Οι κουμπουροφόροι και τα αιματηρά πασχαλινά επεισόδια στην Αθήνα του 19ου αιώνα
12/04/2026
Τα θορυβώδη έθιμα του Πάσχα, με τα πυροτεχνήματα και τους πυροβολισμούς, τα οποία παρότι συχνά έχουν θύματα διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας, έρχονται από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, οπότε η οπλοφορία ήταν διαδομένη και αρκετοί “κουμπουροφόροι” προστατεύονταν από πολιτικούς, αρκετοί πασχαλινοί εορτασμοί πήραν χαρακτήρα… πολεμικού γεγονότος. «Και τον άγιον Επιτάφιον και την αγίαν Ανάστασιν μετέβαλον (…) εις θέατρον εμφυλίου τινός πολέμου, εις παράστασιν φλεγομένης πόλεως, αντί εκκλησιαστικής τελετής», έγραφε, χαρακτηριστικά, η εφημερίδα “Αιών” για τον εορτασμό του Πάσχα του 1851, οπότε τρία άτομα έχασαν την ζωή τους και πολλοί τραυματίστηκαν από πυροβολισμούς ή αυτοσχέδια πυροτεχνήματα.
Σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής, η συνήθεια της ρίψης πυροβολισμών και πυροτεχνημάτων επικράτησε επί Τουρκοκρατίας μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών για να δοθεί πανηγυρικός τόνος στον εορτασμό του Πάσχα, που τότε δεν ήταν επίσημη γιορτή. Συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης και επεκτάθηκε και σε άλλες μεγάλες γιορτές. «Στον ελληνικό λαό αρέσει ο θόρυβος και οι τουφεκιές είναι απαραίτητες όταν χαίρεται.
Πιστεύει, όπως οι Άραβες, ότι δεν γίνεται γιορτή δίχως μπαρούτι. Οι εορτασμός του Πάσχα αντηχεί από διαρκείς και συνεχόμενες εκπυρσοκροτήσεις», έγραφε ο Γάλλος Έντμοντ Αμπού, μετά από επίσκεψή του στην Ελλάδα, στα χρόνια του Όθωνα (“Η Ελλάδα του Όθωνα”, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 272- 274).
Με την άφιξη του Καποδίστρια, αυτή η συνήθεια σταμάτησε και σε αυτό συνετέλεσε, αργότερα, η απόφαση του Όθωνα να απαγορευτεί στους στρατιωτικούς να οπλοφορούν μέσα στις πόλεις. Όμως, το 1844 το έθιμο των πυροβολισμών τις μέρες του Πάσχα επανήλθε… «Με λύπην μας αναγγέλλομεν την βάρβαρον συνήθειαν των πυροβολισμών, ήτις επανελήφθη εις την πόλιν μας κατά τας ημέρας του Πάσχα, ενώ κανείς πυροβολισμός δεν ηκούετο προτού εις την πόλιν μας χωρίς εκτάκτου αιτίας», έγραφε η εφημερίδα “Αθηνά”.
Μεταγενέστερα επέρριψε την ευθύνη για αυτό στον πρωθυπουργό Κωλέττη, επικεφαλής του λεγόμενου Γαλλικού Κόμματος, γράφοντας ότι με την επιστροφή του από τη Γαλλία, όπου παρέμεινε 8 χρόνια ως πρέσβης, παρέθεσε ένα γεύμα σε στρατιωτικούς στον Βοτανικό κήπο και τους προέτρεψε να πυροβολούν, δίνοντας ο ίδιος το παράδειγμα. Είναι αδιευκρίνιστο εάν πραγματικά έτσι επανήλθε αυτή η αιματηρή συνήθεια ή απλώς πρόκειται για μια αντιπολιτευτική υπερβολή της εφημερίδας. Το βέβαιο είναι ότι, και μετά τον θάνατο του Κωλέττη, καμία κυβέρνηση δεν θέλησε να αντιμετωπίσει ριζικά αυτή τη συνήθεια και μάλιστα -όπως είχε γραφτεί- κάποιες χρονιές, πρωταγωνιστές στο “πιστολίδι” ήταν παιδιά υπουργών ή άνθρωποί τους.
Η προσπάθεια απαγόρευσης των πυροβολισμών του Πάσχα
Μια προσπάθεια απαγόρευσης των πυροβολισμών τις ημέρες του Πάσχα έγινε το 1847, μια χρονιά που «το κακόν ήρχισεν από της μεγάλης Τετάρτης και αυθημερόν εφονεύθη οικογενειάρχης Υδραίος καθ΄ ήν στιγμή εξήρχετο της οικίας του», όπως έγραφε η εφημερίδα “Ελπίς”. Μετά από αυτόν τον θάνατο, η Αστυνομία έβγαλε διαταγή απαγόρευσης των πυροβολισμών, την οποία διάβαζε τελάλης στους δρόμους, συνοδευόμενος από τύμπανα για να τραβάει την προσοχή του κόσμου.
Όμως, όπως φαίνεται, αυτό έγινε από την κυβέρνηση Κωλέττη για τα… μάτια, καθώς αυτοί που πρωτοστατούσαν στους πυροβολισμούς ήταν άνθρωποι του περιβάλλοντος των υπουργών. «(…) καθ’ όλας τας ημέρας πυροβολισμοί εξήρχοντο εκ των οικιών των υπουργών», έγραφαν οι εφημερίδες. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν την ζωή τους άλλες δύο γυναίκες και να τραυματιστούν πολλοί άλλοι. Τα επόμενα χρόνια οι πυροβολισμοί και τα ισχυρά αυτοσχέδια πυροτεχνήματα συνέχισαν να πέφτουν σαν βροχή, συνήθως από τη Μεγάλη Παρασκευή μέχρι και την Δευτέρα του Πάσχα.
Μια χρονιά, στη Μάνη, λίγο έλειψε να υπάρξουν σοβαρότατα επεισόδια. «Οι νεαροί Μανιάτες του Μυστρά με την ευκαιρία του εορτασμού του Πάσχα, δανείστηκαν τα τουφέκια των πατεράδων τους και χωρίστηκαν σε τρία στρατόπεδα, που αντιστοιχούσαν στο ρωσικό κόμμα, στο γαλλικό κόμμα και στο αγγλικό κόμμα», περιγράφει ο Αμπού (ο.π). Και συνεχίζει: «Παραλίγο να φτάσουν και στους πυροβολισμούς κάτω από το βλέμμα των ευτυχισμένων και ένδοξων γονιών τους. Την στιγμή όμως που θα ξεκινούσε η δράση, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι ενώθηκαν εναντίον των Ρώσων, και η μάχη τερματίστηκε χωρίς να πέσει τουφεκιά»
Τελικά, το 1851 εκδόθηκε αστυνομική διαταγή, που απαγόρευε τουλάχιστον στην πρωτεύουσα τους πυροβολισμούς και τα πυροτεχνήματα. Μάλιστα κατασχέθηκαν και πυροτεχνήματα και η ησυχία διατηρήθηκε μέχρι το Μ. Σάββατο. Όμως, τη Κυριακή του Πάσχα φαίνεται ότι ο κόσμος δεν… κρατιόταν και μπροστά στη γενικευμένη αντίδραση, ο αστυνομικός διευθυντής θέλησε -σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής- να πάρει νέες οδηγίες από τον υπουργό Εσωτερικών Γεωργαντά (Γεώργιο Νομικό).
Η ανάκληση της απαγόρευσης και τα αιματηρά επεισόδια
Αυτός με τη σύμφωνη γνώμη και άλλων υπουργών έκρινε «ταύτην συνήθειαν ως θρησκευτικόν έθιμον [και] διέταξε τον κύριον Μοναστηριώτην να αφήση ελευθέρους τους πολίτας τας ημέρας του Πάσχα». Με δύο λόγια, λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό κόστος, ανακλήθηκε η απαγόρευση. Αποτέλεσμα ήταν εκείνη την χρονιά να υπάρξουν έξι νεκροί και πολλοί τραυματίες! Καθώς η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, την επόμενη χρονιά, 300 πολίτες της Αθήνας συνυπέγραψαν υπόμνημα προς τον πρωθυπουργό Αντώνιο Κριεζή, με το οποίο κατήγγειλαν ότι δεν εφαρμόζονταν οι αστυνομικές διατάξεις και ζήτησαν να ληφθούν μέτρα.
Πραγματικά, λήφθηκαν μέτρα, αλλά και πάλι δεν φάνηκαν αποτελεσματικά. «Το 1952 οι δικαστές των Αθηνών έλαβαν εκείνα τα προληπτικά μέτρα ώστε να εγγυηθούν τη δημόσια τάξη. Πάντως για δύο νύχτες στάθηκε αδύνατο να κλείσουμε μάτι. Δεν έριχναν πια πιστολιές στους δρόμους αλλά μέσα από τα παράθυρα, από τις αυλές και στην ανάγκη από τις καμινάδες», έγραψε ο Έντμοντ Αμπού (ο.π). Δεν υπήρξαν θύματα, αλλά οι πολίτες τρομοκρατημένοι δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, ούτε καν πρόβαλαν από τα παράθυρα, έγραφαν οι εφημερίδες.
Τα επόμενα χρόνια φαίνεται, από τις περιγραφές των εφημερίδων, ότι οι εορτασμοί κύλησαν πιο ήσυχα. Ωστόσο, αυτό δεν διήρκεσε πολύ. Για αυτό υπάρχουν συχνά αναφορές για αιματηρά επεισόδια τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, ίσως και στις αρχές του 20ου. Για παράδειγμα, το 1890, όπως έγραφε η εφημερίδα “Το Άστυ” «καθ’ ήν ώραν γράφω τας τελευταίας ταύτας γραμμάς ακούω πυροβολισμούς, όσους δεν θα ήκουσαν εις την πτώσιν της Πλεύνας (σ.σ. πόλη της Βουλγαρίας, γνωστή για την πολιορκία της στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878).
Την επόμενη χρονιά αναφέρεται ότι μια γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών, έχασε τη ζωή της από σφαίρα έξω από το σπίτι της στα Αναφιώτικα, στη Πλάκα ενώ τραυματίστηκαν 8 άτομα. Το 1898, ο Γεώργιος Σουρής έγραφε στη έμμετρη εφημερίδα “Ρωμηός” για τον τραυματισμό μιας Γαλλίδας: «Ήλθε πάλι Πασχαλιά,/ ρίχνει μια πιστολιά/ κάθε πατριώτης…/ πρασινίζει το κλαρί/ κι επληγώθη στο μερί/ μια Φραντσέζα πρώτης./ Θαύμαζε τον Παρθενώνα/ και την κάθε μια κολώνα/ και τ’ αρχαία τα λοιπά,/ όταν έξαφνα μια σφαίρα/ σύγχρονος και νεωτέρα/προς το γόνυ την κτυπά». Η Γαλλίδα είχε τραυματιστεί ελαφρά στο αριστερό πόδι ενώ βρισκόταν με τον σύζυγός της στην Ακρόπολη. Εκτός από τη Γαλλίδα υπήρχε ένας νεκρός και τουλάχιστον άλλοι τέσσερις τραυματίες. «Άνθισαν η Πασχαλιαίς,/ ρίξε λίγαις πιστολιαίς,/ Περικλέτο πατριώτη…/ σκοτωθήκαν και δυο τρεις/ κι η πολεμική Πατρίς/ έχαιρε κι΄ εχειροκρότει», έγραφε ο Σουρής.





