"Μαύροι Πολεμιστές", οι φανατικοί εχθροί της Γαλλίας

Παντελής Καρύκας
1576
Πεζικό, με τις μαύρες στολές, και ακροβολιστές, με τις πράσινες, του "Μαύρου Σώματος".

Η ιστορία του κρατιδίου Μπράουνσβαϊγκ χάνεται στα βάθη των αιώνων αυτού που ήταν γνωστό ως Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους. Χωρισμένο δυναστικούς σε κλάδους και παρακλάδια το Δουκάτο του Μπράουνσβαϊγκ ιδρύθηκε το 1235 και έσβησε, ελέω Ναπολέοντα το 1806, για να αναγεννηθεί μετά την εκδίωξη του Κορσικανού δικτάτορα από τη Γερμανία.

Το 1780 δούκας ονομάστηκε ο Κάρολος Γουλιέλμος Φρειδερίκος ο οποίος νυμφεύτηκε την αδερφή του βασιλιά της Βρετανίας Αυγούστα.

Οι δούκες πολεμιστές

Έχοντας πολεμήσει παρά το πλευρό Βρετανίας και Πρωσίας κατά τον Επταετή πόλεμο απέκτησε πολεμική πείρα και αναδείχθηκε σε αξιόλογο στρατιωτικό ηγέτη σε σημείο να ονομαστεί στρατάρχης της Πρωσίας και να ηγηθεί των δυνάμεων της στον πόλεμο κατά των Γάλλων το 1806, αφού προηγουμένως έλαβε μέρος στους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά αρνήθηκε ουσιαστικά να πολεμήσει στο Βαλμύ.

Τραυματίσθηκε βαριά στη μάχη του Άουερσταντ και πέθανε από το τραύμα του έναν περίπου μήνα αργότερα, στις 10 Νοεμβρίου 1806, αφήνοντας διάδοχό του τον γιο του Φρειδερίκο Γουλιέλμο, ο οποίος έμελλε να έχει το ίδιο τέλος με τον πατέρα του μερικά χρόνια αργότερα. Γεννημένος το 1771, εντάχθηκε στον Πρωσικό Στρατό, με τον βαθμό του λοχαγού, και έλαβε μέρος στους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης μαζί με τον πατέρα του.

Ο δούκας του Μπράουνσβαϊγκ επικεφαλής των ανδρών του.

Υποστράτηγος πλέον πολέμησε στη μάχη του Άουερσταντ και είδε τον πατέρα του να τραυματίζεται θανάσιμα. Τον διαδέχτηκε μετά τον θάνατό του, αλλά σύντομα η διαδοχή του ήταν απλώς κενό γράμμα καθώς το δουκάτο του καταλήφθηκε από τους Γάλλους και επισήμως ενσωματώθηκε, το 1807, στο βασίλειο της Βεστφαλίας που ο Ναπολέων ίδρυσε ενώνοντας εδάφη του Μπράουνσβαϊγκ, του Ανόβερου και της Πρωσίας και στο οποίο τοποθέτησε βασιλιά τον αδερφό του Ιερώνυμο, τον λεγόμενο και «χαρούμενο μονάρχη».

Ο δούκας Φρειδερίκος Γουλιέλμος κατέφυγε τότε στον πενθερό του, δούκα του Μπάντεν όπου και παρέμεινε μέχρι το 1809, όταν άρχισε και η μεγάλη περιπέτεια.

Αγώνας για εκδίκηση

Το 1805 η Αυστρία είχε υποστεί την ταπεινωτικότερη ήττα της ιστορίας της ηττώμενη στην Ουλμ και στο Αούστερλιτς. Η ήττα στοίχισε αίμα, χρήμα, κύρος, αλλά και εδάφη. Το ανακτοβούλιο της Βιέννης όμως δεν σταμάτησε να αναζητά τρόπο να ανακτήσει ότι είχε χάσει.

Χάρη στις μεταρρυθμίσεις του πρίγκιπα Καρόλου των Αψβούργων, αδελφού του Αυστριακού μονάρχη Φραγκίσκου και καλύτερου στρατηγού της Αυστρίας στους στο διάστημα 1792 – 1809, ο Αυστριακός στρατός ανήλθε στο απόγειο της ισχύος του.

Αισθανόμενοι ικανοί να νικήσουν τους Γάλλους οι Αυστριακοί κήρυξαν τον πόλεμο στον Ναπολέοντα. Ο Κάρολος κατάφερε μάλιστα να νικήσει τον μεγάλο του αντίπαλο στην ιδιαίτερα αιματηρή μάχη του Άσπερν – Έσλινγκ.

Ο εξόριστος δούκας του Μπράουνσβαϊγκ φυσικά δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Έχοντας πληροφορηθεί τις αυστριακές πολεμικές προετοιμασίες υπέγραψε συμφωνία, στις 25 Φεβρουαρίου 1809, βάσει της οποίας αναλάμβανε την υποχρέωση, με αυστριακή υποστήριξη, να συγκροτήσει ένα μικτό σώμα πεζικού, ιππικού και πυροβολικού από πρώην υπηκόους του και άλλους Γερμανούς εθελοντές.

Αναβιωτές με στολές του "Μαύρου Σώματος".

Βασικός στόχος ήταν η προώθηση στα προγονικά του εδάφη. Ο δούκας πίστευε πως στη θέα των δυνάμεών του οι υπήκοοί του θα επαναστατούσαν κατά των Γάλλων. Οι Αυστριακοί συμφώνησαν να προμηθεύσουν τον δούκα οπλισμό και εξοπλισμό.

Ο δούκας αποφάσισε να ντύσει τους άνδρες του με μαύρες στολές. Στα πηλίκια δε οι άνδρες έφεραν μια νεκροκεφαλή και δύο διασταυρωμένα οστά. Η «πένθιμη» αυτή ενδυμασία επελέγη για αυτόν ακριβώς τον λόγο καθώς η πατρίδα τους τελούσε υπό εχθρική κατοχή.

Σύμφωνα με ορισμένους και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, έντυσε τους άνδρες του Ιερού Λόχου με παρόμοιες στολές για τον ίδιο λόγο, το 1821. Μόνη εξαίρεση αποτελούσαν οι λίγοι ουλάνοι (λογχοφόροι) που εντάχθηκαν ως ανεξάρτητη ίλη στο σύνταγμα ουσάρων και έφεραν αυστριακές στολές με το έμβλημα με τη νεκροκεφαλή στο πολωνικού τύπου (τσάπκα) πηλίκιο και των «Κυνηγών» (επίλεκτων ακροβολιστών) που φορούσαν πράσινες στολές.

Μαύροι εκδικητές

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το «Μαύρο Σώμα» ή "Μαύρη Ορδή", όπως ονομάστηκε,  εντάχθηκε στις δυνάμεις του Αυστριακού υποστράτηγου Αμ Έντε στη Βοημία. Η δύναμη αυτή, ενισχυμένη και με το εθελοντικό σώμα του επίσης εξόριστου πρίγκιπα της Έσσης –Κάσσελ είχε ως αποστολή την επιτήρηση των συμμάχων του Ναπολέοντα Σαξώνων και η κάλυψη του σώματος του στρατάρχη Φερνδινάνδου ντ’ Έστε, το οποίο είχε εισβάλει στην επίσης σύμμαχο των Γάλλων Πολωνία (Δουκάτο της Βαρσοβίας).

Η αποστολή του Αμ Έντε ήταν αμυντική και έτσι οι Σάξωνες, υπό τον στρατηγό Τίελμαν ανέλαβαν την πρωτοβουλία και στις 25 Μαΐου εισέβαλαν στη Βοημία. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ευχάριστα για αυτούς και αφού η «Μαύρη Ορδή» δοκιμάστηκε, για πρώτη φορά, επιτυχώς υπό το πυρ, καταλαμβάνοντας με έφοδο την σαξωνική πόλη Τσίταου (30-31 Μαΐου 1809), ο Τίελμαν υποχώρησε και ο Αμ Έντε κατέλαβε την πρωτεύουσα της Σαξωνίας τη Δρέσδη.

Ο Αμ Έντε ενισχύθηκε και η δύναμή του τώρα ανερχόταν σε 10.000 Αυστριακούς και άνδρες από την Έσση Κέσσελ και τους 2.300 «Μαύρους Μπράουνσβαϊγκερ» (δύο τάγματα πεζικού, έκαστο των τεσσάρων λόχων, ένα τάγμα Κυνηγών, ένα σύνταγμα ουσάρων ενισχυμένο με ίλη ουλάνων και μια ελαφρά πυροβολαρχία).

Με τη δύναμη αυτή κατάφερε να καταλάβει ολόκληρη σχεδόν την Σαξωνία. Ο δούκας και οι άνδρες του καταδίωξαν τον Τίελμαν και τον νίκησαν σε νέα σύγκρουση στο Γκόρμπιτς. Στο μεταξύ ο ταγματάρχης φον Σιλ επαναστάτησε κατά των Γάλλων στη Βεστφαλία.

Αξιωματικός του "Μαύρου Σώματος". Φέρει το χαρακτηριστικό έμβλημα με τη νεκροκεφαλή στο καπέλο. Η στολή του "Μαύρου Σώματιος", σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενέπνευσε και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να ενδύσει ανάλογα τους Έλληνες Ιερολοχίτες το 1821.

Υπό την απειλή κατάρρευσης του Σαξωνικού βασιλείου, οι ισχυρότερες δυνάμεις του οποίου ακολουθούσαν τον Ναπολέοντα, ο Γάλλος αυτοκράτορας διέταξε τις δυνάμεις του βασιλείου της Βεστφαλίας του αδερφού του, ενισχυμένες με ολλανδικά, γαλλικά και σαξωνικά τμήματα, κατά της δύναμης του Αμ Έντε, αλλά και του φον Σιλ.

Οι δυνάμεις του βασιλιά Ιερώνυμου Βοναπάρτη αποτελούνταν από τη Μεραρχία της Φρουράς του (2.500 πεζοί και ιππείς), τη 2η Βεστφαλική Μεραρχία (5.200 πεζοί, 260 ιππείς) και την 3η Ολλανδική Μεραρχία (5.300 πεζοί και ιππείς, τρεις πυροβολαρχίες).

Σε δεύτερο κλιμάκιο υπήρχε μια μικτή γαλλογερμανική μεραρχία (1.000 Γερμανοί από το Μπάντεν, 3.000 Γάλλοι πεζοί), οι περίπου 2.000 Σάξωνες του Τίελμαν και περί τους 3.100 μάλλον απρόθυμοι Γερμανοί σύμμαχοι του Ναπολέοντα από τα κρατίδια του Μέκλεμπουργκ και του Όλντενμπουργκ.

Ο Ιερώνυμος ηγήθηκε προσωπικά των ανδρών του και κινήθηκε στη Σαξωνία. Στο μεταξύ ο Αμ Έντε είχε καταλάβει και τη Λειψία. Εκεί συγκροτήθηκαν δύο λόχοι κυνηγών που εντάχθηκαν στο «Μαύρο Σώμα». Στις 28 Ιουλίου έλαβε χώρα η πρώτη σύγκρουση των Μπράουνσβαϊγκερ με τη 2η Βεστφαλική Μεραρχία.

Στο μεταξύ η δύναμη του Αμ Έντε είχε αναβαθμιστεί και υπό τον στρατηγό Κινμάγιερ αποτελούσαν πλέον το ΧΙ Σώμα Στρατού (ΣΣ). Παρά την αριθμητική υπεροχή τω αντιπάλων του ελισσόμενος εξαιρετικά ο Κινμάγιερ υποχώρησε ευχερώς.

Ο Ιερώνυμος ανακατέλαβε τη Δρέσδη την 1η Ιουλίου 1809 και έστειλε μέρος των δυνάμεών του να συνεχίσει την καταδίωξη σε συνεργασία με το σώμα του Γάλλου στρατηγού Ζουνώ. Ο Κινμάγιερ εκτελώντας κλασικό ελιγμό επιθετικής επιστροφής αντεπιτέθηκε πρώτα στον Ζουνώ και τις 10.000 άνδρες του και αφού τον νίκησε στη μάχη του Γκεφράες, προκαλώντας του 2.000 απώλειες, έναντι μόλις 400 δικών του, στράφηκε κατά του «χαρούμενου μονάρχη» Ιερώνυμου στο Χοφ υποχρεώνοντάς τον σε επαίσχυντη φυγή.

O Κινμάγιερ καταδίωξε τον Ιερώνυμο νικώντας τον και πάλι. Σύντομα ο απόλεμος και ανίκανος γενικώς αδελφός του Ναπολέοντα είχε τραπεί σε φυγή. Από την Ερφούρτη όπου κατέφυγε πληροφορήθηκε πως είχε υπογραφεί ανακωχή μεταξύ Αυστρίας και Γαλλίας. Ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Όχι όμως για όλους. Ο Ιερώνυμος πάντως βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του Κέσσελ, αφήνοντας την 3η Ολλανδική Μεραρχία στην Ερφούρτη.

Μια επική πορεία

Η σύναψη ανακωχής Αυστριακών και Γάλλων άφησε απόλυτα εκτεθειμένο τον δούκα και τους άνδρες του, εν μέσω εχθρικού εδάφους, χωρίς καμία υποστήριξη και ελπίδα. Στις 26 Ιουλίου ο δούκας αποχαιρέτησε τους Αυστριακούς και άλλους Γερμανούς συμπολεμιστές του και αποφάσισε να πορευθεί στη Βεστφαλία.

Το σώμα του αποτελείτο από το 1ο Τάγμα Πεζικού (500 άνδρες, ταγματάρχης φον Φράγκσταϊν), το 2ο Τάγμα Πεζικού (500 άνδρες, ταγματάρχης φον Ράιχμαϊστερ), το 3ο Τάγμα Πεζικού (150 άνδρες, ταγματάρχης φον Έρτσμπεργκ), το σώμα Κυνηγών (150 άνδρες, ταγματάρχης φον Σρίεβερ), το σύνταγμα ουσάρων (550 άνδρες, επίλαρχος Σράντερ), την ίλη ουλάνων (80 άνδρες, ίλαρχος κόμης φον Βέντελ) και την μοναδική του πυροβολαρχία (80 άνδρες, υπολοχαγός Γκέντερερ).

Πεζοί και ιππείς του «Μαύρου Σώματος». Διακρίνεται αξιωματικός του πεζικού, με την χαρακτηριστική αργυροκέντητη ζώνη, αριστερά και αξιωματικός και ιππέας των ουσάρων.

Την ίδια ώρα ο Ιερώνυμος διέταξε τους στρατηγούς Ρεμπέλ, Γρατιέν και Μισόντ, όλοι Γάλλοι ομοεθνείς του που υπηρετούσαν υπό τις διαταγές του, να συντρίψουν το «Μαύρο Σώμα». Ο Ρεμπέλ, επικεφαλής του 1ου και 6ου Συντάγματος Πεζικού (ΣΠ) της Βεστφαλίας , του 3ου ΣΠ του δουκάτου του Μπεργκ, του 1ου Συντάγματος Θωρακοφόρων της Βεστφαλίας και 10 πυροβόλων κινήθηκε κατά των αντιπάλων διατάσσοντας και το 5ο ΣΠ της Βεστφαλίας να τον ακολουθήσει.

Το 5ο ΣΠ πληροφορήθηκε την προσέγγιση του «Μαύρου Σώματος» και οχυρώθηκε στην πόλη Χάλμπερσταντ. Το πρωί της 29ης Ιουλίου 1809 η εμπροσθοφυλακή του «Μαύρου Σώματος» εμφανίστηκε μπροστά από την περιτειχισμένη πόλη. Ο διοικητής του 5ου ΣΠ Γάλλος συνταγματάρχης Μαριονέ, διάταξε μερικούς λόχους του να επιτεθούν και να τις ανατρέψουν. Ωστόσο λίγες βολές από τη «μαύρη πυροβολαρχία» ήταν αρκετές για να τρέψουν τους Βεστφαλούς σε φυγή.

Μάχες και νίκες

Το 5ο ΣΠ παρέτασσε 2.000 άνδρες, όσους περίπου και το «Μαύρο Σώμα». Επίσης μπορούσε να στηριχθεί στις οχυρώσεις της πόλης. Επιπλέον είχε υπό τις διαταγές του και τη φρουρά της πόλης, δυνάμεως περίπου τάγματος. Αδυνατώντας να περικυκλώσει πλήρως την πόλη ο δούκας διέταξε τον έλεγχο της περιμέτρου με περιπόλους. Τελικά αποφάσισε να επιχειρήσει έφοδο.

Ο δούκας συγκρότησε τρεις φάλαγγες εφόδου. Η πρώτη, υπό την προσωπική του διοίκηση, θα επιτίθεντο στην πύλη της Χαρσλέμπερ. Η δεύτερη φάλαγγα θα επιτίθεντο κατά της πύλης της Κούλινγκερ.

Η επίθεση εκδηλώθηκε με ορμή. Ειδικά στην πύλη του Κούλινγκερ η μάχη ήταν άγρια και οι απώλειες βαριές, εκατέρωθεν. Τελικά μια εύστοχη βολή από ένα πυροβόλο των Μπραουνσβάιγκερ συνέτριψε την πύλη. Αμέσως οι «Μαύροι» Κυνηγοί εφόρμησαν στην πόλη. Αφού έσυραν, παρά τα εχθρικά πυρά, μακριά άμαξες που είχαν τοποθετήσει οι αντίπαλοι ως πρόχειρα φράγματα, οι «Μαύροι» εξόρμησαν διά της λόγχης φωνάζοντας την πολεμική τους ιαχή «Νίκη ή θάνατος».

Και η συμπλοκή στην πύλη της Χαρσλέμπερ ήταν ιδιαίτερα αιματηρή. Τελικά χάρη στον ηρωισμό του υπολοχαγού φον Χέρτελ και των ανδρών του η πύλη κυριεύθηκε και δύο λόχοι του 2ου Τάγματος εισήλθαν στην πόλη.

Λογχοφόρος (ουλάνος), αριστερά και ουσάρος, δεξιά, του "Μαύρου Σώματος".

Από την πύλη της Κούλινγκερ εισήλθε στην πόλη και το «Μαύρο» ιππικό και κινήθηκε ταχύτατα στους στενούς δρόμους μέχρι που βρέθηκε στην κεντρική πλατεία όπου ανέμεναν εκατοντάδες αντίπαλοι στρατιώτες τους οποίους ο επικεφαλής τους τηρούσε σε εφεδρεία.

Ευτυχώς για τους «Μαύρους» ουσάρους είχε πλέον σκοτεινιάσει και οι αντίπαλοι πίστεψαν ότι βρίσκονταν απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις. Στην πραγματικότητα οι Βεστφαλοί υπερείχαν αριθμητικά τουλάχιστο 2:1. Ψύχραιμα όμως οι ουσάροι τους ζήτησαν να παραδοθούν και οι Βεστφαλοί στρατιώτες απλώς κατέθεσαν τα όπλα.

Σημειώθηκαν μικρής κλίμακας οδομαχίες, αλλά σύντομα η μάχη έπαυσε, με εξαίρεση ένα κτήριο κοντά στην πύλη του Μπράιτεν όπου κλείστηκαν αρκετοί Βεστφαλοί και αμύνθηκαν όλη τη νύκτα. Το πρωί όμως και αυτοί παραδόθηκαν.

Επρόκειτο για μια μεγάλη νίκη του «Μαύρου Σώματος» που ναι μεν υπέστη 400 απώλειες, αλλά προκάλεσε στους αντιπάλους 600 και αιχμαλώτισε 80 αξιωματικούς και 2.000 περίπου υπαξιωματικούς και στρατιώτες. Κυριεύτηκε επίσης η σημαία του 5ου ΣΠ. Όμως 300 Βεστφαλοί αιχμάλωτοι εντάχθηκαν στο «Μαύρο Σώμα» οι απώλειες του οποίου σχεδόν αναπληρώθηκαν,

Μετά τη νίκη ο δούκας κινήθηκε προς την πρωτεύουσά του το Μπράουνσβαϊγκ όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Ωστόσο δεν υπήρξε υπέρ του επανάσταση καθώς οι δυνάμεις του ήταν μικρές και όλοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσε να νικήσει τη Γαλλία του Ναπολέοντα μόνος του, η δε αναμενόμενη βρετανική απόβαση στη βόρεια Γερμανία δεν έγινε. Το «Μαύρο Σώμα» παρέμεινε στην πόλη την 31η Ιουλίου.

Όμως την ίδια ημέρα ο δούκας πληροφορήθηκε ότι δύναμη 5.000 Βεστφαλών υπό τον Γάλλο στρατηγό Ρεμπέλ, πλησίαζε στην πόλη. Για να μην καταστραφεί η πόλη ο δούκας αποφάσισε να αποσύρει τις δυνάμεις του βορειότερα, στην τοποθεσία του χωριού Έλπερ. Ενισχυμένο με 200 κατοίκους της πόλης, το «Μαύρο Σώμα» έλαβε θέσεις στην τοποθεσία, καταστρέφοντας τη γέφυρα του ποταμού Όκερ, ώστε να μην μπορούν οι αντίπαλοι να το πλαγιοκοπήσουν.

Ο Γάλλος στρατηγός ξεκίνησε την επίθεση ρίχνοντας στη μάχη το 1ο Σύνταγμα Βεστφαλών Θωρακοφόρων. Η επίθεση όμως αποκρούστηκε από τα πυρά των Μπράουνσβαϊγκερ. Η επίθεση του βεστφαλικού 1ου ΣΠ υπήρξε πιο επιτυχής και απώθησε τους αντιπάλους στο χωριό Έλπερ. Ο δούκας ετοιμάστηκε να αντεπιτεθεί αλλά με οργή πληροφορήθηκε πως το αριστερό του πλευρό υποχωρούσε χωρίς λόγο. Αν και επιχείρησε να σώσει την κατάσταση δεν το κατόρθωσε και έτσι διέταξε υποχώρηση.

Ο αποχαιρετισμός του πολεμιστή.

Διαφυγή

Οι απώλειες πάντως του «Μαύρου Σώματος» ήταν μικρές – ανάλογα με τις πηγές κυμάνθηκαν μεταξύ 40 και 90 ανδρών. Οι αντίστοιχες των Βεστφαλών ήταν 200 έως 400. Την υποχώρηση κάλυψαν με υποδειγματικό τρόπο οι «Μαύροι» ουσάροι εκτελώντας και αντεπιθέσεις.

Μετά τη μάχη το Μαύρο Σώμα υποχώρησε ανενόχλητο χωρίς ο Ρεμπέλ να το καταδιώξει. Όταν επανέλαβε την κίνησή του διαπίστωσε ότι ο Μαύρος δούκας κινείτο προς το Ανόβερο. Ο Ρεμπέλ κινήθηκε αργά ακολουθώντας τους αντιπάλους του. Διέσχισε τον ποταμό Λάινε και συνέχισε βόρεια προς τη Χόγια στον ποταμό Βέζερ.

Μια από τις αιτίες που ο Ρεμπέλ δεν πρόλαβε τους υποχωρούντες ήταν και το έξυπνο τέχνασμα του δούκα Φρειδερίκου Γουλιέλμου, ο οποίος συγκρότησε μια μικτή δύναμη 120 πεζών και ιππέων τους οποίους διέταξε να υποχωρήσουν προς τη Βρέμη, επιδεικνύοντας, όσο ήταν δυνατό την παρουσία τους. Και ο Ρεμπέλ ακλούθησε τους λίγους και άφησε ανενόχλητους τους πολλούς!

Το μικρό αυτό σώμα εκτέλεσε υποδειγματικά την αποστολή του και ενώθηκε τελικά με το κύριο σώμα στις 6 Αυγούστου. Με τον τρόπο αυτό οι Μπράουνσβαϊγκερ είχαν χρόνο μέχρι να πουλήσουν τα άλογά τους πριν επιβιβαστούν σε βρετανικά πλοία τα οποία τους ανέμεναν και τους μετέφεραν αρχικά στην Ελιγολάνδη και κατόπιν στη νήσο Ουάιτ στη Μάγχη.

Ο Ιερώνυμος Βοναπάρτης ήταν οργισμένος με τον Ρεμπέλ και θέλησε αν τον συλλάβει. Ωστόσο ο στρατηγός γνωρίζοντας το σφάλμα του είχε ήδη διαφύγει στις ΗΠΑ. Επέστρεψε στην Ευρώπη μετά το πέρας των Ναπολεόντειων Πολέμων.