Τρεις ματιές στα άδυτα του δημοσίου

Νεφέλη Λυγερού406


+100%-

Το παρακάτω ρεπορτάζ έχει γίνει το 2011. Πόσα πράγματα, άραγε έχουν αλλάξει από τότε; Και αν κάποια έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, είναι δεδομένο πως λόγω της κρίσης αρκετά άλλα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο. Αν κρίναμε πως έχει σήμερα αξία η δημοσίευσή του είναι γιατί η δαιμονοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά και έχει προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις. Κανείς δεν θα αμφισβητήσει πως υπάρχει βάση σε πολλές από τις επικρίσεις εναντίον τους. Για να είμαστε δίκαιοι, όμως, πρέπει να δούμε και την άλλη όψη του νομίσματος, η οποία ήταν και κατά κανόνα παραμένει αφώτιστη. Σ’ αυτήν ακριβώς την όψη ρίξαμε τότε το δημοσιογραφικό φακό μας.

 

 

Η ιδέα για το ρεπορτάζ ήταν λίγο κόντρα στο ρεύμα της εποχής. Την ώρα που οι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται στο στόχαστρο των Μέσων, που αντιμετωπίζονται σαν η μεγάλη πληγή της ελληνικής οικονομίας και η γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών, σκεφθήκαμε να καταγράψουμε το εργασιακό περιβάλλον και την καθημερινότητα των «προνομιούχων», να ακούσουμε όχι μόνο τους επικριτές, αλλά και τη δική τους φωνή. Με δυσκολίες κατάφερα να τρυπώσω στα άδυτα τριών διαφορετικών δημοσίων υπηρεσιών, στο Υπουργείο Εργασίας, στο νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας και σε δύο ΔΟΥ του Πειραιά. Το «ταξίδι» στις τρεις αυτές κρατικές υπηρεσίες μου άφησε μία πικρή γεύση. Μία ματιά στο Δημόσιο είναι μία ματιά της κοινωνίας στον καθρέφτη.

Ασκληπιείο Βούλας. Τετάρτη, ώρα 11:30 π.μ.

Οι κάμερες δεν είναι καλοδεχούμενες στο νοσοκομείο κι αυτό είναι εμφανές από το πρώτο λεπτό της άφιξής μας εκεί. Παρά τις πρακτικές δυσκολίες, όμως, καταφέραμε να μπούμε στα άδυτα του Ασκληπιείου Βούλας. Επιχειρούμε να μιλήσουμε με μία προϊσταμένη, η οποία βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο πνιγμένο από κούτες και φακέλους. «Όχι σας παρακαλώ. Έχουν γίνει πολλά και δεν θέλω να μιλήσω. Θα βγώ στη σύνταξη και δεν θέλω να προκαλέσω κανένα πρόβλημα». Μα δεν θα σας φωτογραφίσουμε ούτε θα αποκαλύψουμε το όνομά σας, την καθησυχάζουμε. «Όχι σας παρακαλώ».

Την προσπερνάμε και φθάνουμε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Μία νοσηλεύτρια μας πλησιάζει και μας μιλάει για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. «Δεν πληρωνόμαστε αργίες και υπερωρίες από τα Χριστούγεννα. Να το πείτε αυτό». Επισκεπτόμαστε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, το οποίο, όπως μας πληροφορούν, είναι γραφείο, που στεγάζει 14 γιατρούς! Και που χωράνε όλοι, αναρωτιόμαστε. «Εσείς να μας πείτε», απαντάει ένας εξ αυτών.

Λίγο πιο πέρα συναντάμε τον ηλεκτρολόγο του νοσοκομείου και εκπρόσωπο των τεχνικών κ. Παπαδάκη. «Σήμερα έχουμε ένα τραυματισμένο συνάδελφο, έναν υδραυλικό. Για να λειτουργήσει το νοσοκομείο ακόμα και με τα προβλήματά του, καταβάλλουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες. Στην τεχνική υπηρεσία ήμασταν 50 εργαζόμενοι και μείναμε 23 για να βγάζουμε την ίδια δουλειά και να λειτουργεί το νοσοκομείο χωρίς προβλήματα. Πολύ συχνά τηλεφωνούμε σε συναδέλφους, οι οποίοι μόλις έχουν τελειώσει τη δουλειά τους και τους καλούμε να επιστρέψουν γιατί έχει προκύψει κάποιο πρόβλημα. Έρχονται παρ’ όλο που δεν έχουν πληρωθεί βάρδιες και υπερωρίες επί πέντε μήνες. Υπάρχουν προβλήματα και με τα υλικά, που έρχονται καθυστερημένα και με το σταγονόμετρο. Παλεύουμε για να μην διαλυθεί αυτό το νοσοκομείο».

Μπαίνουμε στο δωμάτιο νοσηλευτών του Παθολογικού. Ένας εξ αυτών, ο κ. Μπαλαμπάνης μπαίνει φουριόζος: «Έχουμε πρόβλημα με το υλικό. Όταν δεν υπάρχει υλικό αρχίζει η γκρίνια και δικαίως. Φθάνουμε στο σημείο να πούμε στο συνοδό του ασθενή «φέρε το τάδε ή το δείνα υλικό». Εάν δεν έχουν χρήματα, τους δίνουμε εμείς για να το αγοράσουν. Και τσακωνόμαστε τα τμήματα μεταξύ μας. «Δώσε μου γάζα να σου δώσω οινόπνευμα». Στο τέλος έρχονται τα υλικά, αλλά έρχονται καθυστερημένα».

Η Στέλλα Τριβιζάκη είναι νοσηλεύτρια τα τελευταία 34 χρόνια και όπως μας λέει υποτίθεται ότι σ’ ένα χρόνο θα βγει με πλήρη σύνταξη. «Χλωμό το βλέπω, αλλά τί να κάνω. Θα συνεχίσω να δουλεύω. Το τρελό φαγοπότι μας οδήγησε εδώ που είμαστε. Είμαστε υπεύθυνοι και εμείς οι εργαζόμενοι, γιατί ανεχθήκαμε καταστάσεις, αφήσαμε τους επιτήδειους ανεξέλεγκτους». Μία άλλη νοσοκόμα ακούει σιωπηλή. Ξαφνικά ξεσπάει: «Μας κατηγορούν ότι δεν δουλεύουμε. Είμαι σ’ ένα θάλαμο με 37 ασθενείς μόνη μου. Και να μην θέλω υπάρχει περίπτωση να μην δουλέψω;»

Φθάνουμε στο συνεργείο των οδηγών. Τα περισσότερα σταθμευμένα αυτοκίνητα είναι σε άθλια κατάσταση. «Με την προπαγάνδα που γίνεται εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων κινδυνεύουμε να μας λιντσάρει ο κόσμος. Έρχονται εδώ και μας έχουν στο φτύσιμο», λέει με παράπονο ο οδηγός Γιώργος Κουτσομύτης.

Τα αυτοκίνητα σε τί κατάσταση είναι, τον ρωτάμε. «Κοιτάξτε. Μοντέλο του ’94». Μας δείχνει ένα αυτοκίνητο, το οποίο μοιάζει από καιρό εγκαταλελειμμένο. Συγγνώμη αυτό είναι ενεργό, ρωτάμε με απορία. «Ναι. Μοντέλο του ’82. Μ’ αυτό κουβαλάμε τα υλικά. Το άλλο το βλέπετε;» Γνέφουμε καταφατικά. «Αυτό παρακαλάμε να το χαρίσουμε, αλλά δεν το παίρνει κανείς. Παραμένει εδώ και σαπίζει».

Ο Λάμπρος Πανταζής μας ενημερώνει ότι δεν υπάρχει μηχανικός αυτοκινήτων. «Έφυγε με σύνταξη κι αυτή τη στιγμή παλεύουμε μόνοι μας να τα συντηρήσουμε». Μας διηγείται μία δυσάρεστη πρόσφατη εμπειρία του: «Οδηγούσα ένα ασθενοφόρο στο προαύλιο του νοσοκομείου όσο πιο προσεκτικά μπορούσα. Είχα ένα νεαρό παραπληγικό ασθενή και τη μητέρα του. Όσο και αν πρόσεχα το έδαφος είναι γεμάτο λακκούβες. Το παιδί άρχισε να με βρίζει. Τί να του πω; Είχε δίκιο. Πώς να μην νοιώσω ντροπή; Πώς να μην στενοχωρηθώ; Συχνά βλέπω ασθενείς με πατερίτσες να πέφτουν σε λακκούβες γεμάτες βρομόνερα. Λέω στον εαυτό μου ότι δεν είναι δικό μου λάθος, ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Και όμως με πληγώνει».

 

ΔΟΥ Πειραιά και ΔΟΥ Πλοίων. Παρασκευή, ώρα 11:45 π.μ.

Βρισκόμαστε σ’ έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους του Πειραιά. Η κυκλοφορία είναι πυκνή. Φθάνουμε σ’ ένα μεγάλο κτίριο, το οποίο στεγάζει τη ΔΟΥ Πειραιά και τη ΔΟΥ Πλοίων. Ξεκινάμε την περιπλάνησή μας από την Εφορία Πλοίων που εδρεύει στον 6ο όροφο. Ο χώρος είναι σκοτεινός και οι σκισμένες αφίσες των ελληνικών νησιών προσθέτουν στο μίζερο περιβάλλον.

Ο διευθυντής Διονύσης Καψής μας αποκαλύπτει ότι επιτέλους η υπηρεσία του θα μετακομίσει τους επόμενους μήνες σ’ ένα καλύτερο κτίριο. «Είναι 600 τετραγωνικά μεγαλύτερο και το νοίκι στη μισή τιμή. Η υπηρεσία στεγάζεται στο κτίριο αυτό από το 1979. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι η έλλειψη θέρμανσης το χειμώνα και δροσιάς το καλοκαίρι». Παρατηρώ ότι οι εργαζόμενοι έχουν φέρει από το σπίτι τους ηλεκτρικές θερμάστρες, τις οποίες έχουν τοποθετήσει κάτω από τα γραφεία τους.

Φθάνουμε σ’ ένα σημείο του ορόφου, όπου το ταβάνι έχει μαυρίσει από την υγρασία. Μια υπάλληλος που περνάει από μπροστά μας λέει περιπαιχτικά: «Είστε άτυχοι. Θα είχατε καλή φωτογραφία αν έβρεχε. Αναγκαζόμαστε να τοποθετούμε κουβάδες από κάτω για να μην πλημμυρίσουμε».

Παρατηρώ ότι υπάρχουν κάγκελα περιφερειακά του χώρου. «Τα κάγκελα μπήκαν πριν δύο χρόνια, όταν έγινε μια ληστεία από την ταράτσα και έκλεψαν όλες τις οθόνες των υπολογιστών της υπηρεσίας», μας εξηγεί μία εργαζομένη.

Μπαίνουμε σ’ ένα γραφείο και βλέπω υπαλλήλους πνιγμένους σε στοίβες χαρτιών. Μία εξ αυτών βλέπει την απορία μου: «Όλα γίνονται χειρόγραφα. Ζητάμε πλήρη μηχανογράφηση και σύνδεση με το Υπουργείο Ναυτιλίας, ώστε να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποιά σκάφη υπάρχουν, ποιά έχουν αποσυρθεί, ποιά έχουν πάρει άδειες. Καμία ανταπόκριση. Οι ναυτιλιακοί παράγοντες υποστηρίζουν την τεχνολογική αναβάθμιση της υπηρεσίας. Έχουν φθάσει στο σημείο να προτείνουν να αναλάβουν εκείνοι τη δαπάνη».

Και η Πολιτεία τί απάντησε; «Ο αρμόδιος υφυπουργός Κουσελάς έχει συμφωνήσει αλλά η υπόθεση έχει κολλήσει». Γιατί; επιμένω. «Δεν ξέρω, δεν θέλω να μπω πιο μέσα».

Αφήνουμε πίσω μας τη ΔΟΥ Πλοίων και κατεβαίνουμε με τις σκάλες δύο ορόφους πιο κάτω, στη ΔΟΥ Πειραιά. Περιδιαβαίνουμε το χώρο. Η προϊσταμένη Εισοδήματος κ. Πολυχρονοπούλου μας φωνάζει από μακριά: «Σήμερα είναι μία ιδιαίτερα ήρεμη ημέρα. Κάθε Παρασκευή δεν εξυπηρετούμε το κοινό, οπότε η εικόνα είναι πλασματική. Συνήθως ο κόσμος φθάνει μέχρι τη σκάλα».

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι μας αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά. «Ελάτε μία ημέρα χωρίς να πείτε ότι είστε δημοσιογράφοι και καθίστε στην ουρά να ακούσετε πώς μας μιλούν. Μας προσβάλουν διαρκώς. Το τί μας σούρνει ο κόσμος δεν μπορείτε να το φανταστείτε. Τεμπέληδες, αχρείοι…»

Ζητάω από την υπάλληλο να μου πει το όνομά της, αλλά διστάζει. Η κ. Μαρίνου, όμως, προϊσταμένη της Υποδιεύθυνσης Ελέγχου, δεν έχει πρόβλημα να μιλήσει επωνύμως: «Φεύγω με μεγάλη πίκρα από την υπηρεσία. Δουλεύουμε σκληρά και υπό δύσκολες συνθήκες. Κάθομαι στο γραφείο μου και το πάτωμα γέρνει. Δεν έχουμε θέρμανση. Το χειρότερο είναι η απαξιωτική συμπεριφορά του κόσμου. Προχθές μπήκε ένας κύριος με εκπρόθεσμη δήλωση και άρχισε να φωνάζει. «Εσείς έχετε καταστρέψει το κράτος. Θα έπρεπε να σαπίσετε στη φυλακή». Προ ημερών χρειάστηκε να παρέμβω όταν ο κόσμος δεν άφηνε μία υπάλληλος να πάει στην τουαλέτα. Η συνάδελφος εργαζόταν χωρίς διάλειμμα από το πρωί και την έβρισαν όταν σηκώθηκε από την καρέκλα της. Ακόμα κι όταν μπήκα στη μέση, μετρούσαν τα λεπτά μέχρι να γυρίσει και συνέχιζαν να την βρίζουν».

Λίγο πιο πέρα δύο εργαζόμενοι συνομιλούν. «Μήπως βρήκες κούτες από το Jumbo;», φωνάζουν σ’ έναν τρίτο. Τους ρωτάω τι χρειάζονται τις κούτες και αντί για απάντηση μου δείχνουν τις κούτες από δηλώσεις που κατακλύζουν το πάτωμα. «Δεν χωράνε πουθενά πια οι δηλώσεις και δεν ξέρουμε τί να κάνουμε». Καθώς απομακρύνομαι από κοντά τους μία εξ αυτών μου φωνάζει να γράψω ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες κάνουν ανακύκλωση!

bookmark icon