγκ. Μετά την εξέγερση, τοποθετήθηκε διοικητής του στρατοπέδου, με εντολή να το εξαφανίσει από προσώπου γης μαζί με τα ίχνη του μαζικού φρικτού εγκλήματος που συντελέστηκε εκεί. Οι κρατούμενοι που συμμετείχαν στις εργασίες δολοφονήθηκαν όλοι μετά το πέρας αυτών, με διαταγή του.

Κρυφτούλι, φυλάκιση... απελευθέρωση

Μετά την Τρεμπλίνκα, ο Φραντς στάλθηκε στην Ιταλία όπου συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατά των παρτιζάνων. Εκεί τον βρήκε και το τέλος του πολέμου. Ο Φραντς κατάφερε να εξαφανιστεί. Εργάστηκε ως εργάτης μέχρι το 1919 και κατόπιν ως μάγειρας στο Ντίσελντορφ μέχρι το 1959, όταν τελικά συνελήφθη.

Στο σπίτι του βρέθηκε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από την Τρεμπλίνκα με τίτλο «Ωραία Χρόνια»… Κατά τη λεγόμενη δίκη της Τρεμπλίνκα, ο Φραντς αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες. Παραδέχτηκε μόνο ότι μια φορά είχε χτυπήσει έναν κρατούμενο.

Το 1965 καταδικάστηκε σε ισόβια. Απελευθερώθηκε για λόγους υγείας το 1993 και πέθανε στο Βούπερταλ το 1998. Ήταν ένα άθλιος που κατάφερε να ξεφύγει της δικαιοσύνης των ανθρώπων, σε σχέση με το μέγεθος του εγκλήματος στο οποίο είχε συμμετάσχει.