Ο “mister all inclusive”

Νεφέλη Λυγερού
3

Ο αναπάντεχος χαμός του Κώστα Μήτση βύθισε στο πένθος την οικογένειά του, η οποία μένει να αναμετρηθεί με την απώλεια. Λίγα χρόνια νωρίτερα ένα επαγγελματικό ταξίδι που πραγματοποίησε στην Αμερική αποκάλυψε την αδυναμία της καρδιάς του. «Δεν συμβαδίζει με το νεανικό σου μπριο», του είπαν χαριτολογώντας οι γιατροί. Τον προειδοποίησαν συνιστώντας του ιδιαίτερη προσοχή.

Ο ίδιος δεν θορυβήθηκε. «Δεν παθαίνω τίποτα! Είμαι σκληρό καρύδι εγώ», συνήθιζε να λέει στους φίλους του. Και, όμως, αυτή τελικά ήταν που τον πρόδωσε. Συγγενείς και φίλοι τον αποχαιρέτησαν την τελευταία ημέρα του Αυγούστου. «Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι, αποχαιρετάμε και τον Κώστα. Μα τώρα που το σκέφτομαι και ο ίδιος δεν θα διάλεγε άλλη μέρα. Ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με το ελληνικό καλοκαίρι και τον τουρισμό επέλεξε να φύγει μαζί του».

Μπορεί ο θάνατός του να ήταν αιφνίδιος, αλλά δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη για το πού θα αναπαυθεί. Το είχε πεί, άλλωστε, πολλές φορές και ο ίδιος. «Στο χωριό μου να με πάτε, μόνο εκεί. Εκεί που δεν υπάρχουν πολυτελή θέρετρα σαν και αυτά που φτιάχνω εγώ, αλλά μόνο υπέροχοι άνθρωποι και πανέμορφα τοπία». Το χωριό Κρυονέρι στην ιδιαίτερη πατρίδα πατρίδα του, στα Ιωάννινα, ήταν το μοναδικό μέρος που θα μπορούσε να αγκαλιάσει έναν άνθρωπο που δήλωνε «ηπειρώτης μέχρι τα μπούνια». «Η Ήπειρος κυλούσε στο αίμα του», σχολιάζει στενός φίλος του. «Όταν επέστρεφε εκεί συνήθιζε να λέει ότι μπορεί να αναπνεύσει ξανά».

Εκεί πήρε την πρώτη του ανάσα, λίγο πριν ηχήσουν οι σειρήνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ανήσυχος, σκεφτικός, ζαβολιάρης και ηγέτης από τα γεννοφάσκια του, απολάμβανε με τους φίλους του παιχνίδια στα βουνά, στις ακρώρειες και στους χαμηλούς κυματισμούς λόφων. Ο ίδιος λάτρευε να διηγείται τα παιδικά του χρόνια στα γοργόνερα ποτάμια και στις μικρές γαλαζωπές λίμνες που τα είχαν σημαδέψει.

«Δεν είχα πολλά ως παιδί, αλλά είχα πείσμα», έλεγε για την ταπεινή απαρχή του. Από πολύ νωρίς γνώριζε ότι για να φτάσει εκεί που στόχευε έπρεπε να εγκαταλείψει τα μέρη του. Λίγοι γνωρίζουν ότι ένα από τα όνειρά του ήταν το θεατρικό σανίδι και η υποκριτική. Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια για εκείνον.

Με ελάχιστα ρούχα και πίτες για να μην πεινάσει, τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες, έφθασε στην Αθήνα πριν ακόμα μπεί στην εφηβεία. Ήταν χαμένος στη βουή μίας πόλης που του φαινόταν αχανής και εχθρική. Έμεινε στην Πλάκα και φοίτησε στο 1ο Γυμνάσιο Αθηνών. Μετά το σχολείο εργαζόταν για το μεροκάματο, κάνοντας δουλειές του ποδαριού. «Ό,τι μπορείς να φανταστείς το έχω κάνει», έλεγε στις παρέες του. «Έλιωσα παπούτσια, όχι αστεία».

Το ταλέντο του, όμως, ήταν στις πωλήσεις. Χαριτωμένος, επίμονος και πειστικός, «ο Κώστας μπορεί να σου πουλήσει τα πάντα», έλεγαν οι φίλοι του. Προς τα εκεί κατευθύνθηκε. Το σχολείο, άλλωστε, δεν τον είχε κερδίσει. Τα έπιανε γρήγορα τα γράμματα και όλοι οι καθηγητές του μιλούσαν για έναν ιδιαίτερα έξυπνο μαθητή, αλλά ο Κώστας γνώριζε ότι εκεί που έπρεπε να επενδύσει τον χρόνο του ήταν στους δρόμους. Η αγορά έγινε το πανεπιστήμιο που ποτέ δεν πήγε. Έμαθε τους κανόνες της, τους ανθρώπους της και τις τρικλοποδιές που σου βάζουν. Πάνω απ’ όλα, όμως, έμαθε τα πάντα για τον πελάτη. «Νομίζω ότι ο Κώστας ξεχώρισε γιατί μπήκε στην ψυχολογία του πελάτη: τί θέλει, πώς το θέλει, πώς πρέπει να τον προσεγγίσεις…», λέει στενός συνεργάτης του.

Ήταν μόλις 17 ετών όταν αποφάσισε ότι είχε φτάσει ο καιρός να γίνει αφεντικό του εαυτού του. Ως κλασικός Ηπειρώτης είχε αποταμιεύσει κάποια χρήματα, τα οποία επένδυσε στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας. Είχε εργαστεί ως πωλητής ενδυμάτων και ένοιωθε ασφάλεια σ’ αυτό τον τομέα. Άνοιξε το δικό του  πλεκτήριο. Περήφανος έγραφε γράμματα στους συγγενείς του στο χωριό. Επιτέλους η Αθήνα έμοιαζει να αρχίζει να τον αποδέχεται και αυτός σιγά σιγά να βρίσκει τη θέση του.

Η επιχείρησή του γρήγορα απασχολούσε 30 άτομα. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και ο νεαρός Κώστας ήταν ακούραστος. Εργαζόταν περισσότερο από όλους. Κοιμόταν στην επιχείρησή του και δεν άφηνε καμία παραγγελία να πέσει κάτω. Η επιχείρησή του μεγάλωνε χρόνο με τον χρόνο. Σε 10 χρόνια το προσωπικό του άγγιξε τα 170 άτομα. «Νομίζω ότι η εργατικότητά του έπαιξε ρόλο, αλλά ο ανταγωνισμός ήταν αυτός που τον ξεχώριζε. Συνήθιζε να λέει «ό,τι και να γίνει εμείς θα έχουμε καλύτερες τιμές από τον ανταγωνιστή»».

[quote pull=»center»]Αν και πήγαινε καλά αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα αλλάζουν. «Ο τουρισμός είναι χρυσάφι, εκεί αξίζει να επενδύσει κανείς». Οργάνωσε προσεχτικά το επόμενο βήμα του. Το 1978 άνοιξε το πρώτο του ξενοδοχείο στην Κω μαζί με μια καινοτομία: πρόκειται για το πρώτο all inclusive ξενοδοχείο: ένα ξενοδοχείο που τα έχει όλα μέσα. Φαγητό, διασκέδαση, θάλασσα.[/quote]

Τα πρώτα χρόνια τα πέρασε κυριολεκτικά εκεί για να μάθει έναν άγνωστο τομέα και τα μυστικά του. Όταν η επένδυτή του άρχισε να αποδίδει πέρασε στο επόμενο βήμα. Η θεωρία του, εξάλλου, ήταν απλή: «όποιος μένει στάσιμος πεθαίνει. Διεύρυνση, διεύρυνση, διεύρυνση». Σταδιακά, ο άγνωστος Μήτσης άρχισε να κυριαρχεί στην τουριστική βιομηχανία. Άνοιγε το ένα ξενοδοχείο μετά το άλλο. Τα εντυπωσιακά κτίρια ξεπηδάνε στα Ιωάννινα, στην Κέρκυρα, στην Κρήτη, στην Αθήνα και στη Μύκονο. Ο νεαρός από τα Ιωάννινα είχε πια δημιουργήσει τη δική του αλυσίδα με την επωνυμία  Mitsis Hotels, η οποία δεχόταν δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες τον χρόνο. «Τα πάντα θέλουν φροντίδα, καλή προαίρεση και προσοχή. Οι επισκέπτες χρειάζονται περιποίηση», σημείωνε σε συνέντευξή του.

Εκτός από τις επιχειρήσεις του, όμως, ο Κώστας Μήτσης είχε πάθος και με την πολιτική. Παρακολουθούσε τα πάντα, ενημερωνόταν για τα πάντα και δεν έκρυβε τη συμπάθειά του στο κόμμα της ΝΔ και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Συνδέθηκε στενά με τον Κώστα Μητσοτάκη και αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο γενναιόδωρους υποστηρικτές της δεξιάς παράταξης. Οι χορηγίες του στο κόμμα και στα στελέχη του είναι περιβόητες.

Τα πιο γνωστά γαλάζια στελέχη, εξάλλου, έχουν συστηματικά φιλοξενηθεί στα ξενοδοχεία του και έχουν παραστεί στις προσωπικές του μαζώξεις και στα εντυπωσιακά του πάρτι. Το πολιτικό ενδιαφέρον του αυτό είναι που τον έκανε να εισέλθει και στον χώρο του Τύπου. Μεταξύ των άλλων είχε αγοράσει και την εφημερίδα Βραδυνή.

Επιχειρηματικά, όμως, το κέντρο βάρους παρέμεινε ο τουρισμός. Η θητεία του στον Τύπο δεν στέφθηκε με επιτυχία και ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκε να δέχεται πυρά από εργαζομένους του. Αν και σύμφωνα με πληφορορίες είχε καλές προθέσεις και κρατούσε ανοιχτή την πόρτα του για όποιον ήθελε να του μιλήσει έγιναν άστοχες κινήσεις, που σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση έκλεισαν άδοξα αυτό το κεφάλαιο.

Μετά από αυτή την παρένθεση αρκετών χρόνων, ο Μήτσης αφιερώθηκε στις ξενοδοχειακές επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Κυκλοφορούσε με το προσωπικό του λίαρ τζετ από το ένα νησί στο άλλο για να επιβλέπει τα δεκάδες ξενοδοχεία του.

Ο γάμος του με την Τζένη του χάρισε δύο παιδιά: τη Χριστίνα και τον Σταύρο. Ο γιός του ασχολείται από νεαρή ηλικία με τα ξενοδοχεία, έχοντας φέρει ένα νέο αέρα διοίκησης στην επιχείρηση. Αμέσως μετά το πέρας των σπουδών του, άλλωστε, είχε ζητήσει από τον πατέρα του να έχει την αποκλειστική ευθύνη για ένα ξενοδοχείο. Έτσι και έγινε με θετικά αποτελέσματα.

Η κόρη του επιχείρησε να ανακαλύψει τον δικό της δρόμο. Δεν έκρυβε, εξάλλου, τον πολυετή αγώνα της με τα κιλά, εξιστορώντας με απόλυτη ειλικρίνεια το ταξίδι της στην Αμερική που την βοήθησε να χάσει πάνω από πενήντα κιλά. Αυτή είναι που του χάρισε και τα τρία του εγγόνια, ένα εκ των οποίων έχει και το όνομά του.

Σύντροφός του στις επιχειρήσεις, αλλά και στη ζωή ήταν και η συνεργάτιδά του Ελένη. Ήταν κινητήριος δύναμη στις επιχειρήσεις του, αλλά και φύλακας άγγελός του. Αυτή επιμελήθηκε τη δημιουργία νέων ξενοδοχείων και “έτρεχε” αρκετά εξ αυτών.

Η μεγαλύτερή του αδυναμία, όμως, ήταν τα παιδιά του. Φρόντιζε πάντα την ονομαστική εορτή του να την γιορτάζει με την επίσημη σύζυγο Τζένη, τα παιδιά του και φίλους στο πολυτελές σπίτι της οικογένειας στη Φιλοθέη. Καλεσμένοι του και στο σπίτι, αλλά και στα ξενοδοχεία του ήταν πάντα γνωστά ονόματα της πολιτικής, κυρίως από τη ΝΔ, αλλά και κάποια από το ΠΑΣΟΚ.

Οι καλεσμένοι ακόμα θυμούνται την φιλοξενία του, αλλά και την προσοχή που έδινε στις λεπτομέρειες. Το σπίτι ήταν διακοσμημένο στην εντέλεια, γεμάτο λουλούδια, ενώ ένας ειδικός φωτισμός, χαλαρή μουσική, αλλά και ατελείωτη σαμπάνια δημιουργούσαν τις ιδανικές συνθήκες για γλέντι μέχρι πρωίας.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συνέχιζε να είναι ενεργός επαγγελματικά, ενώ έδινε ιδιαίτερη σημασία στην υποστήριξη της ιδιαίτερης πατρίδας του. Έχισε το καφενείο του χωριού του εις μνήμη των γονιών του Σταύρου και Ουρανίας με εντολή να προσφέρει δωρεάν καφέ στους κατοίκους εδώ και πολλά χρόνια.

Έχει μείνει, όμως, και στην ιστορία η συνάντησή του με τη Μέρκελ λίγο μετά την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Μένοντας πιστός στον γνωστό πληθωρικό του λόγο της είπε: «Η κυβέρνησή μας είναι λίγο άπειρη, είναι καλά παιδιά, αλλά άπειροι. Βοηθήστε τους γιατί βοηθώντας αυτούς βοηθάτε κι εμάς».