«Καλογήρου»: Η κατάρρευση ενός status symbol

Νεφέλη Λυγερού
26

Μερικούς μήνες πριν. Κολωνάκι, νωρίς το πρωί: Η οδός Κανάρη έχει πλημμυρίσει από τη μυρωδιά φρεσκοκαβουρδισμένων ξηρών καρπών και καφέ. Αγουροξυπνημένοι οι πελάτες στέκονται υπομονετικά μπροστά από το μαγαζί που αποτελεί εστία αυτής της οσμής για να πάρουν τον πρωινό καφέ τους και να κατευθυνθούν στην εργασία τους. Δύο γυναίκες συζητούν χαμηλόφωνα περιμένοντας τη σειρά τους. «Ακούγεται πως θα κλείσει η Καλογήρου». «Τα παπούτσια;» ρωτάει η άλλη. «Ναι τα παπούτσια. Βαράνε μύγες, ενώ πριν λίγα χρόνια έπρεπε να περιμένεις μία ώρα να σε εξυπηρετήσουν».

Ο διάλογος των δύο γυναικών γίνεται αντιληπτός από διπλανούς, που άλλοτε θα αγνοούσαν ο ένας τον άλλον, αποφεύγοντας έστω και την ανταλλαγή μίας τυπικής καλημέρας. Για λίγα λεπτά, όμως, στο ετερόκλητο πηγαδάκι εξελίσσεται ένας θερμός διάλογος για το τέλμα, στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα.

Είναι γεγονός ότι η κρίση της έχει βάλει «τα δύο πόδια της “Καλογήρου” σ’ ένα παπούτσι». Ο όμιλος Λεμονή είναι ένα από τα θύματα της κρίσης, λόγω των υψηλών δανειακών υποχρεώσεών του. Tο συνολικό βάρος ανέρχεται σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια. Οι συσσωρευμένες ζημιές, σε συνδυασμό με τα αρνητικά ίδια κεφάλαια δεν άφησαν περιθώρια για λύση. Τις τελευταίες εβδομάδες διεξάγονται διαπραγματεύσεις μεταξύ της οικογένειας Λεμονή, των τραπεζών και υποψηφίων επενδυτών για να περάσει η εταιρεία σε άλλα χέρια.

Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για τη μοίρα της εταιρείας δεν έγκειται μόνο στο ότι αυτή έχει ταυτίσει την παρουσία της με την πολυτελή υπόδηση. Η “Καλογήρου” συνδέεται με μία ολόκληρη εποχή που όλα δείχνουν ότι έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η εταιρεία είχε κατορθώσει να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος αυτής της αγοράς, αντιπροσωπεύοντας όλες τις γνωστές μάρκες του εξωτερικού που μετατρέπονταν σε status symbols στα πόδια των απανταχού γυναικών, ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικού επιπέδου. Στα χρόνια της ευημερίας, άλλωστε, δεν τιμούσαν το μαγαζί μόνο οι εύπορες κυρίες.

Τα ακριβά παπούτσια αποτελούσαν για όλες μύχιο πόθο. Όλες είχαν δικαίωμα στο όνειρο. Κατανοώντας την τάση, η εταιρεία δημιούργησε τη δική της πιστωτική κάρτα, με αποτέλεσμα την αύξηση του τζίρου, αλλά και την αντίστοιχη αύξηση των δόσεων. Η οικονομική πραγματικότητα, όμως, άλλαξε ριζικά και μαζί της άλλαξε και η μοίρα της εταιρείας, παρά τα 120 χρόνια επιτυχημένης πορείας.

Τα πρώτα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους το 2011. Η απόφαση της οικογένειας να αγνοήσει τα σημάδια, ανοίγοντας αποκλειστική μπουτίκ της ιταλικής φίρμας Fendi στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία και έβαλε λουκέτο σε χρόνο ρεκόρ. Από τότε παρατηρήθηκε ολοένα και μεγαλύτερη μείωση των πωλήσεων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την όξυνση του προβλήματος ρευστότητας. Οι προμηθευτές του εξωτερικού επέβαλαν στην “Καλογήρου” ιδιαίτερα σκληρούς όρους, επειδή θεωρούν την Ελλάδα αναξιόπιστη.

Ο Φραγκίσκος Λεμονής που έχει τον πρώτο λόγο, αλλά και τα δύο αδέλφια του Κωνσταντίνος και Αλέξανδρος, είχαν αποσπάσει τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων συγγενών και συνεργατών και είχαν κάνει μία ύστατη κίνηση. Έκλεισαν δέκα καταστήματα, μεταξύ των οποίων και αυτά στα Πατήσια, τα Μελίσσια, την Αγία Παρασκευή και τον Πειραιά. Ιδιαίτερο πλήγμα, όμως, ήταν είναι το λουκέτο που μπήκε στο πάλαι ποτέ ισχυρό εμπορικό της κάστρο στο Κολωνάκι.

Σήμερα, η εταιρεία βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Πρόκειται για μία εξέλιξη που σίγουρα δεν ανέμενε μία οικογένεια που εδώ και γενιές είχε συνηθίσει μόνο σε επιτυχίες. Δεν έχουν περάσει, εξάλλου, πολλά χρόνια από τότε που όλοι ζήλευαν το υπερπολυτελές σκάφος δεκάδων μέτρων, ή που έκαναν ουρά για μία πολυπόθητη πρόσκληση στα πάρτι τους σε Αθήνα και Μύκονο.

Την αρχή έκανε ο Κομνηνός Καλογήρου, ο οποίος δημιούργησε το 1890 το πρώτο κατάστημα υποδημάτων στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Κολοκοτρώνη. Ήταν ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος τεχνίτης που κατασκεύαζε δερμάτινα παπούτσια, τα οποία αγόραζε όλη η τότε καλή αθηναϊκή κοινωνία. Τα παπούτσια του ήταν τα πρώτα ποιοτικά παπούτσια που ακολουθούσαν και τη μόδα και τις προδιαγραφές που κυριαρχούσαν στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη.

Ο Κομνηνός ταξίδευε σ’ αυτές τις πόλεις για να πάρει ιδέες και να εμπνευστεί νέα σχέδια. Μετά τα δεινά της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, τα παπούτσια Καλογήρου αποτέλεσαν τμήμα ενός ονείρου για τις Ελληνίδες της εποχής. Τα περιοδικά της εποχής διαφήμιζαν τα περιβόητα παπούτσια με φωτογραφίσεις που θύμιζαν αντίστοιχες του εξωτερικού. Τα γοβάκια της Καλογήρου είχαν πια εξελιχθεί σε όνειρο ζωής για τη μέση Αθηναία.

Το 1950 τα ηνία της εταιρείας πέρασαν στην κόρη του Κομνηνού, την Άννα. Αυτή με τον σύζυγό της Φραγκίσκο Λεμονή ανέλαβαν όχι απλά να διατηρήσουν, αλλά να  ισχυροποιήσουν την εταιρεία. Σύντομα ανέπτυξαν ένα δίκτυο καταστημάτων και μεγάλωσαν τη φήμη της εταιρείας.

Το ζευγάρι απόκτησε ένα γιο, ο οποίος πήρε το όνομα του ιδρυτή. Όταν ήρθε ο καιρός του, ο Κομνηνός Λεμονής έγινε πρόεδρος της εταιρείας και τη μεταμόρφωσε. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές είχε ζήσει στο εξωτερικό και είχε σπουδάσει το αντικείμενο. Έχοντας πτυχίο στα οικονομικά και στην τέχνη του υποδήματος από τη Βρετανία, ήταν εκείνος που ολοκλήρωσε τη μετεξέλιξη της εταιρείας σ’ ένα υπερμοντέρνο luxury brand με πρότυπα του εξωτερικού.

Αυτό παρέδωσαν αυτός και η σύζυγός του Μαρίνα Βάρδα στους τρείς γιους τους. Η νέα γενιά της οικογένειας συμπεριλαμβάνει τους Φραγκίσκο, Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο, οι οποίοι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους στην Αμερική ανέλαβαν με τη σειρά τους τα ηνία του ομίλου. Επέκτειναν τις συνεργασίες με διεθνείς οίκους, όπως είναι η Dolce & Cabbana, η Nine West, η GEOX και άλλες.

Παράλληλα ανέπτυξαν το δίκτυο πωλήσεων. Πίστευαν στη διεύρυνση μέσω του λεγόμενου franchise. Το 2008, μάλιστα, ήταν χρονιά ορόσημο, λόγω της λειτουργίας τεσσάρων καταστημάτων στη Βουλγαρία και του ανοίγματος ανεξάρτητων μπουτίκ διάφορων ιταλικών οίκων που αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά στην Ελλάδα.

Η οικογένεια δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στα νέα οικονομικά δεδομένα, καθώς μέχρι προσφάτως πρωταγωνιστούσε στην κοσμική Αθήνα, διάγοντας έναν ιδιαίτερα πολυτελή βίο. Τα μέλη της διασκέδαζαν σε Μύκονο, Αράχοβα, αλλά και στα πιο γνωστά αθηναϊκά στέκια, από τα οποία έχουν αποσυρθεί τους τελευταίους μήνες.

Ενδεικτικοί του life style τους είναι και οι γάμοι των τριών αδελφών που βρίσκονται στο τιμόνι της εταιρείας. Ο Αλέξανδρος Λεμονής είχε παντρευτεί λίγα χρόνια νωρίτερα στην Εκάλη, παρουσία σύσσωμου το ελληνικό jet set, καθώς ο νεαρός επιχειρηματίας διατηρούσε άριστες σχέσεις με τις περισσότερες ισχυρές ελληνικές οικογένειες. Για τη διασκέδαση των καλεσμένων του, μάλιστα, είχε επιστρατευτεί γνωστή Ελληνίδα τραγουδίστρια με πλούσια αμοιβή.

Τη Μύκονο είχε επιλέξει για τον χορό του Ησαϊα ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Φραγκίσκος. Ο γάμος του με την Ελένη Κουρτέση είχε συζητηθεί έντονα, καθώς το γαμήλιο γλέντι είχε δοθεί στο περιβόητο Νammos, χωρίς να υπολογιστούν τα έξοδα. Αντίστοιχης πολυτέλειας ήταν και ο γάμος του Κωνσταντίνου με την Άννα Συριώτη. Παρ’ ότι, όμως, έμοιαζαν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια έβαλαν τέλος στο γάμο τους μετά από δέκα χρόνια κοινής πορείας.

Όπως και να έχει, οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται κρίσιμες για το μέλλον τα εταιρείας που από την αρχή της κρίσης συσσωρεύει ζημίες.