Ήταν δικτάτορας ο Καποδίστριας;
08/01/2026
Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τη “στιγμή Ιωάννη Καποδίστρια” μέσα από τα αναλυτικά εργαλεία της χαρισματικού τύπου εξουσίας, του κόμματος στελεχών και των διαιρετικών τομών. Στο δεύτερο μέρος, θα εξετάσουμε την κατηγορία περί “δικτάτορα”.
Ένα από τα στοιχεία που επικεντρώνεται η διαπάλη γύρω από την περίοδο της “καποδιστριακής πολιτείας” είναι ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια ως “δικτάτορα”, με όλη την αρνητική ιστορική φόρτιση που εμπεριέχει ο όρος και της “καποδιστριακής πολιτείας” ως αυταρχικού ή και τυραννικού καθεστώτος. Ας σημειωθεί ότι τόσο η δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936-1941), όσο και η δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974) επιχειρούν να οικειοποιηθούν αυτή την ερμηνευτική θεώρηση της “καποδιστριακής πολιτείας”.
Πρόκειται για ανιστορικούς χαρακτηρισμούς, οι οποίοι στη βάση του πραγματικού στοιχείου της προσωρινής αναστολής του Συντάγματος της Τροιζήνας, ήδη από την αφετηρία της καποδιστριακής διοίκησης, προβάλλουν μια ιδεολογικού χαρακτήρα κριτική, υποβαθμίζοντας πλήρως τις συνθήκες της περιόδου. Ο Καποδίστριας έχοντας την παιδεία/πολιτική κουλτούρα αλλά και πλούσια εμπειρία, αντιλήφθηκε αμέσως ότι έπρεπε να υπερβεί το καθεστώς “πολυαρχίας” και της εξασθενημένης θέσης της εκτελεστικής εξουσίας, όπως είχαν θεσμοποιηθεί και στα τρία Συντάγματα της Επανάστασης (1822, 1823, 1827), προκειμένου να ολοκληρωθεί επιτυχώς η Ελληνική Επανάσταση και να συγκροτηθεί σύγχρονο κράτος
Δεν ήταν αντιδημοκρατικός, καθώς προχώρησε σε εκλογές τον Μάιο 1829 για την ανάδειξη της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, όπου οι “καποδιστριακοί” πλειοψήφησαν. Στο σημείο αυτό η διαμάχη με τους φιλελεύθερους-ολιγαρχικούς για το ζήτημα του καθολικού ή περιορισμένου εκλογικού δικαιώματος (των ανδρών), που δεν αποτέλεσε ως προς την οργάνωση της εκλογικής διαδικασίας τη μόνη αντίθεση, μπορεί να ενταχθεί ως εξαιρετικά σύντομο χρονικά αλλά δηλωτικό συμβάν της μεγάλης διαπάλης που διαπέρασε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες του 19ου αιώνα για το καθολικό εκλογικό δικαίωμα.
Μια διαπάλη που διαφοροποίησε το επαναστατικό μπλοκ της νεωτερικής εποχής, σε δημοκρατικούς και φιλελεύθερους, πολώνοντας (μαζί με το πολιτειακό και το κοινωνικό ζήτημα) και το εσωτερικό της φιλελεύθερης κομματικής οικογένειας σε ριζοσπαστική (κοινωνικός ή νέος φιλελευθερισμός) και συντηρητική πτέρυγα. Η διαπάλη αυτή δεν αποτέλεσε ιστορική εμπειρία για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, καθώς το καθολικό εκλογικό δικαίωμα (των ανδρών) ήταν ήδη κεκτημένο από την περίοδο της Επανάστασης αλλά και από την μακρά προεπαναστατική περίοδο με τον θεσμό και την οργάνωση των κοινοτήτων.
Η ριζοσπαστική-δημοκρατική γραμμή του Καποδίστρια
Στο πλαίσιο αυτό ο Καποδίστριας προχώρησε σε εκλογικό νόμο (ψήφισμα ΚΓ΄ της 4-3-1829) που καθιέρωνε έμμεση καθολική ψηφοφορία του άρρενος πληθυσμού, άνω των 25 ετών, επεκτείνοντας το εκλογικό δικαίωμα στους ετερόχθονες και ακτήμονες. Την περίοδο της κορύφωσης της διαπάλης 1830-1831, που έλαβε ακραία χαρακτηριστικά, ο Καποδίστριας και αφού είχαν ολοκληρωθεί ή έβαιναν επιτυχώς τα μείζονα ζητήματα του βαθμού της εθνικής/κρατικής ανεξαρτησίας και των συνόρων στις δοσμένες συνθήκες, προσανατολίστηκε στη ριζοσπαστική-δημοκρατική επίλυση, αποφασίζοντας:
α) Τη διανομή των εθνικών κτημάτων στους ακτήμονες – μετά από μεγάλη ταλάντευση για λόγους δημοσιονομικούς και ταξικούς/φόβος σχηματισμού μεγάλης γαιοκτησίας μέσω “αγοράς” – στοιχείο που αποτελούσε κεντρικό κοινωνικό ζήτημα και καταλάμβανε κομβική θέση στην ίδια τη θεώρηση του Καποδίστρια που ως βέλτιστη κοινωνική διαστρωμάτωση θα περιελάμβανε ως κυρίαρχες ομάδες παραγωγούς-γεωργούς, εμπόρους και βιοτέχνες στη βάση της μικρο-ιδιοκτησίας, της προστασίας της παραγωγής και του καθολικού εκλογικού δικαιώματος, στοιχεία που όξυναν την αντίθεση με τις κατεστημένες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του ελληνικού χώρου και
β) Τη συγκρότηση νέας εθνοσυνέλευσης, προκειμένου να ολοκληρωθεί και θεσμικά/συνταγματικά το νέο ελληνικό κράτος, κατανικώντας πολιτικά/εκλογικά την αντικαποδιστριακή αντιπολίτευση. Την τελευταία αυτή φάση της μετάβασης δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει λόγω της δολοφονίας του. Είναι αναλυτικά γόνιμο οι πολιτικές κινήσεις και πρακτικές του Καποδίστρια ως Κυβερνήτη να εξετάζονται στο πλαίσιο της εποχής τους και σε συγκριτική προοπτική με μια άλλη μεγάλη φιγούρα της περιόδου, τον ηγέτη των επαναστατικών κινημάτων των βόρειων περιοχών της Νότιας Αμερικής, τον Σιμόν Μπολίβαρ, για τις κινήσεις και πρακτικές του οποίου γνωρίζουμε ότι ο Καποδίστριας είχε γνώση και ενδιαφέρον.
Η Α΄ Ελληνική Δημοκρατία
Είναι συνεπώς δικαιοπολιτικά ορθό η Α΄ Ελληνική Δημοκρατία να εκτείνεται ως το 1831, εντάσσοντας την καποδιστριακή περίοδο, ως διακριτή με τον ειδικότερο χαρακτηρισμό ενδεχομένως του “δημοκρατικού καισαρισμού”, καθώς εμπεριέχει δύο βασικά στοιχεία των Δημοκρατιών. Είναι εν τοις πράγμασι αβασίλευτη και έχουν διενεργηθεί εκλογές με καθολικό εκλογικό δικαίωμα.
Η αναστολή της λειτουργίας του Συντάγματος από τον Καποδίστρια, δεν ήταν δομικού και μόνιμου χαρακτήρα, ούτε θέση αρχής, αλλά συγκυριακού χαρακτήρα αναγκαστική επιλογή, η οποία θα λάμβανε τέλος με τη νέα εθνοσυνέλευση και αφού είχε επιλυθεί η αντιμετώπιση μείζονων/ υπαρξιακής φύσεως ζητημάτων τόσο της διεθνούς, όσο και της εσωτερικής υπόστασης του κράτους και της κοινωνίας. Άλλωστε αντίστοιχες στιγμές παρατηρούνται τόσο στην Β΄ (1924-1935) όσο και στην Γ΄ (1974-σήμερα) Ελληνική Δημοκρατία.
Η “καποδιστριακή παράταξη” το 1832.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1831-1832, μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, το «καποδιστριακό κόμμα» θα προχωρήσει στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση ψηφίζοντας ένα έστω συντηρητικό σύνταγμα (το λεγόμενο “Ηγεμονικό”), καθώς προέβλεπε κληρονομικό ανώτατο άρχοντα χωρίς καθιέρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, σε συνθήκες υποχώρησης και ήττας της καποδιστριακής παράταξης, που όμως διακρινόταν την ίδια στιγμή για τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του με την λεπτομερή αναφορά και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, καθιερώνοντας μεταξύ άλλων και για πρώτη φορά στην Ελλάδα το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας. Ένα Σύνταγμα βέβαια που ουδέποτε εφαρμόστηκε, δεδομένου ότι η καποδιστριακή παράταξη ηττήθηκε στον εμφύλιο που ξέσπασε το 1832.
Η εξέλιξη της “αντικαποδιστριακής αντιπολίτευσης”.
Αντίθετα η αντικαποδιστριακή αντιπολίτευση, το φιλελεύθερο-ολιγαρχικό μπλοκ δεν προχωρά στην ψήφιση Συντάγματος στη δική του Εθνοσυνέλευση (την λεγόμενη “Δ΄ κατά συνέχειαν Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν”). Ακόμα περισσότερο οι ηγετικές ομάδες και πρόσωπα των λεγόμενων “Συνταγματικών”, αφού έχουν επικρατήσει στην εμφύλια διαμάχη απέναντι στην “καποδιστριακή παράταξη”, δεν θα θέσουν στη νέα εξουσία του Όθωνα και των Βαυαρών ζήτημα ψήφισης Συντάγματος ή σε κάθε περίπτωση δεν θα επιμείνουν και θα συμβιβαστούν, δείχνοντας ότι το θέμα της Βουλής και του Συντάγματος έτεινε να αποτελέσει ζήτημα τακτικής και όχι αρχής. πεναντίας θα αποδεχθούν το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα (1833-1843), επιδιώκοντας να ενσωματωθούν στις νέες δομές της διοίκησης. Το κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη 1843, που θα απαιτήσει Σύνταγμα, θα έχει διαφορετικές, αρχικά τουλάχιστον, αφετηρίες και κινητήριες δυνάμεις.
Οι δύο περίοδοι
Καθ’ όλη την περίοδο από το 1831 μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει πολλές αντιθετικές αναγνώσεις και θεωρήσεις για τον Καποδίστρια. Πολύ κατατοπιστική είναι η σχετική μελέτη των Χ. Κουλούρη-Χ. Λούκου. Η κομμουνιστική αριστερά στο α΄ ήμισυ του 20ου αιώνα είχε πλήρως αρνητική προσέγγιση στον Καποδίστρια. Για μια κριτική παρουσίαση της αρνητικής θεώρησης του Καποδίστρια από την πρωτοσοσιαλιστική διανόηση των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα από την οπτική της προσέγγισης του Καποδίστρια ως μια “πολύπλοκη περίπτωση αριστοκράτη ιακωβίνου-γιρονδίνου” στο πλαίσιο της εποχής του.
Ας σημειωθεί αντίθετα ότι η προσέγγιση του σοσιαλιστή Αλέξανδρου Παπαναστασίου στον Μεσοπόλεμο είναι θετική απέναντι στον Καποδίστρια, ιδίως στη διαχείριση του γεωργικού ζητήματος. Όπως θετική είναι και η επίσημη προσέγγιση του βενιζελικού κράτους/Β΄ Ελληνική Δημοκρατία στους επίσημους εορτασμούς για τα 100 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, που εορτάστηκαν, με μεταφορά από το 1921, το 1930.
Η περίοδος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας στο θέμα “Καποδίστριας” διακρίνεται σε δύο υποπεριόδους. Στην Α΄ υποπερίοδο, 1974-1995, ο Καποδίστριας εκλαμβάνεται ως ένα θετικό πρότυπο κοινής αποδοχής από τους πολιτικούς χώρους τόσο της Δεξιάς/Κεντροδεξιάς, όσο και της Αριστεράς/Κεντροαριστεράς. Η γραμμή που διαβάζει θετικά τον Καποδίστρια συγκλίνει σταδιακά στα αξονικά θέματα: Ευρώπη-πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική/βαθμοί διεθνοπολιτικής αυτονομίας – ανάγκη στήριξης στις εγχώριες δυνάμεις – κοινωνική διάσταση της πολιτικής (επισυνάπτονται oρισμένα από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα αυτής της προσέγγισης για τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, πηγές από σχολικά βιβλία ιστορίας της δεκαετίας του ’80 και επεισόδιο από τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ έτος παραγωγής 1989).
Στη β΄ υποπερίοδο 1996 – σήμερα, επιχειρείται υποβάθμιση του ρόλου του Καποδίστρια από μια αυτοκατανοούμενη ως φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική θεώρηση, τονίζοντας ιδίως τη σημασία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και το θετικό ρόλο του “αγγλικού κόμματος”. Μια κατεύθυνση που αποτέλεσε κεντρική θέση της επίσημης κρατικής επιτροπής εορτασμού για τα 200 χρόνια από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης “Ελλάδα 2021”. Προσωπικά δεν αμφισβητώ τον κεντρικό ρόλο του Μαυροκορδάτου στην Ελληνική Επανάσταση, ούτε ακόμα περισσότερο τους αγώνες των Μαυρομιχαλαίων ή των Κουντουριώτηδων.
Η γνώμη μου είναι ότι ιστορικά στη συνθήκη του 1827-1831, ήταν φορείς παραγωγικών σχέσεων, απόψεων και ιδεών είτε ξεπερασμένων από την ιστορική πραγματικότητα που μεταβαλλόταν ραγδαία (τοπικές ελίτ Vs κεντρική διοίκηση, διαμάχη για την φορολόγηση), είτε ακατάλληλων για τις ανάγκες όπως διαμορφώνονταν εκείνη την περίοδο (φιλελεύθεροι διανοούμενοι). Και σε σχέση με τη γραμμή Καποδίστρια δεν ήταν δημοκρατικοί στο πολιτικό πεδίο (αντίθετοι στο καθολικό εκλογικό δικαίωμα το 1829), ούτε υπέρ μιας γραμμής εξισωτισμού που θα ανέτρεπε τις παραδοσιακές ιεραρχίες στον κοινωνικό ανταγωνισμό (αντίθετοι στη διανομή των εθνικών γαιών στους ακτήμονες).
Η εχθρότητα της “φιλελεύθερης-εκσυγχρονιστικής” προσέγγισης.
Η διάθεση υποβάθμισης του Καποδίστρια έχει τα στοιχεία της αρνητικής αντιμετώπισης του θρησκευτικού και εθνικού-πατριωτικού συναισθήματος, τα οποία αποτελούσαν δομικά στοιχεία της ταυτότητας του Καποδίστρια, αλλά και των κυρίαρχων χαρακτηριστικών της Ελληνικής Επανάστασης, που ήταν μια κατά βάση εθνο-θρησκευτικού χαρακτήρα επανάσταση με υπαρκτό, αλλά όχι κυρίαρχο, το κοινωνικό στοιχείο.
Πρόκειται για μια προσέγγιση η οποία στη βάση της αρνείται την ιστορικότητα των προσώπων υπέρ μιας υπεριστορικού τύπου προβολής ιδεολογικο-πολιτικού περισσότερο χαρακτήρα στις σύγχρονες παγκοσμιοποιητικές, μεταεθνικές κατά τη συγκεκριμένη θεώρηση, συνθήκες. Που όμως εσφαλμένα ενοχοποιεί, έχοντας αρνητική προκατάληψη, το εθνικό και θρησκευτικό συναίσθημα στις νέες διαιρετικές τομές, με σημαντικές συνέπειες στον πολιτικό αγώνα.
Αντίστοιχη άτοπη και άχρονη προσέγγιση με πολύ αρνητικές επιπτώσεις για την χώρα και τους πολίτες, παρατηρούνταν και στην έννοια του εκσυγχρονισμού, ιδίως την κρίσιμη περίοδο 1996-2010. Αποτέλεσμα η φιλελεύθερη-εκσυγχρονιστική γραμμή να μην οικειοποιείται μια κατ’ εξοχήν αυθεντική εκσυγχρονιστική κληρονομιά, η οποία στις δοσμένες συνθήκες της εποχής της, ήταν η γραμμή και η πρακτική του Ιωάννη Καποδίστρια και όχι των αντιπάλων του. Στο χώρο της λεγόμενης ριζοσπαστικής-ανανεωτικής αριστεράς παρατηρούνταν ανάλογη υποβάθμιση ή και εχθρότητα απέναντι στη γραμμή Καποδίστρια για λόγους αντίστοιχους, καθώς ηγεμονεύονταν ιδεολογικά από τη φιλελεύθερη-εκσυγχρονιστική θεώρηση. Περισσότερο λειτουργούσε ως πτέρυγα αυτής.
Εναλλακτικές και θετικές προσεγγίσεις
Μια συλλογική εργασία, στη συγκυρία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, προερχόμενη από το χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που κινήθηκε σε ανταγωνιστική θεώρηση προς το επίσημο “φιλελεύθερο-εκσυγχρονιστικό” αφήγημα, ήταν των Γ. Λιερού-Σ. Λυκουργιώτη-Σ. Λαπιέρη. Οι συγκεκριμένοι συγγραφείς εντοπίζουν ως κεντρική τη διαμάχη εντός της Ελληνικής Επανάστασης ανάμεσα στη λαϊκή παράταξη και το φιλελεύθερο-ολιγαρχικό μπλοκ και διαβάζουν τον Καποδίστρια ως “από τα πάνω” συνεχιστή του ηττηθέντος στις εμφύλιες διαμάχες λαϊκού μπλοκ. Το “κοίτασμα Ιωάννης Καποδίστριας” συνεχίζει να τροφοδοτεί την έρευνα με μελέτες όπως του Γ. Σκλαβούνου, του Π. Πασπαλιάρη, του Χ. Λούκου, την μετάφραση στα ελληνικά και έκδοση της “Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας” σε επιμέλεια του Γ. Κοντογιώργη.
Η στιγμή του Καποδίστρια υπήρξε ένας τύπος χαρισματικής εξουσίας στις ιδιόμορφες ελληνικές συνθήκες. Μια εθνοκεντρική-αυτόχθονη, με την έννοια των αναγκών, γραμμή εκσυγχρονισμού, με διεκδίκηση βαθμών αυτονομίας στη διεθνοπολιτική παρουσία. Η υποβάθμιση της στιγμής του από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, στο επίπεδο της θεσμικής- κατεστημένης διανόησης – σε πλήρη αντίθεση με τη διανοητική ατμόσφαιρα που επικρατούσε την πρώτη 20ετία της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1974-1995) για τη στιγμή του Καποδίστρια – έχει δώσει τη θέση της τα τελευταία χρόνια σε μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον Καποδίστρια και την συνολική πολιτεία του.
Η κοσμοσυρροή για τον κινηματογραφικό Καποδίστρια
Ο Καποδίστριας αναδείχθηκε το 2021 ως το κεντρικό πρόσωπο της συζήτησης για το 1821 στη συγκυρία των 200 χρόνων, παρά τη διάθεση υποβάθμισής του από την επίσημη κρατική επιτροπή. Αυτή την περίοδο παρατηρείται το φαινόμενο της κοσμοσυρροής στις κινηματογραφικές αίθουσες για την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή “Καποδίστριας”. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που αποτυπώνει το σημαντικό βαθμό της τάσης αποευθυγράμμισης ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας από παραδοσιακές σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης, μια μορφή διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα αναζήτησης πολιτικής ηγεσίας με χαρακτηριστικά εθνικά, δημοκρατικά, παραγωγικά, κοινωνικά, ως λόγος και ως πράξη. Καθώς και ηθικά, κυρίως ως πράξη και παράδειγμα.
Αυτά τα στοιχεία, μαζί με την έννοια της πολιτικής ως μνήμη, σχέδιο, αποστολή, ασκητική, ενσαρκώνονται στη μορφή και στη διαδρομή του Καποδίστρια. Πολιτική για το κοινό καλό και όχι για τους λίγους, τους ισχυρούς, για καριέρα, βόλεμα και πλουτισμό. Αυτό αναζητούν οι πολίτες στην Ελλάδα το 2026. Έτσι εξηγείται, κατά τη γνώμη μου, το φαινόμενο της μαζικής προσέλευσης στις αίθουσες για τον κινηματογραφικό “Καποδίστρια”.





