Τι δείχνουν τα βρετανικά αρχεία για τη δολοφονία του Καποδίστρια

Τι δείχνουν τα βρετανικά αρχεία για τη δολοφονία του Καποδίστρια
Φωτό: ΑΠΕ:ΜΠΕ

Η δημόσια συζήτηση για τον Ιωάννη Καποδίστρια έχει αναθερμανθεί ύστερα από την ομώνυμη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Αντί όμως, αυτή να διεξάγεται με ιστορικούς όρους έχει εκτραπεί στο αν υπήρξε άμεση εμπλοκή των ξένων δυνάμεων στη δολοφονία του ωσάν το πιο σημαντικό να ήταν το εκτελεστικό χέρι της δολοφονίας του. Ή το επίσης αποστειρωτικό «βεντέτα ή συνωμοσία» ή αοριστολογίες περί ηθικής αυτουργίας.  Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος πυροβόλησε αλλά σε ποιο διεθνές πλαίσιο και με ποια δομή έγινε η δολοφονία του Καποδίστρια.

Η βρετανική ιστοριογραφία μέχρι και το 1930 παρουσίαζε τον Καποδίστρια με βάση τις επίσημες βρετανικές αναφορές περί “τυράννου”, “ρωσόφιλου”, “αντισυνταγματικού”, “συντηρητικού”. Ο C.W. Crawley με το έργο του “The Question of Greek Independence, 1930” ήταν από τους πρώτους που άρχισαν να αμφισβητούν το δόγμα ότι ο Καποδίστριας ήταν απλώς ένας “τύραννος”. Άρχισε να αναδεικνύει το γεγονός ότι οι Βρετανοί διπλωμάτες της εποχής ήταν προκατειλημμένοι και ότι ο Καποδίστριας είχε ειλικρινείς μεταρρυθμιστικές προθέσεις.

Ωστόσο, η πραγματική “αποκατάσταση” του Καποδίστρια στην βρετανική ιστοριογραφία ήρθε με τη μνημειώδη βιογραφία “Καποδίστριας: Ο Πατέρας της Ελληνικής Ανεξαρτησίας” το 1973, από τον στρατιωτικό των μυστικών υπηρεσιών και ιστορικό, C.M. Woodhouse. Ο Woodhouse κατέρριψε τον μύθο του “Ρώσου πράκτορα”, αποδεικνύοντας ότι ο Καποδίστριας ήταν ένας Ευρωπαίος οραματιστής που προσπάθησε να εφαρμόσει ένα μοντέλο κράτους δικαίου σε μια χώρα που δεν είχε θεσμούς.

Και καταλήγει «η βρετανική κυβέρνηση… δεν τον κατάλαβε ποτέ. Έβλεπαν στο πρόσωπό του μόνο έναν πράκτορα της Ρωσίας… Ήταν μια τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι ο άνθρωπος τον οποίο η βρετανική κυβέρνηση είχε παρεμποδίσει περισσότερο από κάθε άλλον, ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να είχε χαρίσει στην Ελλάδα τη σταθερότητα που οι ίδιοι επιθυμούσαν ».

Η θέση του Καποδίστρια στην ιστορία

Στη δεκαετία του 1970-1980 δύο ιστορικοί ολοκλήρωσαν τη στροφή, τοποθετώντας τον Καποδίστρια στο πλαίσιο του διεθνούς φιλελευθερισμού: ο Douglas Dakin και ο William St Clair. Ο Douglas Dakin εξήγησε ότι η σύγκρουση δεν ήταν μεταξύ “ελευθερίας και τυραννίας” και ότι «οι Βρετανοί, και σε μικρότερο βαθμό οι Γάλλοι, με την ίδια την παρουσία τους και τη γνωστή εχθρότητά τους προς τον Πρόεδρο Ι. Καποδίστρια, ενθάρρυναν τη συνταγματική αντιπολίτευση στην Ύδρα και τους Μανιάτες αντιφρονούντες». O William St. Clair εστιάζει με τη σειρά του στη ρητορική της “ελευθερίας” και σημειώνει ότι οι Βρετανοί διπλωμάτες υποστήριζαν την αντιπολίτευση της Ύδρας και της Μάνης επικαλούμενοι φιλελεύθερες αρχές και την ανάγκη για Σύνταγμα. Ωστόσο, ο σκοπός τους δεν ήταν η δημοκρατία, αλλά η αποσταθεροποίηση ενός ηγέτη που θεωρούσαν ρωσόφιλο.

Στο βιβλίο του ο St. Clair γράφει χαρακτηριστικά «Η βρετανική κυβέρνηση, η οποία κυβερνούσε τα Ιόνια Νησιά μέσω ενός Ύπατου Αρμοστή με εξουσίες πιο απόλυτες από οποιονδήποτε βασιλιά της Αγγλίας εδώ και αιώνες, έκανε κηρύγματα στον Καποδίστρια για τις αρετές της συνταγματικής ελευθερίας». Επίσης, τόνισε ότι μόλις ο Καποδίστριας βγήκε από τη μέση, η Βρετανία συμφώνησε αμέσως στην εγκαθίδρυση της Απόλυτης Μοναρχίας του Όθωνα, χωρίς κανένα Σύνταγμα για τα πρώτα δέκα χρόνια (1833-1843). Στη σελίδα 342, ο συγγραφέας εξηγεί ότι οι Δυνάμεις χρησιμοποιήσαν το πρόσχημα πως οι Έλληνες “απέτυχαν να αυτοκυβερνηθούν” -χρησιμοποιώντας ως απόδειξη το χάος που ακολούθησε τη δολοφονία-, άρα η μόνη λύση ήταν ένας ξένος ηγεμόνας. Δηλαδή οι Βρετανοί ιστορικοί εστιάζουν στη δομή και πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δολοφονία του Καποδίστρια.

Τα πρωτογενή βρετανικά αρχεία βρίσκονται διάσπαρτα στη χώρα. Τα αρχεία του Foreign Office βρίσκονται στο Κιού, στο Λονδίνο αλλά υπάρχουν πολλά άλλα ιστορικά αρχεία βρετανών αξιωματούχων, τα οποία δωρήθηκαν σε διάφορα πανεπιστήμια ή βιβλιοθήκες από τις οικογένειές του σχετικά πρόσφατα. Εκεί οι βρετανοί αξιωματούχοι μιλάνε σε “μη διπλωματική γλώσσα”. Λίγα είναι ψηφιοποιημένα όπως τα αρχεία του Ουέλλινγκτον στο πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον από το 2015. Για τα βασιλικά αρχεία χρειάζεται ειδική άδεια για πρόσβαση και ελάχιστα είναι ψηφιοποιημένα.

Ο Καποδίστριας μέσα από τη ματιά Βρετανών αξιωματούχων

Η ιστορική έρευνα σε αυτά ανέδειξε μερικά νέα στοιχεία. Στις 17 Φεβρουαρίου του 1826, ο Σερ Φρέντερικ Άνταμ, αρμοστής των Ιονίων Νήσων, ήταν πεπεισμένος ότι ο Βιάρος Καποδίστριας ηγούνταν μιας μυστικής συνωμοσίας μαζί με τον Παλαιό Πατρών Γερμανό να «εξασφαλισθούν αναφορές από τον κλήρο και τους στρατιωτικούς αρχηγούς προς τον Τσάρο, καλώντας τον, στο όνομα της κοινής τους θρησκείας, να εμφανισθεί και να βοηθήσει τους Έλληνες … γιατί όλοι οι άλλοι [το πολιτικό σύστημα] θεωρούνται, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του πληροφοριοδότη μου, ως πουλημένοι στην Αγγλία».

Στις 18 Ιουνίου του 1826, ο Υπουργός Πολέμου και Αποικιών, Μπαθέρστ, προτρέπει τον Υπουργό των Εξωτερικών, Ουέλλινγκτον, να μη δεχθεί ο Βρετανός Πρέσβης στο Παρίσι τον Καποδίστρια για ακρόαση [όσον αφορά την Ελληνική Υπόθεση] όπως ο Βασιλιάς της Βρετανίας Γεώργιος ο Δ’ μαζί με τον απεσταλμένο του Μέττερνιχ είχαν πληροφορηθεί.

Στις 19 Ιουνίου ο Ουέλλινγκτον απαντά ότι δεν θα γίνει δεκτός. Τον θεωρεί ενοχλητικό ζήτημα για την Κέρκυρα και με γενικότερη διάθεση για “κακόβουλες ενέργειες”. Στις 21 Ιουνίου του 1826, ο Ουέλλινγκτον [νικητής του Ναπολέοντα, στρατάρχης και Υπουργός των Εξωτερικών] γράφει ότι ο νέος Τσάρος [Νικόλαος ο Α’] δεν θα επαναπροσλάβει τον Καποδίστρια γιατί «απομακρύνθηκε λόγω της συνδέσεώς του με μυστικές εταιρείες πράγμα το οποίο αποδείχθηκε προς πλήρη ικανοποίηση του προηγούμενου Τσάρου [Αλέξανδρου του Α’]».

Ο Καποδίστριας είχε απολυθεί από τον Τσάρο Αλέξανδρο το 1822 (από Υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας). Στις 12 Οκτωβρίου 1827, ο Ουέλλινγκτον σε προσχέδιο απαντητικής επιστολής προς τον Καποδίστρια σχετικά με τις προβλέψεις της συνθήκης του Λονδίνου του 1827 γράφει «ήταν αναπόφευκτο οι Έλληνες να διαδραματίσουν δευτερεύοντα ρόλο, καθιστάμενοι εξαρτημένοι από τη μία ή την άλλη δύναμη».

Ο Καποδίστριας όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε Πρόεδρος της Ελλάδας (στη ελληνική ιστοριογραφία χρησιμοποιείται ο όρος “Κυβερνήτης”) το Γενάρη του 1828, η Βρετανική Αυτοκρατορία πέρασε σε μετωπική σύγκρουση μαζί του. Στις 10 Μαϊου 1829, ο Πρωθυπουργός Ουέλλινγκτον (πρώην ΥΠΕΞ), φέρνει τον επικοινωνιακό πόλεμο κατά του Καποδίστρια μέσα στην Ελλάδα*, λέγοντας «έχει μικρή εμπιστοσύνη στις συνέπειες ενός πολέμου εφημερίδων. Ένας τέτοιος πόλεμος στα Ιόνια Νησιά, στον Μοριά κτλ., μπορεί πότε-πότε να είναι χρήσιμος για να κάνει τον Καποδίστρια να συνειδητοποιήσει ότι και άλλοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό το όπλο εξίσου καλά με αυτόν. Ο κ. Ντώκινς [Βρετανός Πρέσβης στο Ναύπλιο] θα μπορούσε να δώσει στον Καποδίστρια μια υπόδειξη ότι η συμπεριφορά του δεν έχει την ολόψυχη έγκριση».

Στις 22 Αυγούστου, ο Υπουργός των Εξωτερικών Αμπερντίν χρησιμοποιεί και τους Ρώσους για να σταματήσει η Ελλάδα τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς ο Καποδίστριας εκμεταλλευόταν τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Θυμίζω ότι η τελευταία και νικηφόρα μάχη της Ελληνικής Επανάστασης ήταν στις 12 Σεπτεμβρίου του 1829 με στρατηγό τον Δ. Υψηλάντη.

Στις 10 Φεβρουαρίου, o Ουέλλινγκτον γράφει προς τον Υπουργό των Αποικιών Μάρεϊ «η οικογένεια Καποδίστρια, ως δυσαρεστημένοι υπήκοοι της Αυτού Μεγαλειότητος, και ο Ιωάννης Καποδίστριας, έχοντας σε περισσότερες από μία περιπτώσεις εκδηλώσει την εχθρότητά του προς αυτή τη χώρα, είναι πολύ επιθυμητό ο Σερ Φρέντερικ Άνταμ να συνεχίσει να παρατηρεί στενά όλα όσα αυτή η οικογένεια, και ιδιαιτέρως του αρχηγού της, πράττουν ή αναλαμβάνουν».

Ο Λεοπόλδος παραιτείται από τον ελληνικό θρόνο τον Μάιο του 1830. Ο Βρετανός μονάρχης, Γουλιέλμος ο Δ’ γράφει στον Αμπερντίν [Υπουργό των Εξωτερικών] ότι ο Καποδίστριας χρησιμοποίησε “δόλια μέσα” για να αποθαρρύνει τον Λεοπόλδο, αποκαλώντας τον “ραδιούργο” .

Στις 18 Ιουνίου του 1830, ο Βρετανός Πρέσβης στην Φρανκφούρτη Τζώρτζ Γουίλιαμ Τσάντ αναφέρει τη συζήτηση που είχε με τον Μέττερνιχ για την παραίτηση του Λεοπόλδου και τον ρόλο του Καποδίστρια. Ο Μέττερνιχ λέει «ο Καποδίστριας του μιλούσε για τη γερουσία του· είναι καλός με τη γερουσία του! Ξέρουμε τι αξίζει αυτό. Κι εγώ επίσης έχω γερουσία αν θέλω. Έχω τον αρχιθαλαμηπόλο μου, τον κηπουρό μου, τον κυνηγό μου, τον μάγειρά μου, και αν μου προτείνετε κάτι που δεν μου αρέσει και που δεν θέλω να παραχωρήσω, απαντώ: “Έχω τη γερουσία μου που αρνείται”, και τους συγκεντρώνω και τους λέω: “Δεν είναι έτσι ότι δεν θέλετε;” Και αυτοί απαντούν: Όχι, βέβαια δεν θέλουμε. Θα φαινόταν λοιπόν, παρατήρησα [Βρετανός Πρέσβης], ότι ο Κόμης Καποδίστριας είναι ένας επιτετραμμένος που δεν θέλει την άφιξη του Βασιλιά του».

Μετά τη δολοφονία του…

Μετά τη δολοφονία του, στις 26 Δεκεμβρίου του 1831 ο Σερ Στατφορντ Κάννιγκ γράφει στον Πάλμερστον [Υπουργό Εξωτερικών] ότι «οι Έλληνες, ένας-ένας και όλοι μαζί, λένε ψέματα· αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι ο Καποδίστριας ακολούθησε ένα κακό σύστημα διακυβέρνησης» και συνεχίζει για την διακυβέρνηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια «φαίνεται πράγματι να είναι αλήθεια ότι Έλληνες έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα για μέρη υπό τουρκική κυριαρχία ανησυχώντας για το σύστημα διακυβέρνησης που ακολουθείται εδώ».

Στις 18 Ιανουαρίου 1832, ο Ντώκινς, Βρετανός Πρέσβης στο Ναύπλιο αναφέρει τη συζήτησή του με τον Α. Καποδίστρια στον Σερ Στράτφορντ Κάννιγκ «[Αυγουστίνος Καποδίστριας] … η Ελλάδα απολάμβανε κατάσταση ειρήνης και ευημερίας έως τον Ιανουάριο του 1831. Η προσφορά του θρόνου στον Πρίγκιπα Λεοπόλδο έδωσε την ευκαιρία στα κόμματα που αντιπολιτεύονταν τον Πρόεδρο να συσπειρωθούν γύρω από τον Πρίγκιπα αυτόν. Ο Ντώκινς ανταπαντά ότι αυτό δεν συνέβη παρά μόνον αφού ανακάλυψαν ότι το κόμμα του Καποδίστρια προσπαθούσε να εμποδίσει την αποδοχή του Πρίγκιπα Λεοπόλδου και συνεχίζει λέγοντας ότι ο Λόρδος [στα ελληνικά κοτζαμπάσης ή πρόκριτος] Δεληγιάννης ετέθη στη φυλακή επειδή προετοίμαζε μία διεύθυνση προς τον Πρίγκιπα Λεοπόλδο».

Ο Douglas Dakin γράφει ότι «οι πρεσβείες της Βρετανίας και της Γαλλίας ενθάρρυναν την αντιπολίτευση δείχνοντας καθαρά ότι δεν ήθελαν το μοντέλο διακυβέρνησης του Προέδρου Καποδίστρια και ειδικά ο Ντώκινς βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τους Υδραίους και τους Μαυρομιχαλαίους». Επίσης ότι «με την άρνηση των δανείων και συνεχή κριτική περί δεσποτείας, η Βρετανία έδωσε το σήμα ότι ο Καποδίστριας δεν είχε την διπλωματική αποδοχή τους». Τέλος ότι «ο Ντώκινς γνώριζε τις προθέσεις των Μαυρομιχαλαίων αλλά η παθητικότητά του μεταφράστηκε ως σιωπηρή αποδοχή».

Ο Woodhouse θεωρεί ότι η εμπλοκή ήταν κάτι παραπάνω από ηθική: ήταν πολιτική στραγγαλιστική τακτική. Η Βρετανία ενθάρρυνε την Ύδρα να μην πληρώνει φόρους και με την γενικότερη πολιτική της υπονόμευε ενεργά την κρατική οντότητα (πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά, ηθικά). Και σημειώνει «ότι ο Βρετανός αντιπρόσωπος και ο Γάλλος διοικητής δεν μπορούν να απαλλαγούν τουλάχιστον από μια παθητική ευθύνη για το έγκλημα, διότι είχαν δημιουργήσει την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία αυτό έγινε εφικτό ». Για τον William St. Clair, η εμπλοκή ήταν συνειδητή εξαπάτηση.

Η Βρετανία χρησιμοποίησε τους Μαυρομιχαλαίους ως “χρήσιμους ηλίθιους”. Τους έπεισε ότι αγωνίζονται για την “ελευθερία” (βάσει του κώδικα τιμής τους) και το “σύνταγμα”, ενώ ο πραγματικός στόχος του Λονδίνου ήταν να αντικαταστήσει τον Καποδίστρια με μια απόλυτη μοναρχία ελεγχόμενη από το Foreign Office. Ο St. Clair χαρακτηρίζει τη βρετανική στάση ως μια μορφή διπλωματικού παροξυσμού, όπου η ανάγκη να φύγει ο “Ρώσος” δικαιολογούσε κάθε μέσο.

Συμπέρασμα

Η επιστροφή στα βρετανικά αρχεία και στους Βρετανούς ιστορικούς δεν αλλάζει απλώς την εικόνα του Καποδίστρια· αλλάζει το ίδιο το ερώτημα που θέτουμε. Τα βρετανικά αρχεία δεν προσφέρουν μια απλή αναθεώρηση της εικόνας του· αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής πολιτική μπορεί να διαμορφώσει τόσο τη δράση όσο και τη μνήμη ενός ηγέτη. Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος δολοφόνησε τον πρώτο Πρόεδρο της Ελλάδας, αλλά σε ποιο διεθνές περιβάλλον κατέστη δυνατή η δολοφονία του.

Και όσο η έρευνα μετακινείται από το πρόσωπο στη δομή, τόσο καθίσταται σαφέστερο ότι η ιστορία του Καποδίστρια είναι ταυτόχρονα ελληνική και ευρωπαϊκή — μια ιστορία όπου η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων υπήρξε μέρος του γεγονότος και όχι απλώς το σκηνικό του.


*Ο πόλεμος μέσω ΜΜΕ είχε ξεκινήσει με την γαλλόφωνη Courrier de Smyrne το καλοκαίρι του 1828, η οποία πρώτη τον αποκάλεσε “τύραννο”. Η εφημερίδα αυτή μοιραζόταν σε όλες τις πρεσβείες.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx