Η Δικαιοσύνη ως «θεσμικό εμπόδιο»; – 2

Δημήτρης Τραυλός-Tζανετάτος
43

του Δημήτρη Τραυλού-Τζανετάτου  – 

H προκληθείσα κρίση στη σχέση Κυβέρνησης και δικαστικής εξουσίας, ιδίως δε η συσχέτιση του δικαιοδοτικού έργου με θεσμική παρεμπόδιση της κυβερνητικής πολιτικής, δημιουργεί την ανάγκη εξορθολογισμού και “αποενοχοποίησης” χαρακτηρισμών, που, χωρίς τις αναγκαίες διευκρινήσεις, οδηγούν σε πόλωση του κλίματος και σε –καλόπιστες ή κακόπιστες– παρανοήσεις.

Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι, ιδίως κατά την επταετή κηδεμονία της χώρας από τους δανειστές και τον ορυμαγδό των μνημονιακών νόμων, κυρίως δε της προϊούσας απορρύθμισης των σχέσεων εργασίας, η νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων βρέθηκε, όχι αδικαιολόγητα, στο στόχαστρο της κριτικής (βλ. σχετικά Τραυλού-Τζανετάτου, Ανώτατα Δικαστήρια και εργασιακές σχέσεις στην εποχή των μνημονίων, 2015, ιδιαίτερα σ. 9 επ., 36 επ., 73 επ. και τους εκεί παραπεμπόμενους).

Αμφιλεγόμενες αποφάσεις

Στο επίκεντρο της κριτικής αυτής βρέθηκαν οι αποφάσεις 668/2012 και 2307/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποδοχή συνταγματικότητας ρυθμίσεων των άρθρων 1-5 της μνημιοκρατούμενης Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 6/2012, απορρυθμιστικών κρίσιμων εργασιακών δικαιωμάτων),  Στην ίδια φιλομνημονιακή γραμμή κατατάσσεται και η απόφαση 11/2017 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (συνταγματικότητα κατάργησης ρητρών μονιμότητας).

Στη χορεία των όχι φίλα προσκείμενων αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων εντάσσονται και δύο αποφάσεις. Η πρώτη είναι η 677/2017 του Αρείου Πάγου (αποκλεισμός χαρακτηρισμού μακροχρόνιας καθυστέρησης καταβολής δεδουλευμένων ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής). Η δεύτερη απόφαση είναι η 114/2017 του Αρείου Πάγου (περιορισμοί δικαιώματος επίσχεσης εργασίας).

Βεβαίως οι αποφάσεις αυτές απηχούν παλαιότερη νομολογία. Η συνέχιση υιοθέτησης, ωστόσο, των θέσεων αυτών στη σημερινή Ελλάδα της γενικευμένης αποδόμησης των εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων, τις καθιστά ιδιαιτέρως επαχθείς και προβληματικές.

Ανεξαρτήτως, πάντως, των συγκεκριμένων αποφάσεων πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις. Ιδίως εν όψει μιας “περίεργης” όσο και επικίνδυνης –ενισχυόμενης τον τελευταίο καιρό– σύγχυσης ανάμεσα στην άσκηση κριτικής σε μια δικαστική απόφαση και στην επίθεση κατά του θεσμού της Δικαιοσύνης.

Και οι κρίνοντες κρίνονται

Οι δικαστικές αποφάσεις, ιδίως οι τέμνουσες εργατικές διαφορές, παρεμβαίνουν αντικειμενικά στη σύγκρουση αντίθετων κοινωνικοοικονομικών συμφερόντων. Επειδή, άλλωστε, το «σφάλλειν ανθρώπινο», δεν μπορούν από τη φύση του πράγματος οι αποφάσεις να αξιώσουν ασυλία έναντι, δίκαιης ή άδικης, κριτικής. Αποτελεί κοινοτοπία η επισήμανση ότι  και οι κρίνοντες κρίνονται.

Πολλώ μάλλον όταν με τις κρινόμενες αποφάσεις διακυβεύονται ζωτικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, ιδίως των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Κριτική, εξάλλου, μπορεί να ασκήσει ο οποιοσδήποτε είτε θεωρεί τον εαυτό του θιγόμενο ως διάδικο συγκεκριμένης δίκης, είτε κρίνει ότι η απόφαση προσβάλλει το περί δικαίου αίσθημα. Κατά κύριο λόγο κριτική μπορεί να ασκήσει ο νομικός μέσω απλού σχολίου ή και εκτενέστερης και πιο εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας.

Του δικαιώματος αυτού δεν στερείται βεβαίως ούτε ο βουλευτής ούτε ένα συγκεκριμένο κόμμα, αλλά ούτε και ένας εκπρόσωπος της Κυβέρνησης. Ωστόσο οι μετέχοντες της νομοθετικής ή (και) της εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, ως εκ της θέσεώς τους, να είναι ιδιαιτέρως εγκρατείς και προσεκτικοί στις κρίσεις τους, Δεν πρέπει να δίνουν λαβή ή την εντύπωση ότι αντιδικούν προς την δικαστική εξουσία, ή ότι επιχειρούν τον επηρεασμό ή, πολλώ μάλλον, τον εκφοβισμό και τη χειραγώγησή της.

Διυλίζοντας τον κώνωπα

Ο τρόπος αυτός αντίδρασης επιβάλλεται και αν ακόμη η νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων δίδει την –όχι αδικαιολόγητη– εντύπωση ότι με συγκεκριμένες αποφάσεις, χωρίς πειστική, τεκμηριωμένη και ευρύτερα αποδεκτή θεμελίωση, φαλκιδεύει συχνά κρίσιμες νομοθετικές επιλογές της Κυβέρνησης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός υπερβολικού, διυλιστικού του κώνωπος ελέγχου συνταγματικότητας, που οδηγεί στην αντισυνταγματικότητα της επίμαχης ρύθμισης.

Η απόφαση αυτή, εφόσον αφορά ρυθμίσεις ανήκουσες στον σκληρό πυρήνα της νομοθετικής πολιτικής σ’ ένα συγκεκριμένο τομέα (π.χ. εργασιακές σχέσεις), μπορεί να οδηγήσει στη ματαίωση ακόμη και ενός ολόκληρου πολιτικού προγράμματος. Πολλώ μάλλον όταν οι επίμαχες αποφάσεις δεν αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά συμβαίνει να συμπλέουν με θέσεις της αντιπολίτευσης.

Τέτοιες νομολογιακές πρακτικές  έχουν κάνει προ πολλού την εμφάνισή τους τόσο στον αγγλοσαξωνικό όσο και στον ηπειρωτικό-ευρωπαϊκό νομικό χώρο. Ενδεικτική είναι η ανατρεπτική προοδευτικών νομοθετικών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης νομολογία του Ανωτάτου Εργατικού Ακυρωτικού (βλ. για την κρίσιμη αυτή προβληματική Σταθόπουλου, Μελέτες Ι, 2007, σ. 808 επ., που κάνει λόγο για «ανακοπή επικίνδυνων σοσιαλιστικών πειραμάτων»).

«Θεσμικό εμπόδιο» ή αρωγός

Στις περιπτώσεις αυτές, επίμαχες δικαστικές αποφάσεις, ιδίως των Ανωτάτων Δικαστηρίων, που υποκαθιστούν ανεπίτρεπτα τη νομοθετική και συνακόλουθα την εκτελεστική εξουσία, που με άλλα λόγια αποτελούν τροχοπέδη στην κυβερνητική πολιτική, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, έστω όχι τόσο δόκιμα, ως «θεσμικό εμπόδιο». Μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι με την έννοια της ανεπίτρεπτης υπέρβασης των λειτουργικών ορίων που το Σύνταγμα θέτει στο δικαιοδοτικό έργο.

Πρόκειται για σαφή περίπτωση θεσμικής-συνταγματικής εκτροπής της δικαστικής εξουσίας, η εμμονή στην οποία παραπέμπει στο φάντασμα του “κράτους των δικαστών”. Βεβαίως, διαμετρικά αντίθετη προς την αποδοκιμαστέα προαναφερθείσα θεσμική παρεμπόδιση του έργου της Κυβέρνησης είναι η επιδοκιμαστέα, συνάδουσα στο ρόλο και την αποστολή της Δικαιοσύνης, παρεμπόδιση συνταγματικών εκτροπών της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Ένας ιδιαίτερα πρόσφορος τομέας για την ενεργοποίηση της νομολογίας κατά αντισυνταγματικών νομοθετικών επιλογών είναι οι εργασιακές σχέσεις, όπου, ωστόσο, τα Ανώτατα Δικαστήρια κινούνται συχνά προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Από την άλλη πλευρά, ανεπίτρεπτη είναι και η λειτουργία της Δικαιοσύνης ως αρωγού και συμπαραστάτη της Κυβέρνησης. Η δικαστική εξουσία, από τη φύση και την αποστολή της, ούτε συμπολιτεύεται ούτε αντιπολιτεύεται. Υπό το αξιολογικό αυτό πρίσμα εξίσου κατακριτέα και αποδοκιμαστέα είναι η –μέσω ενός χαλαρού, οριακού ελέγχου συνταγματικότητας, ή μιας “συνταγματικής ανεκτικότητας”– συνταγματοποίηση ρυθμίσεων εξοφθάλμως αντισυνταγματικών. Τέτοιες είναι οι επιβληθείσες από τα μνημόνια αποδομούσες εργασιακά δικαιώματα, ιδίως δε τη συλλογική αυτονομία (βλ. σχετικά Τραυλού – Τζανετάτου, ο.π., ιδιαίτ. σ. 54 επ., 73 επ. και τις εκεί παραπομπές).

Ταλάντευση σε συνθήκες κρίσης

Εξάλλου δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι η δικαστική εξουσία, καίτοι ασκεί το δικαιοδοτικό της έργο στο όνομα του ελληνικού λαού, στερείται ευθείας δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως η νομοθετική και συνακόλουθα η εκτελεστική εξουσία. Δεν είναι έτσι τυχαία η αμφισβήτηση της ισοτιμίας της δικαστικής εξουσίας προς τη νομοθετική, της οποίας αναγνωρίζεται η υπεροχή (βλ. Μανιτάκη, Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας Ι, 1994, σ. 325 επ.).

Σε περιόδους παρατεταμένων πολύπλευρων κρίσεων του οικονομικοπολιτικού συστήματος, η νομολογία οιονεί αναπότρεπτα ταλαντεύεται. Από τη μία πλευρά προς τη δικαιοδοτική αυτοσυγκράτηση, που αντικειμενικά τείνει στη στήριξη ακόμη και σφόδρα αμφιλεγόμενων συνταγματικά, νομοθετικών παρεμβάσεων στην κοινωνικοοικονομική ζωή. Από την άλλη προς τον θετικό δικαιοδοτικό ακτιβισμό, μέσω ενός πλήρους, ενδελεχούς και σθεναρού ελέγχου συνταγματικότητας. Ενός ελέγχου κυριαρχούμενου από την αρχή «εν αμφιβολία υπέρ του δικαιώματος» (in dubio pro libertate).

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η πλάστιγγα πρέπει να κλείνει προς το μέρος της αυτοσυγκράτησης και της εσωστρέφειας. Άλλωστε, τα δικαστήρια δεν μπορούν να διαχειρίζονται κατά βούληση και κατά περίσταση τις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ωσάν να ήταν προνόμιο ενός λειτουργήματος, του οποίου η αξιοποίηση μπορεί να γίνεται ανάλογα με τις συγκυρίες.

Αντιθέτως, ο κρίσιμος, εγγυητικός για την απρόσκοπτη πραγμάτωση του δικαιοδοτικού έργου, ρόλος των διασφαλίσεων αυτών επιβάλλει –σε πείσμα κάθε αντικειμενικής δυσκολίας ή φοβικού συνδρόμου– την επίδειξη από τη νομολογία, κυρίως των Ανωτάτων Δικαστηρίων, μιας τολμηρής, τεκμηριωμένης, διεπόμενης από ένα εξόχως επίκαιρο συνταγματικό πατριωτισμό, ευθυκρισίας. Η Δικαιοσύνη πρέπει να αναδειχθεί σε ύστατο καταφύγιο των εχόντων ανάγκη προστασίας, ιδίως των εργαζομένων στους χαλεπούς καιρούς της μνημονιακής απορρύθμισης των εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων και της προϊούσας διολίσθησης του πολιτικού μας συστήματος σε μεταδημοκρατικές ατραπούς.