Σάρισσα, η «βασίλισσα» της μάχης: Από προϊστορία μέχρι Ναπολέοντα

Παντελής Καρύκας
536

Η σάρισσα ήταν ένα μεγάλου μήκους δόρυ. Γεννήθηκε πολύ νωρίς, ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους και εξόπλισε τους Μυνωίτες και πρώιμους Αχαιούς πεζούς με τη μορφή του «έγχους». Η βασική διαφοροποίηση της σάρισσας από το δόρυ το μήκος της το οποίο με την σειρά του απαιτούσε την χρησιμοποίηση και των δύο χεριών του πολεμιστή για τη χρήση της.

Σε γενικές γραμμές ως σάρισσα χαρακτηριζόταν κάθε δόρυ μήκους άνω των 3 έως 3,5 μ. Το δόρυ σπάνια ξεπερνούσε σε μήκος τα 2,5 μ. και ο πολεμιστής, συνήθως, το κρατούσε με το ένα χέρι. Οι πρώτες φάλαγγες σαρισσοφόρων ανάγονται στην Μινωική και πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή. Οι σάρισσες της εποχής, τα λεγόμενα έγχη, είχαν μήκος περί τα 3,5 μ. και εντάχθηκαν στο οπλοστάσιο των πολεμιστών της εποχής ως αντίδοτο στις επελάσεις των αντιπάλων αρμάτων.

Για ένα μεγάλο διάστημα η σάρισσα ξεχάστηκε ως όπλο. Επανήλθε σε χρήση, στον «γνωστό κόσμο» επί Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας, αν και κάποιοι αναλυτές αναφέρουν ότι ήταν οι Θηβαίοι Επαμεινώνδας και Πελοπίδας που την επανέφεραν σε χρήση. Χάρη στη σάρισσα η νέα, μακεδονική φάλαγγα, κατάφερε να επικρατήσει της παραδοσιακής φάλαγγας των δορυφόρων οπλιτών.

Η μακεδονική σάρισσα είχε μήκος διπλάσιο του μακρύτερου δόρατος, φτάνοντας ή και ξεπερνώντας ενίοτε τα 6 μ. Αποτελείτο από δύο τεμάχια που συνδέονταν με ορειχάλκινο σύνδεσμο και στο πίσω μέρος της έφερε ορειχάλκινο αντίβαρο, που λειτουργούσε και ως εφεδρική αιχμή, τον σαυρωτήρα.

Βυζάντιο – Αναγέννηση

Η σάρισσα παρέμεινε βασικό όπλο των ελληνικών στρατών μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση των ελληνικών και ελληνιστικών κρατών. Οι Ρωμαίοι πολεμούσαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο μέχρι και το τέλος της αυτοκρατορίας τους. Στο Βυζάντιο όμως η σάρισσα επανέκαμψε, για ένα διάστημα, εξοπλίζοντας τα τμήματα των βαριά οπλισμένων «σκουτάτων» πεζών.

Ωστόσο στην περίπτωση αυτή οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τις μήκους περί τα 3,5 μ. σάρισσές τους αμυντικά κυρίως, σχηματίζοντας αδιαπέραστο φράγμα αιχμών για το αντίπαλο ιππικό και πεζικό, υποστηριζόμενοι εκ του σύνεγγυς από φίλιο ελαφρύ πεζικό οπλισμένο με εκηβόλα όπλα.

Η σάρισσα και πάλι εξαφανίστηκε από τα πεδία των μαχών της Ευρώπης, τουλάχιστον, μέχρι τον 13ο αιώνα μ.Χ. Σταδιακά επανήλθε για να επιτρέψει στο πεζικό να αντιμετωπίσει το αντίπαλο δέος της εποχής, τους ιππότες.

Έχουν καταγραφεί οι επικές συγκρούσεις των σαρισσοφόρων «πολιτοφυλάκων» των Κάτω Χωρών με τους Γάλλους ιππότες, ή των Σκώτων κατά των Άγγλων. Θεωρητικά το ιππικό δεν θα έπρεπε να έχει καμία ελπίδα επικράτησης. Ωστόσο η απειρία των αμυνόμενων πεζών επέτρεψε στους εφίππους πολεμιστές να καταγράφουν επιτυχίες.

Πάντως η θριαμβευτική επιστροφή της σάρισσας ως βασικού όπλου του πεζικού καταγράφεται τον 15ο αιώνα στην Κεντρική Ευρώπη με τους Ελβετούς και τους Γερμανούς να έχουν τα πρωτεία.

Από τα Τέρθιο στον Ναπολέοντα

Οι σαρισσοφόροι της εποχής έφεραν σάρισσες μήκους περί τα 5 μ. κατά μέσο όρο, με τους Ισπανούς να επιλέγουν, αρχικά μικρότερου μήκους όπλα για να κερδίσουν σε ευκινησία, με τραγικά όμως αποτελέσματα.

Οι άνδρες δεν έφεραν πια ασπίδες όπως οι αρχαίοι συνάδελφοί τους και κράδαιναν τις σάρισσές τους με τα δύο χέρια, τασσόμενοι σε πολύ μεγάλο βάθος – ως και 50 ζυγούς, στην περίπτωση των Τέρθιος. Η σύγκρουση μεταξύ τέτοιων αντιπάλων φαλαγγών ήταν μια ιδιαίτερα αιματηρή υπόθεση που όμως έληγε σύντομα με τη μια πλευρά να χάνει το ηθικό της και να τρέπεται σε φυγή.

Τους σαρισσοφόρους υποστήριζαν άλλωστε άνδρες οπλισμένοι με λογχοδρέπανα ή μεγάλες σπάθες που πλαγιοκοπούσαν την αντίπαλη φάλαγγα. Σταδιακά αναπτύχθηκαν μικτά τμήματα σαρισσοφόρων και βαλλιστροφόρων ή αρκεβουζιοφόρων, ή αργότερα μουσκετοφόρων, με τους μεν να καλύπτουν τους οπλισμένους με εκηβόλα όπλα άνδρες και τους δε να εξασθενούν με τα πυρά τους την αντίπαλη φάλαγγα.

Η σάρισσα συνέχισε να χρησιμοποιείται ως βασικό όπλο προστασίας του πεζικού από το ιππικό έως και τον 18ο αιώνα, ενώ μεγάλοι στρατηγοί, όπως ο Μαυρίκιος της Σαξωνίας, πρότειναν, στα μέσα του 18ου αι. την επαναφορά της σε υπηρεσία ως όπλου κρίσης του αγώνα του πεζικού.

Στους Ναπολεόντειους χρόνους με δόρατα εξοπλίστηκαν, κυρίως ελλείψει μουσκέτων, αλλά και εκπαίδευσης, τμήματα Πρώσων και Ρώσων εθνοφρουρών. Οι Πρώσοι πάντως με την πρώτη ευκαιρία εξόπλισαν τα τμήματα αυτά με μουσκέτα.