Υπόθεση Αμοιρίδη: Η μοιραία επιστροφή στη Βραζιλία

Νεφέλη Λυγερού
0

 

«Αγαπητή Χίλτε,

Ελπίζω το email μου αυτό να σας βρίσκει καλά, με υγεία και όλα να πηγαίνουν όπως εσείς επιθυμείτε στη ζωή σας. Σκοπός της επικοινωνίας μου αυτής είναι να σας ανακοινώσω ότι στα μέσα Ιανουαρίου του 2016 πρόκειται να επιστρέψω στη Βραζιλία και να αναλάβω τη θέση του Πρέσβη της Ελλάδας εκεί. Πιστεύω ότι καταλαβαίνετε την τεράστια ικανοποίηση και χαρά που μου δίνει το γεγονός της επιστροφής στη θέση αυτή. Σε μια χώρα με την οποία με έχουν ενώσει όμορφες αναμνήσεις, αλλά και ισχυρές φιλίες με ξεχωριστούς ανθρώπους σαν και εσάς. Είμαι σίγουρος ότι θα έχω την ευκαιρία να απολαύσω ξανά υπέροχες εμπειρίες.

Ελπίζω ότι θα έχουμε την ευκαιρία να συναντηθούμε σύντομα και πάλι.

Με εκτίμηση,

Κυριάκος Αμοιρίδης»

Το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα, το οποίο και υπογράφει ο αδικοχαμένος πρέσβης Κυριάκος Αμοιρίδης, έχει ως παραλήπτη μία από τις πιο γνωστές κοσμικογράφους της Βραζιλίας. Την ενημερώνει ότι επιστρέφει ως επικεφαλής της ελληνικής διπλωματικής αποστολής εκεί. Κύκλοι του υπουργείου Εξωτερικών ισχυρίζονται ότι αρχικά ήταν ελάχιστες οι πιθανότητες να αναλάβει ο Αμοιρίδης το συγκεκριμένο πόστο. Και, όμως, υπήρξε η αιτιώδης συνάφεια, η σχέση δηλαδή μεταξύ κάποιων διαδοχικών γεγονότων που οδήγησαν στην εκπλήρωση του ονείρου του: της επιστροφής του σε μία χώρα που είχε αγαπήσει ιδιαίτερα, λέγοντας σε φίλους και συγγενείς ότι την ένιωθε τόσο οικεία, όσο και την Ελλάδα.

Είναι δραματικό το γεγονός ότι η χαρά του για την τοποθέτησή του στην πρεσβεία της Βραζιλίας στις 15 Ιανουαρίου του 2016 είχε την κατάληξη που είχε. Η πρώτη από τις συμπτώσεις που τον οδήγησαν στη Βραζιλία ήταν ότι το καλοκαίρι του 2014, όταν ο Αμοιρίδης ήταν πρέσβης στη Λιβύη, έλαβε εντολή να εκκενώσει την πρεσβεία, εξαιτίας της έκρυθμης κατάστασης με τις συγκρούσεις ανάμεσα σε ομάδες ανταρτών.

Εν μία νυκτί και με τις οδηγίες του τότε υπουργού Εξωτερικών Δημήτρη Αβραμόπουλου, το προσωπικό της πρεσβείας και άλλοι Έλληνες μεταφέρθηκαν με ασφάλεια σε φρεγάτα του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, η οποία τους μετέφερε στην πατρίδα. Η πρεσβεία ανέστειλε τη λειτουργία της και ο Κυριάκος Αμοιρίδης, επιστρέφοντας στην Αθήνα, βρέθηκε χωρίς ρόλο.

Και πάλι λόγω μίας περίεργης στροφής της τύχης, καθώς άλλος αρχικά είχε αναλάβει τη συγκεκριμένη αποστολή, ο Αμοιρίδης βρέθηκε να ηγείται της διοργάνωσης «διεθνούς διάσκεψης για τον θρησκευτικό και πολιτιστικό πλουραλισμό στη Μέση Ανατολή» που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2015 στην Αθήνα. Μέσα από αυτή την αποστολή κέρδισε την εμπιστοσύνη του Νίκου Κοτζιά, αλλά ούτε αυτός ο λόγος θα τον οδηγούσε στο πόστο που διακαώς επιθυμούσε.

Η πρεσβεία στην Μπραζίλια είχε ήδη δοθεί στον πρέσβη Νίκο Τσαμαδό, ο οποίος ήταν πρεσβευτής στο Τόκιο. Η άδικη εμπλοκή του ονόματος του Τσαμαδού, όμως, σε μία δικαστική υπόθεση άνοιξε τον δρόμο στον Άκη, όπως οι φίλοι του αποκαλούσαν τον Κυριάκο Αμοιρίδη, για τον παράδεισο απου αποδείχθηκε κόλαση.

«Οι γάμοι Ελλήνων διπλωματών με Βραζιλιάνες δεν πάνε καλά. Κάτι γίνεται με τη χημεία. Έχουμε ήδη παραδείγματα επεισοδιακών χωρισμών, εκρηκτικών καυγάδων και τώρα ένα τραγικό φόνο», σχολιάζει διπλωμάτης που γνώριζε πολύ καλά τον Αμοιρίδη και είχε γνωριστεί κοινωνικά με τη σύντροφό του και όπως αποδεικνύεται εγκέφαλο της δολοφονίας του. Ήταν μία όμορφη, χαμογελαστή και ιδιαιτέρως θελκτική γυναίκα, το φαινομενικά ιδανικό ταίριασμα για έναν άνδρα που φαινόταν να απολαμβάνει στο έπακρο τα ωραία που έχει να προσφέρει η ζωή, όντας συνάμα ευγενικός και πρόσχαρος.

Για τον ίδιο, εξάλλου, η ζωή του διπλωμάτη ήταν ένα όνειρο που είχε από τα νεανικά του χρόνια, τότε που ακόμα ζούσε με τους γονείς του στη Βέροια, στο πατρικό του σπίτι απέναντι από το καφενείο Ιλίσια. Γεννημένος το 1957, ξεχώριζε σαν τη μίγα μέσα στο γάλα από την πλειονότητα των συμμαθητών του στο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Αν και όχι αριστοκράτες, οι γονείς του ήταν αστοί και ως τέτοιοι προσέφεραν μία ιδιαιτέρως καλή για τα δεδομένα της εποχής ζωή στον γιό τους.

Η μητέρα του ήταν εκπαιδευτικός και αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για να επενδύσει ο μικρός Άκης στη μόρφωσή του και να εκπληρώσει τα όνειρά του να επιβληθεί κοινωνικά. Ο δικηγόρος πατέρας του αγαπούσε το καλό ντύσιμο και τους ωραίους τρόπους. Από αυτόν έμαθε τη σημασία του να κυκλοφορεί πάντα κομψός. Παρ’ ότι τον έχασε στην τρυφερή ηλικία των 13 ετών δεν ξέχασε ποτέ τις μικρές συνήθειές του, ιεροτελεστίες σχεδόν, που υιοθέτησε και ο ίδιος ως ενήλικος άνδρας πια.

Οι φιλοδοξίες του, άλλωστε, ήταν πάντα μεγάλες και αυτές ήταν που τελικά τον οδήγησαν στη Νομική, την οποία και αντιμετώπισε ως διαβατήριο για την εισαγωγή του στη διπλωματική υπηρεσία. Πέρασε πρώτος στη Νομική Θεσσαλονίκης, μια χρονιά μετά τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος τον θυμάται με ιδιαίτερη τρυφερότητα.

Στο μυαλό του η ζωή του διπλωμάτη ήταν που θα του προσέφερε τα ταξίδια και τις εμπειρίες που ως νεαρός είχε ποθήσει, διαβάζοντας γαλλικά μυθιστορήματα, όπως αυτά του Ονόρ Ντε Μπαλζάκ. Επόμενη στάση το Παρίσι. Εκεί ήταν που συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και στο Διεθνές Ποινικό, αλλά και γεύτηκε, έστω και για λίγο, την ένταση ενός απαστράπτοντος lifestyle. Λάτρευε το καλό φαγητό, τα κομψά μπαράκια, το μπράντι, τον καλό εσπρέσο και ακόμα περισσότερο την καλή συντροφιά, όντας θαυμαστής του ωραίου φύλου.

Επιστρέφει στην Ελλάδα και αποφασίζει να προετοιμαστεί για τις απαιτητικές εξετάσεις. Ατελείωτο διάβασμα, αλλά και βόλτες με φίλους στο κέντρο της Αθήνας. Λατρεύει το σινεμά και παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις πολιτικές εξελίξεις, αντιμετωπίζοντας με συμπάθεια την άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Το 1984 εισέρχεται στη Διπλωματική Ακαδημία του υπουργείου Εξωτερικών και ορκίζεται Ακόλουθος Πρεσβείας το 1985.

Η πρώτη του μετάθεση έρχεται την ίδια χρονιά στη Θεσσαλονίκη, στο υπουργείο Μακεδονίας Θράκης. Το 1988 μετατέθηκε στην πρεσβεία της Ελλάδας στο Βελιγράδι και το 1993 στις Βρυξέλλες, όπου υπηρετεί στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία, σε πόστο ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα. Κάπου εκεί τελειώνει οριστικά και ο πρώτος γάμος του, εξαιτίας της αλλαγής του τόπου διαμονής κάθε τρία χρόνια και τις επιπτώσεις αυτού στην προσωπική ζωή του.

Στη Βραζιλία, όπου υπηρετεί ως πρόξενος, θα γνωρίσει τη γοητευτική και νεότερή του Βραζιλιάνα Φρανσουάζ Ντε Ολιβέιρα, ανιψιά του ποδοσφαιριστή Νέτο Γκουερίνο του ΠΑΟΚ. Η σχέση τους εξαρχής δεν ήταν συμβατική. Ένα πέπλο μυστηρίου την κάλυπτε. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι οι περισσότεροι μεγαλόσχημοι της τοπικής κοινωνίας του Ρίο δεν την γνωρίζουν. Αν και συμμετέχει σ’ όλες τις εκδηλώσεις της τοπικής μεγαλοαστικής τάξης, πάει πάντα μόνος και δεν είναι και λίγες οι ενδιαφερόμενες που τον περιτριγυρίζουν.

Παράγοντες, κοσμικοί και δημοσιογράφοι τον θυμούνται ως γοητευτικό, καλλιεργημένο, εξωστρεφή, με πολύ χιούμορ, αλλά και κομψό ντύσιμο, επιλέγοντας πάντα το σμόκιν ως το επίσημο ένδυμά που φόραγε στις εξόδους του. Η ύπαρξη της νεαρής συντρόφου του γίνεται γνωστή με έναν ιδιαίτερα παράξενο τρόπο που μετά το άδικο τέλος του πρέσβη, λαμβάνει νέες διαστάσεις. Το 2003 δολοφονείται άγρια ένα ζευγάρι Αμερικανών από έναν ντόπιο νεαρό εργάτη.

Το ζεύγος Σταχέλι είχε μετακομίσει πριν τρείς μήνες στη Βραζιλία, καθώς ο σύζυγος Τοντ ήταν υψηλό στέλεχος της εταιρείας Shell. Όταν εξαπολύεται ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη του δράστη, εκείνος πηδάει τα κάγκελα και κρύβεται στο σπίτι του πρόξενου. Τα Μίντια χύνουν τόνους μελανιού για την προσπάθεια διαφυγής του στην ελληνική προξενική κατοικία και κάνουν ξεχωριστή μνεία στην όμορφη σύντροφό του και μόνο έτσι έγινε γνωστή η σχέση τους.

Ακόμα και στην Ελλάδα η παρουσία της ήταν κάτι παραπάνω από διακριτική. Ακόμα και την εποχή που είχε αναλάβει διευθυντής του γραφείου του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Χρήστου Παπουτσή αλλά και του συμπατριώτη του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, με τον οποίο συνδέεται φιλικά, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν γνωρίσει την οικογένειά του.

«Ζούσαν ξεχωριστές ζωές», λέει ένας υπάλληλος της πρεσβείας. «Ήταν εμφανές ότι κάτι συνέβαινε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι λάτρευε την κόρη του Τζούλι. Της είχε τρομερή αδυναμία. Φρόντιζε να της προσφέρει τα πάντα με γενναιοδωρία». Αυτή ήταν και η αχίλλειος πτέρνα του, κάτι που φαίνεται ότι γνώριζε πολύ καλά η σύντροφός του Φρανσουάζ και να το εκμεταλλευόταν στο έπακρο.

Παρ’ όλα αυτά, βραζιλιάνικα Μέσα ανέφεραν ότι οι τοπικές αρχές υποψιάζονται ότι ο διπλωμάτης δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού που εμφανίζεται ως κόρη του. Αυτός είναι και ο λόγος που για την ταυτοποίηση της σορού του χρησιμοποιήθηκε γενετικό υλικό της μητέρας του, η οποία ζει ακόμα στη Βέροια. Μητέρα και γιός είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις. Εκείνος, μάλιστα, την επισκεπτόταν με κάθε ευκαιρία και ασκούσε μέχρι τέλους εκεί τα εκλογικά του καθήκοντα, ενώ την είχε επισκεφτεί και με την κόρη του.