Η ιστορία του μικρού Αμίρ από την ανάποδη

Μένιος Τασιόπουλος
1

του Μένιου Τασιόπουλου  – 

Η βάρβαρη ρατσιστική επίθεση εναντίον του σπιτιού που κατοικεί η οικογένεια του 11χρονου Αφγανού Αμίρ προκάλεσε ένα κύμα καταδικαστικών δηλώσεων και απολύτως δικαιολογημένα. Εάν μείνουμε εκεί, όμως, θα έχουμε απλώς εκτονώσει τα αντιρατσιστικά αισθήματά μας. Έχει σημασία να δούμε γιατί συνέβη αυτό που συνέβη.

Η εύκολη απάντηση είναι ότι υπάρχουν ρατσιστές στην ελληνική κοινωνία, οι οποίοι αντέδρασαν με τον άθλιο αυτό τρόπο στο γεγονός ότι ο μικρός Αμίρ ήταν ο ευνοημένος(;) της κλήρωσης για την επιλογή του σημαιοφόρου. Προφανώς και υπάρχουν ρατσιστές, ικανοί να διαπράξουν μία τόσο αποτρόπαιη πράξη. Υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία, όπως σ’ όλες τις κοινωνίες. Έχει σημασία, όμως, να αναζητήσουμε την αιτία που πυροδότησε τη ρατσιστική επίθεση, φέρνοντας σε τόσο δύσκολη θέση μία οικογένεια μεταναστών.

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή. Όπως είναι γνωστό, η φετινή μαθητική παρέλαση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου δεν ήταν ίδια με τις προηγούμενες. Για πρώτη φορά οι σημαιοφόροι στα δημοτικά σχολεία δεν ήταν οι άριστοι, αλλά οι ευνοημένοι της κλήρωσης. Καταργήθηκε ένα έθιμο που οι Έλληνες σέβονται, ανεξαρτήτως τάξης, καταγωγής, εισοδήματος και πολιτικών πεποιθήσεων σε διαφορετικές ιστορικές εποχές.

Το ερώτημα είναι εύλογο και πρέπει να απαντηθεί: γιατί ο άριστος και όχι ο τυχαίος; Η απάντηση είναι απλή: γιατί το έθνος οφείλει να κοιτά μπροστά και ψηλά. Γιατί όλοι πρέπει να προσπαθούν και δικαιούνται να γίνουν καλύτεροι. Ταυτόχρονα, να αποδέχονται σημαιοφόρος τους να είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων. Τί επιδιώκει η ιδεοληψία του ΣΥΡΙΖΑ; Εκ των πραγμάτων την εξίσωση προς τα κάτω.

Προνόμιο ή βάρος;

Και έτσι ερχόμαστε στην ιστορία του μικρού Αμίρ. Κληρώθηκε, λοιπόν, σημαιοφόρος αυτό το παιδί από μία οικογένεια μεταναστών από τα βάθη της Ασίας, το οποίο βρίσκεται ελάχιστο χρόνο στην Ελλάδα και μόλις ένα μήνα στο σχολείο. Όπως είναι φυσικό δεν γνωρίζει καλά ελληνικά, ουσιαστικά δεν έχει καλά-καλά συνειδητοποιήσει σε ποια χώρα βρίσκεται και βεβαίως δεν έχει ιδέα από την ιστορία της.

Στην πραγματικότητα, δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί του ζήτησαν να σηκώσει αυτή τη σημαία, την οποία και τελικά δεν του έδωσαν να σηκώσει. Η κλήρωση του πρόσφερε, δηλαδή, ένα προνόμιο που γι’ αυτόν μπορεί και να είναι βάρος. Δεν αποκλείεται -τουλάχιστον αρχικά- να  τον έκανε και αντιπαθή στους συμμαθητές του, γεγονός που ενδεχομένως να περιπλέξει την προσπάθεια προσαρμογής του. Και τελικά, με τη δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση, βρέθηκε αυτός και η οικογένειά του στο στόχαστρο ρατσιστών.

Από την άλλη πλευρά, οι άριστοι προφανώς νοιώθουν απογοητευμένοι. Δεν αντιλαμβάνονται γιατί σημαιοφόρος να μην είναι ο άριστος και να είναι ο παιδί μεταναστών που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει συνείδηση το συμβολικό βάρος ενός ξένου εθνικού συμβόλου.

Προφανώς, μετά από όλα όσα συνέβησαν ο μικρός Αμίρ δεν θα έχει να αντιμετωπίσει πρόβλημα. Οι άλλοι Αμίρ, όμως, που θα τύχει να κληρωθούν και πάνω τους δεν θα πέσουν οι προβολείς της δημοσιότητας, πώς θα τα βγάλουν πέρα με τις δυσκολίες που θα τους φέρει η εύνοια της κληρωτίδας; Αυτό, όμως, δεν φαίνεται να απασχολεί τους επαγγελματίες αντιρατσιστές. Για πολλούς από αυτούς το πρόβλημα είναι ιδεολογικό και όχι ανθρώπινο.

Η εξισωτική ιδεοληψία του ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, δημιουργεί παρά λύνει προβλήματα στο ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι “δικαιωματιστές”, που επέβαλαν την κλήρωση είναι αυτοί που αποδομούν ό,τι εθνικό. Είναι αυτοί που συμμετέχουν ενθουσιωδώς στις παρελάσεις περηφάνιας των γκέι, αλλά ζητούν επιμόνως την κατάργηση των εθνικών παρελάσεων.