Η κοσμοϊστορική ναυμαχία της Σαλαμίνας! Ανάλυση, μέρος Α

-
1114
Ελληνική ταυτότητα και Δύση - Οι εγχώριοι μικρέμποροι κακοχωνεμένων ιδεών, Κώστας Λάβδας

Εμείς οι Έλληνες θεωρούμε – και δικαίως – ότι η Ναυμαχία της Σαλαμίνας αποτελεί ένα σταθμό στην ελληνική ιστορία. Η νίκη αυτή των Ελλήνων – όσων αντιστάθηκαν στους Πέρσες – όντως ανέκοψε την προέλαση του Ξέρξη και τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για κατάληψη ολόκληρης της ελληνικής χερσονήσου. Πέρα όμως από τη σπουδαιότητά της στην ιστορική εξέλιξη των Ελλήνων, αποτελεί ταυτόχρονα και μια από πιο σημαντικές μάχες στην παγκόσμια ιστορία και ιδιαίτερα στη ναυτική. Είναι η πρώτη φορά που μια πολεμική σύγκρουση με πλοία – μια ναυμαχία με άλλα λόγια – έχει τέτοια επίδραση στην ιστορική εξέλιξη. Έως τότε – και για πολλά χρόνια αργότερα – είχαμε μεγάλες και αποφασιστικές συγκρούσεις αλλά μόνον στην στεριά. Με την Σαλαμίνα όμως ο παράγων «πλοίο» γίνεται καθοριστικός.

ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΝΤΑΛΟΥΜΗ

Βεβαίως υπήρξαν και άλλες ναυμαχίες που έπαιξαν μεγάλο ρόλο κατά τις ελληνο-περσικές συγκρούσεις της κλασσικής εποχής. Άκρως ενδεικτική είναι η περίπτωση της διπλής μάχης – σε στεριά και θάλασσα – στην Μυκάλη, με την οποία άλλαξαν πολλά πράγματα για τις ελληνικές πόλεις στα Μικρασιατικά παράλια και οι σχέσεις των Ελλήνων με τους Πέρσες μπήκαν σε άλλο πλαίσιο. Όμως την καθοριστική σημασία που είχε η Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ελάχιστες μάχες ή ναυμαχίες έχουν. Βεβαίως για μας τους Έλληνες το φαινόμενο της περίπτωσης η μοίρα μας να ορίζεται από μια ναυμαχία έχει επαναληφθεί. Η Ελλάδα απέκτησε κρατική υπόσταση χάρη στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Κάτι που μάλλον «διαφεύγει» σε πολλούς από μας…

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, μόνο …παράξενο δε μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο που ασχολείται με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το όντως περίεργο είναι το ότι δεν έχει ξεκαθαριστεί τι ακριβώς έγινε τον Σεπτέμβριο του 480 πΧ στο στενό της Σαλαμίνας. Ναι, όλοι γνωρίζουμε ότι νίκησαν οι Έλληνες και ότι σταματήσαμε την περσική προέλαση! Πόσοι όμως γνωρίζουμε πώς επετεύχθη αυτό με κάποια ακρίβεια; Μάλλον ελάχιστοι. Ελαχιστότατοι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς… Έτσι βλέπουμε να «κυκλοφορούν» απόψεις για τον τρόπο διεξαγωγής – και όχι μόνον – της Ναυμαχίας, που έχουν μικρή σχέση με την πραγματικότητα. Βεβαίως έχουν υπάρξει και «φωνές» που περιγράφουν απολύτως ορθά τα γεγονότα. Όμως – δυστυχώς – δεν είναι αυτές που αποτελούν την «επικρατούσα άποψη». Κι ας είναι πλήρως θεμελιωμένες.
Θέλουμε να ελπίζουμε ότι και το παρόν κείμενο θα βοηθήσει να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα περί τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και να αρχίσει – επιτέλους – η εξιστόρησή της να γίνεται ορθά.

Οι πηγές

Το σοβαρότερο ζήτημα που έχει να αντιμετωπίσει αυτός που θα θελήσει να ασχοληθεί με τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, σαφέστατα και είναι αυτό των πηγών. Που θα βρει δηλαδή τις σχετικές με αυτήν πληροφορίες. Και μιλάμε βεβαίως για τις αρχαίες πηγές. Για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας λοιπόν έχουν γράψει κατά χρονολογική σειρά: Ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος, ο Κτησίας ο Κνίδιος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Cornelius Nepos και ο Πλούταρχος. Δυστυχώς ο Θουκυδίδης στην «Ξυγγραφήν» του δεν αφιερώνει στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας παρά μόνον λίγες γραμμές. Έτσι λοιπόν θα πρέπει να ανιχνεύσουμε τα γεγονότα σε όλους όσους προαναφέραμε. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ας τα δούμε αναλυτικά για τον καθένα.

Ο Αισχύλος δεν έγραψε βεβαίως ιστορία. Τραγικός ποιητής ήταν – ο πρώτος μεγάλος – και αυτό που τον ενδιέφερε ήταν το θυμικό των θεατών των έργων του. Δεν ήταν ιστορικός ώστε να έχει ως πρωταρχικό σκοπό την ιστορική ακρίβεια των περιγραφών των. Βεβαίως ο Αισχύλος έχει το μοναδικό προσόν να έχει πολεμήσει στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας κι επομένως να είδε τα γεγονότα με τα ίδια του τα μάτια. Έτσι λοιπόν αυτά που αναφέρει στο έργο του «Πέρσαι» δεν είναι απλώς όσα άκουσε ή του διηγήθηκαν. Είναι βιώματά του. Και το σημαντικότερο; Ο Αισχύλος πρωτοπαρουσίασε το έργο του – στην Αθήνα φυσικά – το 472 πΧ δηλαδή μόλις οχτώ χρόνια μετά τη Ναυμαχία. Μέρος μια τετραλογίας της οποίας – αξίζει να σημειωθεί – χορηγός ήταν ο Περικλής!

Οι «Πέρσαι» είναι το παλαιότερο σωζόμενο έργο του και το μοναδικό με ιστορικό κι όχι μυθολογικό υπόβαθρο. Η περιγραφή της Ναυμαχίας είναι άκρως γλαφυρή – είπαμε με θεατρικό έργο έχουμε να κάνουμε – χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει ότι υπολείπεται σε ακρίβεια. Δε θα μπορούσε άλλωστε! Απευθυνόταν σε ανθρώπους που είχαν πάρει μέρος στη Ναυμαχία και γνώριζαν εξίσου καλά με αυτόν τα γεγονότα. Δεν ήταν δυνατόν επομένως να χρησιμοποιεί περιγραφές που αλλοίωναν την υφή των γεγονότων. Στο κάτω–κάτω της γραφής να αναδείξει τις πράξεις των Αθηναίων – και του ίδιου φυσικά – επιζητούσε κι όχι να πλάσει μύθους. Συμπέρασμα; Ο Αισχύλος είναι οπωσδήποτε αξιόπιστος στην περιγραφή της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. «Μειονέκτημά» του οι ποιητικές του εκφράσεις. Όμως με τίποτα δε μπορεί να θεωρηθεί ως αναληθής.

Το μεγάλο βάρος βεβαίως πέφτει στον Ηρόδοτο, ο οποίος μπορεί μεν να θεωρείται ως ο πατέρας της Ιστορίας, σίγουρα όμως δεν φτάνει στο επίπεδο του Θουκυδίδη. Το έργο του – που στην Ελληνιστική περίοδο ονομάστηκε «Ιστορίαι» και χωρίστηκε σε εννέα βιβλία, με το όνομα μιας Μούσας το καθένα – γράφτηκε κι έγινε γνωστό την εποχή που ο Ηρόδοτος ζούσε στην Αθήνα ήτοι περί το 445 πΧ. Αναφέρεται ότι διάβασε δημόσια κάποια αποσπάσματα του έργου του, που ενθουσίασαν τους Αθηναίους, οι οποίοι του δώρισαν δέκα τάλαντα. Αν και το ποσό είναι εξαιρετικά υψηλό εντούτοις δείχνει ότι μπορεί μεν ο Ηρόδοτος να γράφει αρεστά προς τους Αθηναίους, σίγουρα όμως δεν ήταν δυνατόν να λέει σημαντικές ανακρίβειες και πολύ περισσότερο ψέματα. Να μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη ζούσαν ακόμα Σαλαμινομάχοι και κάτι τέτοιο δεν θα είχε περάσει «αβρόχοις ποσί» στην δημοκρατική Αθήνα. Το ότι σαφώς και δεν φαίνεται να είχε καλές γνώσεις της στρατιωτικής τακτικής, το ότι πολλές φορές είναι ανακριβής ως προς τα χρονολογικά δεδομένα ή ότι είναι αόριστος στις περιγραφές του, είναι βεβαίως αρνητικά στοιχεία. Όμως το όγδοο βιβλίο των «Ιστοριών», η «Ουρανία», αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή που έχουμε για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Ο Κτησίας ο Κνίδιος (τέλη 5ου–αρχές 4ου πΧ αιώνα) έζησε την περισσότερη ζωή του στην περσική Αυλή. Στο έργο του «Περσικά» αναφέρεται στους Περσικούς πολέμους και βεβαίως στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Βασίζονται κυρίως σε περσικές πηγές και θα μπορούσαν να αποτελέσουν το «αντίπαλο δέος» των «Ιστοριών» του Ηροδότου. Έτσι ακριβώς τα χρησιμοποίησαν και κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς. Το κακό είναι ότι από το έργο του Κτησία σώζονται ελάχιστα «σπαράγματα» και κάποιες «περιλήψεις» του, από άλλους συγγραφείς. Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτά που σώζονται σαφώς και έρχονται σε αντίθεση με αρχαιολογικά ευρήματα. Τελικά ο Κτησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάποια ακριβής πηγή.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (περί το 90 πΧ–περί το 20 πΧ) είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. Δυστυχώς δεν έχουμε παρά «επιτομές» και αποσπάσματα του έργου του. Ήταν οπωσδήποτε ογκώδες και είχε βασιστεί – τουλάχιστον στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει – σε έργα αρχαιοτέρων όπως πχ του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη. Δυστυχώς δεν φτάνει σε τίποτα αυτόν τον τελευταίο έτσι και οι αναφορές στον Διόδωρο δε μπορούν παρά να είναι περιορισμένες.
Σύγχρονος του Διόδωρου ήταν και ο Cornelius Nepos ή Κορνήλιος Νέπως κατά τους εξελληνιστές των πάντων. Ο Ρωμαίος αυτός ιστορικός – και κυρίως βιογράφος – δεν σκόπευε τόσο στην ιστορική ακρίβεια όσο στην ευχάριστη και άνετη ανάγνωση των έργων του. Αναφέρεται στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας στους βίους του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη. Σίγουρα πάντως δε μπορεί να συμπεριληφθεί στις αξιόπιστες πηγές.

Και φτάνουμε στον Πλούταρχο (45–120 μΧ). Οι κύριες αναφορές του στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας γίνονται στον βίο του Θεμιστοκλή. Το μειονέκτημα του Πλούταρχου είναι ότι έχοντας ζήσει σχεδόν 550 με 600 χρόνια μετά τα γεγονότα, χρησιμοποιεί κάποιες αρχαίες πηγές, τις οποίες αγνοούμε εντελώς. Σαφώς πάντως μία από τις βάσεις της αφήγησής του είναι ο Ηρόδοτος. Γενικά ο Πλούταρχος – για την περίπτωση της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας – κατατάσσεται στις σχετικά αξιόπιστες πηγές.

Ο χρόνος

Ένα από τα μάλλον σημαντικά στοιχεία της εξιστόρησης της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας είναι και η ημερομηνία που αυτή έγινε. Η αιτία δεν είναι άλλη από το εάν οι Πέρσες μπήκαν το βράδυ στο Στενό της Σαλαμίνας. Ο Ηρόδοτος (Ουρανία Η΄ 65) αναφέρει ότι ο Αθηναίος Δίκαιος του Θεοκύδη και ο Λακεδαιμόνιος Δημάρατος, που ήσαν με τον Ξέρξη, είδαν – την παραμονή της Ναυμαχίας – στο Θριάσιο ήτοι στην πεδιάδα της Ελευσίνας, «κονιορτόν χωρέοντα = σύννεφο από σκόνη να μετακινείται» και «οι φαίνεσθαι την φωνήν είναι το μυστικόν ίακχον = άκουσαν μια φωνή και πως τους φάνηκε ότι αυτή αποτελούσε ύμνο μυστών του Ίακχου». Τέτοιες πομπές γίνονταν στην αρχαία Αθήνα από τους μυημένους στα Ελευσίνια μυστήρια, οι οποίοι πήγαιναν στην Ελευσίνα μεταφέροντας ένα ξόανο του Ίακχου, κραυγάζοντας διάφορους ύμνους. Αυτό γινόταν στις 19 Βοηδρομιώνα. Επομένως η Ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε στις 20 εκείνου του μήνα.

Είναι υπολογισμένο και απόλυτα ελεγμένο ότι η 20η ημέρα του Βοηδρομιώνα αντιστοιχεί στην 22α του δικού μας Σεπτεμβρίου. Ο Ηρόδοτος βεβαίως δεν μας λέει σε ποιο σημείο βρίσκονταν ο Δίκαιος και ο Δημάρατος απ’ όπου είδαν και άκουσαν τα σχετικά με τον Ίακχο. Γιατί όμως να αναφερθεί σε ένα εντελώς φανταστικό γεγονός, του οποίου η μοναδική επίδραση στην εξιστόρηση των γεγονότων έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της Ναυμαχίας; Επομένως δεν έχουμε κάποιο λόγο να μην δεχόμαστε αυτό που ισχυρίζεται ο Ηρόδοτος. Πιθανώς να το έβαλε θέλοντας να δείξει ότι η «θεία βούληση» ήταν με τους Έλληνες.

Μια άλλη ασφαλή ημερομηνία έχουμε από μία έκλειψη ηλίου που έγινε εκείνες τις ημέρες και αναφέρει ο Ηρόδοτος (Καλλιόπη Θ΄ 10) «ο ήλιος αμαυρώθη εν τω ουρανώ = ο ήλιος σκοτείνιασε στον ουρανό». Αυτήν την ημέρα θυσίαζε στον Ισθμό της Κορίνθου ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεόμβροτος, ο οποίος πανικοβλήθηκε, έκρινε ότι οι θεοί δεν τον βοηθούσαν και πήρε τις δυνάμεις του και τράβηξε για την Σπάρτη, αντί να πάει προς την Αττική για να συγκρουστεί με τους Πέρσες. Το ίδιο φαινόμενο είχε αντίστοιχη επίδραση και στον Ξέρξη, ο οποίος την ίδια ακριβώς ημέρα άρχισε να αποχωρεί από την Αττική. Είναι απολύτως εξακριβωμένο και επακριβώς υπολογισμένο – οι συγκεκριμένοι αστρονομικοί υπολογισμοί δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση – ότι η εν λόγω έκλειψη έγινε στην ημερομηνία που με το σημερινό ημερολόγιο προσδιορίζεται ως η 2α Οκτωβρίου του 480 πΧ.

Σύμφωνα επομένως με όλους τους υπολογισμούς η Ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε μεταξύ της 22ας Σεπτεμβρίου και της 2ας Οκτωβρίου του 480 πΧ. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ημερομηνία τέλεσης της Ναυμαχίας είναι η 27η ή 28η Σεπτεμβρίου. Έτσι όμως αφενός «διαγράφουν» τον Ηροδοτο και αφετέρου θεωρούν ότι όλο αυτό το – τεράστιο σε μέγεθος ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα – περσικό στράτευμα μπορούσε να ετοιμαστεί για την μακρινή πορεία της επιστροφής μέσα σε μόλις τρεις ή τέσσερις ημέρες. Το επιχείρημα αυτό απορρίπτεται αμέσως ακόμα και από αυτούς που έχουν ελάχιστες γνώσεις διοικητικής μέριμνας. Δεν υπολογίζουν πόσα συμβούλια θα χρειάστηκαν να γίνουν με τον Ξέρξη αλλά και μεταξύ των επιτελών του, για να αποφασιστεί:

1. Ότι η ήττα στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν καθοριστική στην έκβαση της εκστρατείας. Μην ξεχνάμε ότι οι χερσαίες δυνάμεις του Πέρση βασιλιά, ήσαν αλώβητες.

2. Σίγουρα τρεις με τέσσερις ημέρες δεν επαρκούν για να μαζευτούν, να συσκευαστούν τα υλικά στρατωνισμού κλπ ενός τέτοιου αριθμού στρατιωτών. Αντιθέτως οι δέκα ημέρες – από τις 22 Σεπτεμβρίου – είναι επαρκής χρόνος για όλα αυτά.

Ο χώρος

Ένας άλλος – εξίσου σημαντικός – παράγοντας που παραβλέπεται είναι και αυτός του χώρου όπου έγινε η Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Πολλοί – σαφώς οι περισσότεροι – θεωρούν ως δεδομένο ότι η διαμόρφωση του Στενού της Σαλαμίνας είναι η ίδια με την σημερινή. Ή – το συνηθέστερο – δεν τον λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους. Εδώ να σημειώσουμε ότι εννοούμε την φυσική διαμόρφωση της ακτής κι όχι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία 50 χρόνια με τα έργα επέκτασης των λιμενικών εγκαταστάσεων, που έχουν γίνει κυρίως από την πλευρά του Κερατσινίου και του Περάματος. Αρκεί όμως λίγο ψάξιμο για να διαπιστωθεί πόσο λάθος είναι αυτή η άποψη.

Ο Φωκίων Νέγρης (31.03.1846–15.01.1928) πολύ πριν γίνει δρόμος στην Κυψέλη της Αθήνας, ήταν σημαντικός μεταλλειολόγος, γεωλόγος και πολιτικός, ενώ υπήρξε και ο πρώτος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Την περίοδο 1903–1912 κατέδειξε ότι η στάθμη της θάλασσας την περίοδο των Μηδικών Πολέμων ήταν 3,40 μέτρα πιο κάτω από την σημερινή. Πιθανώς κάποιοι να αμφισβητήσουν την άποψη του Νέγρη. Όμως την επιβεβαίωσή του μπορεί να την δει όποιος θελήσει να επισκεφθεί το λιμάνι της Ζέας – Πασαλιμάνι για του Πειραιώτες – σήμερα. Εκεί θα δει τα σωζόμενα υπολείμματα των νεώσοικων που είχαν λαξευτεί στον βράχο και σήμερα βρίσκονται μέσα στην θάλασσα. Πράγμα που δείχνει ότι όταν κατασκευάστηκαν το επίπεδο της θάλασσας βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο από το σημερινό.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μα το ότι το Στενό της Σαλαμίνας ήταν πιο …στενό από το σημερινό. Ή αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς, πιο στενό από αυτό που υπήρχε πριν από τα έργα που έχουν γίνει τα τελευταία 50 χρόνια. Έτσι επαληθεύεται και ο Στράβων, που αναφέρει ότι το πλάτος του πορθμού μεταξύ της νησίδας του Αγίου Γεωργίου, που από το 1982 ενώθηκε με επιχωματώσεις με την Σαλαμίνα, και της απέναντι ακτής του Περάματος – του «στρατιωτικού Περάματος» όπως αποκαλείται – ήταν 2 στάδια ήτοι 370 μέτρα (Στράβων ΙΧ, Ι,13: …ο εις Σαλαμίνα πορθμός όσον διστάδιος).

Ένα άλλο σημείο που έχει δημιουργηθεί σύγχυση ως προς τα γεωγραφικά σημεία της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας είναι η αναφορά του Ηρόδοτου (Ουρανία Η΄76) «…ανήγον δε οι αμφί την Κέον τε και την Κυνοσούραν τεραγμένοι, = όσοι βρίσκονταν παραταγμένοι γύρω από την Κέο και την Κυνοσούρα). Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το ποια είναι ή ήταν, αυτή η «Κέος». Δεν χρειάζεται να αρχίσουμε τις υποθέσεις και να δημιουργούμε ή να ακολουθούμε διάφορες θεωρίες. Η απλούστερη – και πλέον θεμελιωμένη λογικά – είναι αυτή που θέλει την Κέο να είναι μια νησίδα, κοντά στη νότια πλευρά του Όρμου του Κερατσινίου, που στην σύγχρονη εποχή – λόγω της ανύψωσης της στάθμης της θάλασσας – δεν ήταν παρά ένας σκόπελος κι εδώ και χρόνια δεν υφίσταται καθώς έχει ενσωματωθεί στα λιμενικά έργα που έχουν γίνει στο λιμάνι του Κερατσινίου. Για την Κυνοσούρα βεβαίως δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι πρόκειται για την ομώνυμη – και σήμερα – μικρή βραχώδη χερσόνησο της Σαλαμίνας.

Σημαντικό σημείο της όλης ιστορίας μας, είναι και το πού βρισκόταν ο θρόνος του Ξέρξη. Αυτό βέβαια που δεν μπορούμε καν να λάβουμε υπόψη μας είναι η κορυφή του όρους Αιγάλεω, που ναι μεν ονομάζεται «Θρόνος του Ξέρξη» ακόμη και σήμερα, όμως είναι αδύνατο να παρακολούθησε από εκεί πάνω τη ναυμαχία ο Πέρσης βασιλιάς. Είναι τέτοια η απόσταση ώστε ακόμη και σήμερα είναι πολύ δύσκολο να δει κάποιος τι γίνεται στην θαλάσσια περιοχή που μας ενδιαφέρει. Πόσο μάλλον εκείνη την εποχή που δεν υπήρχαν κιάλια… Και αφήνουμε κατά μέρος το ότι η διαμόρφωση του βουνού δεν επιτρέπει την ορατότητα κοντά στην ακτή του Κερατσινίου.

Ο Αισχύλος (Πέρσαι 466-467) αναφέρει: «έδραν γαρ είχε παντός ευαγή στρατού, υψηλόν όχθον άγχι πελαγίας αλός. = γιατί είχε πάρει θέση πάνω σε λόφο υψηλό κοντά στο περιγιάλι, έχοντας θέα καθαρή σε όλο το στρατό του.». Και δεν έχουμε κανέναν απολύτως λόγο να αμφισβητήσουμε τα λεγόμενα του Αισχύλου και να τα θεωρήσουμε ως «ποιητικές εκφράσεις», που έρχονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα. Άλλωστε ο Ηρόδοτος (Ουρανία Η΄ 90) γράφει: «των τινες Φοινίκων, των αι νέες διεφθάρετο, ελθόντες παρά βασιλέα διέβαλλον τους Ίωνας, = κάποιοι από τους Φοίνικες, των οποίων τα πλοία είχαν καταστραφεί, παρουσιάστηκαν ενώπιον του βασιλιά και συκοφαντούσαν τους Ίωνες». Αν όμως ο θρόνος του Ξέρξη ήταν στην κορυφή το Αιγάλεω, οι Φοίνικες θα χρειάζονταν πολλές ώρες ανάβασης μέχρι να φτάσουν εκεί. Η ναυμαχία θα είχε λήξει και το επιχείρημά τους θα ήταν άνευ αντικειμένου.

Ο Κτησίας και ο Πλούταρχος θέλουν τον θρόνο του Ξέρξη να είναι σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Ηράκλειο. Κατ’ αρχήν να πούμε ότι η ονομασία της εν λόγω τοποθεσίας θα πρέπει να είναι νεότερη της εποχής του Αισχύλου και του Ηρόδοτου. Και ο λόγος είναι μάλλον απλός. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι «δεν έβγαινε μετρικά» στον Αισχύλο, ο Ηρόδοτος δεν είχε κανένα λόγο να μην την αναφέρει με το όνομά της. Όπως και να ‘χει πάντως το πράγμα ένα ασφαλές συμπέρασμα που μπορούμε να καταλήξουμε είναι ότι ο θρόνος το Ξέρξη κατά πάσα πιθανότητα βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι. Στα διάφορα έργα που έχουν γίνει εκεί έχουν βρεθεί υπολείμματα από αρχαία κτίσματα, τα οποία βεβαίως δεν επαληθεύουν ότι προέρχονται από το Ηράκλειο. Όμως η θέση της εκκλησίας είναι σε τέτοιο σημείο που ταιριάζει απόλυτα με τα όσα λένε τόσο ο Αισχύλος όσο και ο Ηρόδοτος. Και κοντά στην ακτή είναι και έχει ανεμπόδιστη θέα προς την θάλασσα. Τώρα βέβαια, αυτό το «ανεμπόδιστη» ίσχυε έως πριν καμιά 50ριά χρόνια, γιατί με τις πολυκατοικίες…

Οι δυνάμεις των αντιπάλων

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες. Αυτό είναι η γενική αρχή. Πέρα όμως από το ερώτημα για το πόσοι ήσαν από την κάθε πλευρά, υπάρχει κι ένα άλλο – εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο – ποιοι ήσαν οι Έλληνες που πήραν μέρος σ’ αυτήν την σύγκρουση με την πλευρά των Ελλήνων και από ποιους απαρτίζονταν ο στόλος των Περσών;

Ας ξεκινήσουμε με τους Έλληνες. Ο Θουκυδίδης – στον οποίο βεβαίως και δεν μπορούμε να μην ανατρέχουμε, έστω και στις ελάχιστες αναφορές του – στο 1, 74 γράφει: «ναυς μεν γε ες τας τετρακοσίας…= γιατί από τα τετρακόσια πλοία…» . Ο Αισχύλος (Πέρσαι 338-339) μας λέει: «και γαρ Έλλησιν μεν ην ο πας αριθμός ες τριακάδας ναών, = γιατί τριακόσια δέκα ήσαν όλα κι όλα τα ελληνικά πλοία,». Και φτάνουμε στον Ηρόδοτο (Ουρανία Η΄ 82) που αναφέρει: «εξεπληρούτο το ναυτικόν τοίσι Έλλησι ες τας ογδώκοντα και τριηκοσίας νέας = συμπλήρωνε το ναυτικό των Ελλήνων τα τριακόσια ογδόντα πλοία». Ο Κτισίας πάλι κάνει λόγο για 700 πλοία ενώ ο Cornelius Nepos για 200. Και ο μεν αριθμός του πρώτου απορρίπτεται ως υπερβολικός. Ήταν αδύνατον οι Έλληνες να διαθέτουν τόσα πολλά πλοία. Ο δε αριθμός που αναφέρει ο δεύτερος, είναι πάρα πολύ μικρός και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον αριθμό των περσικών πλοίων.

Εκτός βέβαια κι αν μπερδεύτηκε και αναφέρεται στον αριθμό μόνον των αθηναϊκών πλοίων. Αλλά αυτό είναι μια υπόθεση που δε μπορεί να στηριχτεί πουθενά. Τελικά ο αριθμός που γίνεται αποδεκτός από τους περισσότερους, είναι τα 380 πλοία που θέλει ο Ηρόδοτος. Όμως και αυτός ο αριθμός έχει τα προβλήματά του… Γιατί καλά όσα αναφέραμε πιο πάνω. Ο ίδιος όμως (Ουρανία Η΄ 42-48) όταν γράφει αναλυτικά για την κατανομή αυτών των πλοίων σύμφωνα με την πόλη από την οποία προέρχονταν, τα βγάζει λιγότερα! Για την ακρίβεια κάνει λόγο για 366 τριήρεις και 5 πεντηκόντορους ήτοι συνολικά 371 πλοία. Βέβαια η διαφορά των 9 πλοίων είναι πολύ μικρή και σαφώς δεν αλλοιώνει το μέγεθος του στόλου των Ελλήνων, σίγουρα όμως υφίσταται και θα πρέπει να επισημανθεί; Αλλά καλύτερα να δούμε τη συνεισφορά κάθε πόλης αναλυτικά. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Τριήρεις ανά πόλη

Αθήνα 180
Κόρινθος 40
Αίγινα 30
Μέγαρα 20
Χαλκίδα 20
Σπάρτη 16
Σικυώνα 15
Επίδαυρος 10
Αμβρακία 7
Ερέτρια 7
Τροιζήνα 5
Νάξος 4
Ερμιόνη 3
Λευκάδα 3
Κέα 2
Στύρα 2
Κύθνος 1
Κρότωνας 1
ΣΥΝΟΛΟ 366

Πεντηκόντοροι ανά πόλη

Μήλος 2
Κύθνος 1
Σέριφος 1
Σίφνος 1

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ΠΛΟΙΩΝ 371

Στα παραπάνω πλοία θα πρέπει να προστεθεί ένα ακόμη, που μάλλον «χρήζει ειδικής μνείας». Πρόκειται για την τριήρη του Παναίτιου από την Τήνο, που δραπέτευσε από την περσική παράταξη και ενώθηκε με τον στόλο των Ελλήνων. Προφανέστατα το πλήρωμά της είχε σκοτώσει ή πετάξει στην θάλασσα τους Πέρσες «επιβάτες», που εκτός των άλλων είχαν ως αποστολή να επιτηρούν τα πληρώματα των ελληνικής προέλευσης πλοίων του περσικού στόλου.

Αυτό που επίσης αξίζει να επισημανθεί είναι ότι στον ελληνικό στόλο συμμετείχε και μία τριήρης από το Κρότωνα. Με άλλα λόγια οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας ή αν προτιμάτε, οι Έλληνες άποικοι της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας, είχαν αντιληφθεί την τεράστια σημασία που είχε η ελληνική αντίσταση στην περσική εισβολή. Βέβαια το ένα πλοίο ουσιαστικά έχει συμβολική και μόνον σημασία. Δε θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι την ίδια περίοδο οι ελληνικές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας δέχονταν επίθεση από τους Καρχηδόνιους. Σύμφωνα δε με τον Ηρόδοτο και τον Αριστοτέλη, η αποφασιστική μάχη της Ιμέρας – ανάμεσα στους Έλληνες των Συρακουσών και του Ακράγαντα, υπό την ηγεσία του Γέλωνα, και τους Καρχηδόνιους – δόθηκε την ίδια μέρα με τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Επομένως δεν ήταν δυνατόν – και φυσικά εντελώς παράλογο – να αφήσουν τις πόλεις τους που κινδύνευαν και να έλθουν να πολεμήσουν στην Σαλαμίνα και στην Ελλάδα γενικότερα. Όσο για τις διάφορες θεωρίες ως προς το γιατί δεν ήλθαν κι άλλες δυνάμεις από την Μεγάλη Ελλάδα ή την «συμμαχία» μεταξύ Περσών και Καρχηδονίων, το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι ανάγονται στην σφαίρα της συνωμοσιολογίας.

Και περνάμε στον περσικό στόλο, ο οποίος μόνο περσικά πλοία δεν είχε! Πράγμα απολύτως φυσικό αφού οι Πέρσες δεν είχαν σχέση με την θάλασσα. Αλλά αν για τους Έλληνες έχουμε κάποιες διαφορές ως προς τον αριθμό των πλοίων, για τον στόλο των Περσών έχουμε «μαύρα μεσάνυχτα». Ο Ηρόδοτος (Πολύμνια Ζ΄ 184) αναφέρει: «τον μεν εκ των νεών των εκ της Ασίης, εουσέων επτά και διηκοσιέων και χιλιέων = τα πλοία που ήλθαν από την Ασία, ήσαν χίλια διακόσια εφτά». Ο Αισχύλος (Πέρσαι 341-343) μας λέει: «Ξέρξη δε, και γαρ οίσθα, χιλίας μεν ην ων ήγε πλήθος, αι δ’ υπέρκοποι τάχει εκατόν δις ήσαν επτά = ο Ξέρξης, όπως βέβαια ξέρεις, χίλια πλοία οδηγούσε, κι άλλα διακόσια επτά ταχύπλοα». Να επισημάνουμε ότι τα 1207 πλοία του Ηρόδοτου είναι πριν τις Θερμοπύλες και την Σηπιάδα. Ο ίδιος πάντως (Ουρανία Η΄66) μιλά για αναπλήρωση των περσικών απωλειών, με πλοία από την Κάρυστο, την Άνδρο και την Τήνο. Οι περισσότεροι πάντως που έχουν ασχοληθεί με την εξιστόρηση της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας συγκλίνουν προς αυτόν τον αριθμό. Ως προς την προέλευση των πλοίων του περσικού στόλου οι περισσότεροι συγγραφείς αποδέχονται την εξής:

Φοίνικες 300
Αιγύπτιοι 200
Κίλικες 100
Λύκιοι 50
Ίωνες 100
Κάρες 70
Νησιώτες 237

ΣΥΝΟΛΟ 1057

Βεβαίως υπολείπονται κατά 150 των όσων αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Όμως – όπως επίσης προείπαμε – δεν υπάρχει καμία ασφαλής πηγή. Άλλωστε σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς, στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας μπορούσαν να μετέχουν από την πλευρά των Περσών – με διάφορους τρόπους – το πολύ 1000 πλοία.

(Τέλος Α΄ μέρους. Συνεχίζεται)

Η δημοσιογραφία για να είναι αδέσμευτη-ανεξάρτητη πρέπει να χρηματοδοτείται κυρίως από τους αναγνώστες. Πρόκειται για κανόνα αποδεδειγμένης ισχύος. Εάν πιστεύετε ότι το SLpress.gr προσφέρει κάτι ξεχωριστό, ότι αξίζει να επιβιώσει και να βελτιωθεί, ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ το.