ΓΝΩΜΗ

Ο συσχετισμός οπλικών συστημάτων Ελλάδας-Τουρκίας το 1974

Στρατό στην Κύπρο παππάς

Το καλοκαίρι του 1974 παραμένει η πιο βαθιά, ανοιχτή πληγή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Για δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από την κυπριακή τραγωδία εγκλωβίζεται σε συναισθηματικές εξάρσεις και αναθέματα. Εντούτοις, το κεντρικό ερώτημα επιστρέφει βασανιστικά: Γιατί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής (Αττίλας ΙΙ, 14-16 Αυγούστου 1974), επέλεξε την πολεμική αποχή, σφραγίζοντας τη μοίρα του νησιού με την οδυνηρή διαπίστωση πως “η Κύπρος κείται μακράν”;

Γιατί, στη συνέχεια, αρνήθηκε να ανοίξει τον Φάκελο της Κύπρου, και γιατί ουδέποτε εξήγησε πειστικά τον κύριο λόγο για τον οποίο “εγκατέλειψε” τότε στρατιωτικά την Κύπρο; Όσοι προσεγγίζουν την ιστορία επιδερμικά , μετρούν απλώς αριθμούς αεροσκαφών και υποβρυχίων. Αν όμως μεταφερθεί κανείς στο δραματικό προσκήνιο και παρασκήνιο εκείνων των ημερών, αντιλαμβάνεται ότι οι αποφάσεις του Καραμανλή δεν ήσαν πράξεις δειλίας. Υπαγορεύθηκαν από μία αντίληψη ωμού, επώδυνου ρεαλισμού. Η βασική θέση του ήταν πως εάν οδηγούσε την Ελλάδα σε πόλεμο υπό τις τότε συνθήκες, δεν θα έσωζε την Κύπρο. Απεναντίας, το πιθανότερο είναι να οδηγούσε σε εθνική καταστροφή.

Οι υποστηρικτές της άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής της Ελλάδος βασίζουν το σκεπτικό τους σε μια θεωρία ακαριαίου πλήγματος. Το επιχείρημα αναφέρει ότι η Πολεμική Αεροπορία όφειλε και μπορούσε, με τα υπερσύγχρονα F-4E Phantom που είχε παραλάβει μέχρι τις παραμονές του Αττίλα Ι, τα οποία μάλιστα δεν διέθετε τότε η Τουρκική Αεροπορία, να πλήξει τις τουρκικές δυνάμεις στην Κύπρο. Ταυτόχρονα, τα προηγμένα ελληνικά υποβρύχια “Γλαύκος” και “Νηρεύς” θα μπορούσαν να βυθίσουν τα τουρκικά αντιτορπιλικά και αποβατικά σκάφη, πνίγοντας την εισβολή στην ακτή της Κερύνειας.

Αυτό είναι το απολογητικό αφήγημα του πραξικοπηματία ταξίαρχου Ιωαννίδη και του πρωθυπουργού της Χούντας Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου, αλλά και άλλων που δεν είχαν καμία σχέση με τη Χούντα. Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, ένας πόλεμος μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ, ο οποίος θα επακολουθούσε αμέσως μετά τη στρατιωτική αντεπέμβαση της Ελλάδος στην Κύπρο, δεν θα επιτρεπόταν από τη διεθνή κοινότητα να διαρκέσει πάνω από 48 με 72 ώρες.

Οι υποστηρικτές της επέμβασης στην Κύπρο πίστευαν ότι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και ο ΟΗΕ θα παρενέβαιναν πυροσβεστικά για να επιβάλουν εκεχειρία. Συνεπώς –πάντα σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης– η Ελλάδα χρειαζόταν απλώς ένα τοπικό, σοκαριστικό πλήγμα για να εξαναγκάσει την Άγκυρα σε υποχώρηση στην Κύπρο, προτού η σύγκρουση γενικευτεί. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, παρακάμπτει το παρασκήνιο των διεθνών ισορροπιών και την πραγματική κατάσταση της ελληνικής πολεμικής μηχανής.

Η γλώσσα των αριθμών και η Κύπρος

Η σύγκριση των οπλικών συστημάτων το καλοκαίρι του 1974 αποκάλυπτε μεγάλη τουρκική αριθμητική υπεροχή. Η Τουρκική Αεροπορία διέθετε έναν στόλο περίπου 520 μαχητικών αεροσκαφών, έναντι 290 της ελληνικής πλευράς. Στους βασικούς τύπους της εποχής, η Τουρκία διέθετε διπλάσιο αριθμό ευέλικτων F-5, ενώ ο σκληρός πυρήνας της δύναμης κρούσης της βασιζόταν σε πάνω από 150 F-100 Super Sabre, έναν τύπο που η Ελλάδα δεν διέθετε.

Το μοναδικό ποιοτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, τα νεοαποκτηθέντα F-4E Phantom, ήσαν λίγα. Από τη συνολική παραγγελία των 38 αεροσκαφών, η Ελλάδα είχε προλάβει να παραλάβει τα 17. Κατά τις ημέρες της κρίσης, τα πληρώματά τους και οι μηχανικοί εδάφους ακόμη ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους, ενώ αυτά τα αεροσκάφη είχαν παραδοθεί στην Ελληνική Αεροπορία με ανεπαρκή αποθέματα πυρομαχικών για πολυήμερο πόλεμο, όπως πυραύλους αέρος-αέρος Sparrow και Sidewinder, κλπ (βλ. Memo, Vice Adm. Pete to DepSecDef, subj: Status of F-4 Deliveries, 18 July 1974, folder Greece 1974, box 62, Acc 330-78-11).

Ενδεικτικά, κατά την μεταστάθμευση έξι από τα F-4 από την Ανδραβίδα στην Κρήτη, με μεγάλη καθυστέρηση, την 11 π.μ. της 22 Ιουλίου 1974, 52 ώρες μετά την έναρξη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και μόλις πέντε (5) ώρες πριν τη συμπεφωνημένη εκεχειρία (κατάπαυση του πυρός), το ένα αεροσκάφος ανεφλέγη και καταστράφηκε κατά την προσγείωσή του στον αεροδιάδρομο. Όταν διαπιστώθηκε δε ότι δεν υπήρχαν κατάλληλες βόμβες για να φορτωθούν, οι Έλληνες επιτελείς θεώρησαν ότι η λύση ήταν να προχωρήσουν σε μια παράνομη “δήμευση”: αξιωματικοί του Ελληνικού Ναυτικού, πήγαν στις αμερικανικές αποθήκες του ΝΑΤΟ στη βάση της Σούδας και υφήρπασαν βόμβες διασποράς τύπου Rockeye για να μπορέσουν να εξοπλίσουν τέσσερα αεροσκάφη από εκείνο το σμήνος.

Αυτό το σμήνος θα μπορούσε να επιφέρει ένα πρώτο σοβαρό πλήγμα στα στρατεύματα εισβολής στην Κύπρο, αλλά δεν θα μπορούσε να το επαναλάβει κατά τις επόμενες ώρες και ημέρες, διότι, αφενός επέκειτο η συμπεφωνημένη κατάπαυση του πυρός σε ελάχιστες ώρες, στις 4 μ.μ. της 22 Ιουλίου 1974, αφετέρου δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί η ελληνική διάρρηξη στις αμερικανικές αποθήκες του ΝΑΤΟ στην Κρήτη. Δεδομένου δε ότι τα πυρομαχικά τους ήσαν προϊόν υφαρπαγής, υφίστατο νόμιμο δικαίωμα στον έκτο αμερικανικό στόλο μέχρι να τα αναχαιτίσει ή ακόμα και να τα καταρρίψει κατά την πορεία τους προς την Κύπρο. Αλλά κι αν κατόρθωναν τελικά να φτάσουν στην Κύπρο για μία και μοναδική φορά, θα μπορούσαν να παραμείνουν στον εναέριο χώρο της μόνο για 5 λεπτά, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στην Κρήτη.

Το πρόβλημα της γεωγραφίας

Δηλαδή, ένα ακόμη κρίσιμο πρόβλημα ήταν η γεωγραφία. Οι τουρκικές βάσεις στα Άδανα απείχαν λίγα λεπτά πτήσης από την Κύπρο, επιτρέποντας στα τουρκικά μαχητικά να επιχειρούν επί ώρες πάνω από το νησί. Αντίθετα, οι ελληνικές βάσεις στην Κρήτη απείχαν πάνω από 500 χλμ. Τα ελληνικά F-5 και F-104 δεν είχαν την εμβέλεια να φτάσουν στην Κύπρο, να εμπλακούν σε αερομαχία και να επιστρέψουν χωρίς εναέριο ανεφοδιασμό — μια τεχνολογία που η Ελλάδα τότε δεν διέθετε. Μόνο σχετικά λίγα Phantom F-4 μπορούσαν να επιχειρήσουν στην Κύπρο, αλλά με τους παραπάνω σοβαρούς περιορισμούς τότε.

Το ίδιο ίσχυε και για τα δύο υποβρύχια: θα ήσαν σε απόσταση βολής από τις ναυταποβατικές δυνάμεις των Τούρκων μόλις 2-3 ώρες πριν την συμπεφωνημένη κατάπαυση του πυρός, εμφανίζοντας την Ελλάδα ως κλιμακώνουσα τον πόλεμο λίγο πριν την εκεχειρία, παρέχοντας ενδεχομένως στην Τουρκία το πρόσχημα ακόμα και να καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο.

Εκείνοι οι ερασιτεχνισμοί του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων τότε, με καθυστερημένες προωθήσεις και ανακλήσεις οπλικών συστημάτων στον άξονα Κρήτης-Κύπρου, ήσαν ενδεικτικοί του εγκληματικού αιφνιδιασμού που υπέστη το ελληνικό Γενικό Επιτελείο από την τουρκική απόβαση στην Κύπρο. Στις 22 Ιουλίου 1974 ήταν πλέον αργά για την Κύπρο και την Ελλάδα, καθώς όδευαν αμφότερες προς την από το πρωί (9-10 π.μ.) της 22ας Ιουλίου συμπεφωνημένη κατάπαυση του πυρός στις 4 μ.μ., ως αποτέλεσμα της τελεσιγραφικής πρόσκλησης-απαίτησης των ΗΠΑ προς την Ελλάδα και την Τουρκία αργά το απόγευμα της 21ης Ιουλίου να αποδεχθούν αμφότερες μια εκεχειρία εντός προθεσμίας 12 ωρών (OCD Series, vol. 18, ch. 7, p. 26).

Καθοριστική, αλλά αποσιωπημένη παράμετρος της κρίσης, ήταν η στάση των ΗΠΑ και του Κίσινγκερ. Πολλά ιστορικά άρθρα αναφέρουν ότι το αμερικανικό εμπάργκο επιβλήθηκε στην Τουρκία. Αυτό είναι αληθές για το 1975, όταν το Κογκρέσο αντέδρασε εκ των υστέρων. Το καλοκαίρι του 1974 όμως, από τις 18 Ιουλίου 1974, δηλαδή στις παραμονές του Αττίλα Ι, η Ουάσινγκτον επέβαλε αποκλειστικά κατά της Ελλάδος μία μονομερή άτυπη αναστολή εφοδιασμού  εμπάργκο όπλων και πυρομαχικών. Τρεις ημέρες μετά την εκδήλωση του εγκληματικού πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, ο Κίσινγκερ εφάρμοσε άτυπο “πάγωμα” κάθε στρατιωτικής βοήθειας και παράδοσης στρατιωτικού υλικού προς την Ελλάδα σαν επιτιθέμενης χώρας (aggressor country).

Το επεισόδιο στη Ρότα

Η πιο τρανταχτή απόδειξη αυτής της μεροληπτικής στάσης εκτυλίχθηκε στην αμερικανική βάση στη Ρότα της Ισπανίας. Εκεί, δύο ολοκαίνουργια ελληνικά Phantom, που πετούσαν από το εργοστάσιο των ΗΠΑ προς την Ανδραβίδα, καθηλώθηκαν με προσωπική εντολή του Κίσινγκερ από τις 18 Ιουλίου 1974. Η Αμερική απαγόρευσε την απογείωσή τους, στερώντας από την Πολεμική Αεροπορία δύο πολύτιμα όπλα την ώρα που τα χρειαζόταν περισσότερο. Η αναστολή της αμερικανικής βοήθειας και του στρατιωτικού εφοδιασμού της Ελλάδας, διέρρευσε από το Πεντάγωνο και δημοσιεύθηκε στην Washington Post τη Δευτέρα 21 Ιουλίου 1974.

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Michael Getler, η Αμερικανική Κυβέρνηση «διέταξε την προσωρινή αναστολή όλης της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα». Σημειωτέον ότι τότε υπήρχε διχογνωμία μεταξύ του Κίσινγκερ και του Υπουργού Αμύνης Τζέιμς Σλέσινγκερ όσον αφορά στη διακοπή του στρατιωτικού εφοδιασμού της Ελλάδος μόνο, όπως υποστήριζε ο πρώτος, ή και των δύο αντιπαρατιθεμένων χωρών, Ελλάδος και Τουρκίας, όπως υποστήριζε ο δεύτερος. Τελικά επικράτησε η άποψη του Κίσινγκερ.

Αυτό το μονομερές “εμπάργκο” σήμαινε ότι η Ελλάδα διακινδύνευε να στερηθεί –σε περίπτωση κλιμάκωσης σε ελληνοτουρκικό πόλεμο– κρίσιμα ανταλλακτικά και σύγχρονα πυρομαχικά. Αντίθετα, η Τουρκία απέλαυε της ανοχής του Λευκού Οίκου. Οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής χρησιμοποιούσαν μαζικά (και ατιμωρητί) αμερικανικά αεροσκάφη, άρματα μάχης και πυρομαχικά, με τις γραμμές ανεφοδιασμού τους από τις ΗΠΑ να παραμένουν ανοιχτές. Υπό εκείνες τις συνθήκες, αν η Ελλάδα επέλεγε τη γενίκευση του πολέμου, η εφοδιαστική της αντοχή δεν θα ξεπερνούσε τις λίγες ημέρες, εάν συνεχιζόταν το αμερικανικό εμπάργκο. Μόλις άδειαζαν οι πρώτες αποθήκες, η ελληνική άμυνα θα κατέρρεε από έλλειψη βλημάτων και ανταλλακτικών, την ώρα που η Τουρκία θα αναπλήρωνε.

Η θεωρία της τοπικής αποτροπής, ήτοι της επέμβασης του σμήνους των έξι Phantom F-4 και των δύο υποβρυχίων στην Κύπρο βασιζόταν στην αυθαίρετη υπόθεση ότι ένας γενικευμένος πόλεμος Ελλάδος-Τουρκίας θα διαρκούσε δύο με τρεις ημέρες, ενώ η Τουρκία υπό εκείνες τις συνθήκες είχε κάθε συμφέρον να παρατείνει έναν γενικευμένο πόλεμο. Κατά πάσα πιθανότητα, η Τουρκία θα τον παρέτεινε, δεδομένης της αποφασιστικότητας των Τούρκων επιτελών στο Κυπριακό.

Αυτή η αποφασιστικότητα ήταν χαλύβδινη, όπως αποδείχτηκε:

  • Από την προειλημμένη απόφασή τους να αποδεχτούν μέχρι και 50% απώλειες των αποβιβαζομένων τουρκικών στρατευμάτων.
  • Επί του πεδίου, από τις δυνάμεις που είχαν κατορθώσει να αποβιβάσουν στην Κύπρο μέχρι την 27 Ιουλίου 1974, ήτοι 18.000-22.000 στρατιώτες και 70-80 άρματα μάχης (Information Paper, “Chronology of Cyprus Crisis,” 31 Jul 1974, folder Cyprus 0001, Jan-Jul 1974, box 61, Acc 330-78-0011), όπως επίσης και μετέπειτα.
  • Από την τριετή απόλυτη άρνησή τους να προβούν σε οποιαδήποτε παραχώρηση στο Κυπριακό παρά το εμπάργκο στρατιωτικών προμηθειών που τους επεβλήθη το 1975-1978 από το Αμερικανικό Κονγκρέσο.

Στο επόμενο άρθρο η συνέχεια για τον Αττίλα ΙΙ.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx