Η μάχη του Έβρου: Η αρχή του τέλους του Ισπανικού Εμφυλίου

Παντελής Καρύκας
930

Μετά την απόκρουση της δημοκρατικής επίθεσης στην Τερουέλ, τον χειμώνα του 1938-39, οι εθνικιστές αποφάσισαν ότι ήταν η σειρά τους να επιτεθούν. Στις 9 Μαρτίου οι εθνικιστές εξαπέλυσαν την επίθεση τους. Στόχος ήταν η κατάληψη της Αραγωνίας και το κόψιμο στα δύο της δημοκρατικής επικράτειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δημοκρατικοί είχαν πληροφορίες για την επικείμενη επίθεση των εθνικιστών, τις οποίες όμως αγνόησαν.

Ξαφνικά όμως οι ψευδαισθήσεις τους κατέρρευσαν. Ο Φράνκο έριξε στην επίθεση το Μαροκινό Σώμα Στρατού, το Ιταλικό Σώμα Στρατού, το Σώμα Στρατού της Γαλικίας, δυνάμεις εθελοντών της Ναβάρας και τη Μεραρχία Ιππικού του. Οι σχηματισμοί αυτοί διέλυσαν εκ τα θεμέλιων το δημοκρατικό μέτωπο με την πρώτη επίθεση τους.

Οι επιθέσεις των εθνικιστών συνεχίστηκαν ως τις 25 Ιουλίου. Στο διάστημα αυτό κατέλαβαν όλα τα ελεγχόμενα από τη δημοκρατία εδάφη, τα ευρισκόμενα δυτικά του ποταμού Έβρου και του παραποτάμου του Σέγκρε.

Όλοι ήταν βέβαιοι πως η δημοκρατία ζούσε τις τελευταίες της στιγμές. Στις 15 Μαρτίου 1938 βέβαια η γαλλική κυβέρνηση είχε και πάλι επιτρέψει τη διέλευση σοβιετικού πολεμικού υλικού μέσω τους εδάφους της προς τη δημοκρατική Ισπανία.

Με τα όπλα αυτά ο δημοκρατικός στρατός επανεξοπλίστηκε σε κάποιο βαθμό και αναδιοργανώθηκε μετά την συμφορά της Αραγωνίας. Ο αναδιοργανωμένος δημοκρατικός στρατός αποτελούσε το ύστατο στήριγμα της δημοκρατίας. Δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να κατασπαταλήσει την περιορισμένη έτσι και αλλιώς ισχύ του σε μαζικές επιθέσεις.

Η απολύτως λανθασμένη απόφαση

Η μόνη ελπίδα των δημοκρατικών ήταν απλώς να κρατήσουν όσο μπορούσαν περισσότερο αναμένοντας τις ραγδαίες εξελίξεις στην Ευρώπη. Ο στρατός της δημοκρατίας δεν ήταν πλέον αναλώσιμος.

Στις αρχές του καλοκαιριού η Γαλλία έκλεισε και πάλι τα σύνορα της με τη δημοκρατική Ισπανία, πιεζόμενη από τη Βρετανία. Αυτός θα έπρεπε να είναι ένας ακόμα λόγος για τους ηγέτες της δημοκρατίας, για τον οποίον δεν θα έπρεπε ούτε καν να διανοηθούν να εκτοξεύσουν επίθεση.

Αν ο στρατός τους έχανε το υλικό του δεν θα μπορούσε να το αναπληρώσει. Ακόμα και εάν έβρισκε νέους «οσιομάρτυρες» στρατιώτες πρόθυμους να θυσιαστούν για μια χαμένη υπόθεση, η δημοκρατία δεν θα μπορούσε από πουθενά πια να προμηθευτεί όπλα για τους εξοπλίσει.

Παρόλα αυτά και πέρα από κάθε στρατιωτική λογική η δημοκρατία αποφάσισε να αυτοκτονήσει πολεμώντας. Θα επιχειρούσε νέα επίθεση.

Η απόφαση ελήφθη από τον πρωθυπουργό Νεγκρίν και από τους κομμουνιστές με το σκεπτικό ότι έτσι «τα φώτα της δημοσιότητας θα έπεφταν και πάλι στη μαχόμενη δημοκρατική Ισπανία, μέσω μιας άκρως ηρωικής επίθεσης». Φυσικά επρόκειτο για ψευδαίσθηση.

Ακόμα και αν η επίθεση είχε επιτυχία και οι απώλειες του δημοκρατικού στρατού δεν ήταν σοβαρές, πάλι δεν θα ήταν σε θέση η δημοκρατία να αμφισβητήσει την ισχύ των εθνικιστών.

Εκείνη την περίοδο η δημοκρατία δεν μπορούσε πλέον να ελπίζει σε νίκη. Ο Φράνκο είχε φτάσει να διαθέτει 700.000 άνδρες υπό τα όπλα, μαζί με τους βοηθητικούς, έναντι μόλις 250.000 ανεπαρκώς οπλισμένων και εκπαιδευμένων δημοκρατικών.

Ακόμα όμως και η σκέψη των ηγετών της δημοκρατίας να επιτεθούν για να στρέψουν τη διεθνή κοινή γνώμη στην Ισπανία δεν είχε βάση.

Από τη στιγμή που ο Χίτλερ έθεσε θέμα Τσεχοσλοβακίας η Ευρώπη ασχολείτο με αυτό, αφού από αυτό εξαρτάτο η ειρήνη στη Γηραιά Ήπειρο. Ο ισπανικός εμφύλιος, ο οποίος ήδη διαρκούσε δύο έτη, είχε πλέον κουράσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Οι δε ηγέτες των ευρωπαϊκών δημοκρατιών είχαν έτσι και αλλιώς εξαρχής εγκαταλείψει τη δημοκρατική Ισπανία, εξακολουθώντας να τηρούν ευμενή προς τον Φράνκο ουδετερότητα. Άρα η νέα επίθεση που σχεδίασαν και τελικά εκτέλεσαν οι ηγέτες της δημοκρατίας ήταν επίσης άσκοπη και καταδικασμένη σε αποτυχία.

Προετοιμασία και επίθεση

Ο δημοκρατικός στρατός, αφού κάλεσε υπό τα όπλα ακόμα και μεσήλικες, ακόμα και παιδιά 16 ετών, συγκρότησε ή ανασυγκρότησε 12 μεραρχίες. Οι περισσότερες από αυτές εντάχθηκαν στη νέα Στρατιά του Έβρου, τη διοίκηση της οποίας ανέλαβε ο Χουάν Μοντέστο.

Η στρατιά, δυνάμεως 100.000 περίπου ανδρών αποτελείτο από το 5ο, το 15ο και το 18ο Σώμα Στρατού. Το τελευταίο αποτελούσε την εφεδρεία της στρατιάς.

Το σχέδιο επίθεσης προέβλεπε αιφνιδιαστική διέλευση του ποταμού Έβρο, επί δύο κυρίων αξόνων, από το 5ο Σώμα, νοτιοανατολικός βραχίονας, και το 15ο Σώμα, βορειοδυτικός βραχίονας. Βορειότερα, στη συμβολή του Έβρο με τον ποταμό Σέγκρε, προβλεπόταν η εκδήλωση επίθεσης μιας μεραρχίας, της 42ης, με σκοπό την διάσπαση της προσοχής των εθνικιστών.

Την έφοδο της στρατιάς θα υποστήριζαν 150 στοιχεία πυροβολικού. Επίσης είχαν διατεθεί και πυροβολαρχίες αντιαεροπορικών πυροβόλων πολλές από τις οποίες όμως είχαν εφοδιαστεί με άχρηστα πυρομαχικά.

Οι διοικητές των δημοκρατικών το γνώριζαν αυτό. Δεν ενημέρωσαν όμως τους υφισταμένους τους «για να μην καταπέσει το ηθικό τους»! Από την άλλη πλευρά οι εθνικιστές φρουρούσαν τον στροφέα του Έβρο με μια μόνο μεραρχία, την 50η , υπερεκτεταμένη επί μετώπου 35 χλμ.

Το βράδυ της 24ης Ιουλίου μικρά τμήματα δημοκρατικών πέρασαν με απόλυτη μυστικότητα τον ποταμό, ακόμα και κολυμπώντας. Αφού εξουδετέρωσαν τους σκοπούς και τα πλησίον της όχθης φυλάκια εγκατέστησαν προγεφύρωμα και ανέμεναν την άφιξη του κυρίως όγκου. Άλλα τμήματα κινήθηκαν σε βάθος εντός της εχθρικής παράταξης και κατέλαβαν στρατηγικά σημεία.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Ιουλίου τα τμήματα του 5ου και του 15ου Σώματος άρχισαν να διασχίζουν, μέσω προχείρων γεφυρών, αλλά και με βάρκες, τον ποταμό. Βορειότερα και τα πρώτα στοιχεία της 42ης Μεραρχίας διέσχιζαν με τη σειρά τους τον ποταμό. Αν και αρχικά προήλασαν ευχερώς, τα στοιχεία της 42ης κατόπιν αναγκάστηκαν κακήν κακώς να οπισθοχωρήσουν, υπό την πίεση των εθνικιστών.

Στον στροφέα του Έβρο όμως οι δημοκρατικοί προέλασαν ακάθεκτοι, έχοντας συλλάβει ως τότε 4.000 εθνικιστές αιχμαλώτους. Όλα όμως άλλαξαν μπροστά από τη μικρή πόλη Γκαντένσα. Εκεί η 13η Μεραρχία του εθνικιστή στρατηγού Μπαρόν κράτησε και τα δύο δημοκρατικά σώματα στρατού για τόσο όσο χρειάστηκε ώστε ο Φράνκο να κατευθύνει κάθε διαθέσιμη εφεδρεία στον τομέα του Έβρο.

Μοιραίο τέλος

Σύντομα η επίθεση των δημοκρατικών ανεκόπη οριστικά. Αυτό που όφειλαν τώρα να πράξουν οι ηγέτες του δημοκρατικού στρατού ήταν να υποχωρήσουν πίσω από την ανατολική όχθη του ποταμού, διατηρώντας το δυνατόν ανέπαφες τις νικηφόρες, έως τότε, και πολύτιμες δυνάμεις του.

Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Για λόγους προπαγάνδας – στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό – ο στρατός διατάχθηκε να παραμείνει στις καταληφθείσες θέσεις και να αμυνθεί επί τόπου. Επρόκειτο για τραγική απόφαση, που ουσιαστικά καταδίκαζε σε θάνατο τους γενναίους μαχητές του δημοκρατικού στρατού.

Με τον ποταμό στα νώτα τους, και λαμβανομένης υπόψη την απολύτου εχθρικής αεροπορικής υπεροχής, ήταν βέβαιο ότι οι δημοκρατικοί στρατιώτες θα κινδύνευαν με αφανισμό σε περίπτωση διάσπασης του μετώπου τους, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα αντιμετώπιζαν ανεφοδιαστικές δυσχέρειες και θα δέχονταν συντριπτικά πλήγματα από την αντίπαλη αεροπορία, εντός του περιορισμένου χώρου στον οποίο είχαν στριμωχθεί.

Οι διαταγές όμως του δημοκρατικού επιτελείου ήταν ξεκάθαρες: «ούτε ένα βήμα πίσω». Η μάχη συνεχίστηκε ως την 8η Νοεμβρίου όπου και τα τελευταία δημοκρατικά τμήματα οπισθοχωρούσαν στην ανατολική όχθη του ποταμού, κατανικημένα και καταπονημένα. Οι δημοκρατικοί είχαν και πάλι ηττηθεί και είχαν υποστεί απώλειες της τάξης των 70.000 ανδρών.

Επίσης είχαν απολέσει το σύνολο σχεδόν των βαρέων τους όπλων και των αρμάτων μάχης τους. Η αεροπορία τους επίσης είχε υποστεί τεράστια φθορά. Η κατάρρευση ήταν πλήρης και το τέλος του πολέμου δεν άργησε να έρθει ελάχιστους μήνες αργότερα.