Η μνησικακία δεν είναι πρόβλημα, είναι σύμπτωμα…
14/06/2026
Πριν αναρωτηθούμε “ποιος θα κερδίσει” τη μικροαστική μνησικακία, αξίζει να δούμε “ποιος τη γεννά”. Όταν η ατιμωρησία γίνεται προβλέψιμη και η ανισότητα κανονική, η αγανάκτηση δεν είναι παθολογία· είναι αναμενόμενη αντίδραση.
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έθεσε στη Ναυτεμπορική ένα ερώτημα που αξίζει απάντηση: ποιος θα κερδίσει τελικά τη μικροαστική μνησικακία; Η ανάλυσή του είναι οξυδερκής σε αρκετά σημεία – έχει δίκιο ότι οι πολιτικές επιλογές δεν γεννιούνται στο κενό, ότι η κοινωνική θέση του καθενός χρωματίζει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, ότι η ηθική αγανάκτηση και ο πολιτικός συντηρητισμός συχνά τρέφουν ο ένας τον άλλον. Αλλά κάτι κρίσιμο λείπει από την εικόνα. Και αυτό το κάτι αλλάζει τελείως το συμπέρασμα.
Η μνησικακία δεν πέφτει από τον ουρανό. Δεν είναι ατύχημα της ψυχολογίας κάποιων τάξεων. Δεν είναι ούτε απλώς η πικρία αυτών που κατρακυλούν κοινωνικά. Είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, παραγόμενη από θεσμούς που λειτουργούν νόμιμα αλλά άδικα, από εξουσίες που αποτυγχάνουν και αποποιούνται ευθύνες, από ένα σύστημα που υπόσχεται ισότητα και παράγει συστηματικά τα αντίθετα.
Ποιον ρωτάμε και ποιον δεν ρωτάμε: Το κείμενο του Παναγιωτόπουλου εξετάζει αποκλειστικά τον ψηφοφόρο: γιατί σκέφτεται έτσι, τι βιώνει, πώς η θέση του στην κοινωνική ιεραρχία διαμορφώνει τις επιλογές του. Ορθό και αναγκαίο. Αλλά δεν εξετάζει καθόλου την άλλη πλευρά: τι ακριβώς συμβαίνει στους θεσμούς και στις ελίτ που αυτός ο ψηφοφόρος παρατηρεί εδώ και χρόνια. Και αυτή η απουσία δεν είναι αθώα.
Σκάνδαλα παρακολουθήσεων που μένουν ουσιαστικά ατιμώρητα. Δάνεια δισεκατομμυρίων που ανακυκλώνονται αντί να διώκονται. Φοροδιαφυγές που “διακανονίζονται”. Ρυθμιστικές αρχές που καταλήγουν να υπηρετούν αυτούς που οφείλουν να ελέγχουν. Μια δικαιοσύνη που κινείται αστραπιαία για τον μικροπαραβάτη και σέρνεται επί χρόνια για τον ισχυρό. Αυτά δεν είναι ψευδαισθήσεις. Είναι η καθημερινή εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων, και είναι αληθινά.
Νόμιμο, αλλά απαράδεκτο: Υπάρχει μια κατηγορία πράξεων – θεσμικών, πολιτικών, επιχειρηματικών – που δεν σπάνε κανένα νόμο αλλά παράγουν βαθιά άδικα αποτελέσματα. Το αφορολόγητο bonus σε εποχή λιτότητας. Η μετακύλιση ζημιών στο δημόσιο και η ιδιωτικοποίηση κερδών. Η πρόσβαση σε ευκαιρίες που εξαρτάται από γνωριμίες κι όχι από αξία. Αυτές οι πράξεις είναι νόμιμες. Και είναι απαράδεκτες.
Με τον χρόνο, το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο: η αδικία κανονικοποιείται. Δεν προκαλεί πλέον σοκ – γίνεται αναμενόμενη. Ο πολίτης δεν αγανακτεί μόνο επειδή βλέπει το άδικο· αγανακτεί επειδή προβλέπει ότι θα συμβεί ξανά και ξανά, χωρίς συνέπειες. Η προβλεψιμότητα της ατιμωρησίας διαβρώνει κάτι πιο θεμελιώδες από την εμπιστοσύνη: την προσδοκία ότι το κράτος λειτουργεί ως ουδέτερος διαιτητής.
Ο άνθρωπος που τα βλέπει αυτά και αγανακτεί δεν πάσχει από μνησικακία. Αξιώνει ισονομία. Αυτό είναι θεμελιωδώς διαφορετικό θέμα – αν το θεωρούμε ψυχολογική παθολογία διακινδυνεύουμε την απαλλαγή των υπευθύνων.
Το ελληνικό παράδοξο και η μνησικακία
Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία συνυπάρχει συχνά μια διπλή συνείδηση: αυστηρές απαιτήσεις για νομιμότητα από τους “άλλους” και ανοχή ή εκλογίκευση των παραβιάσεων όταν μας αφορούν άμεσα. Αυτή η αντίφαση δεν αναιρεί την αγανάκτηση· την επιτείνει.
Γιατί ο καθένας βιώνει τον εαυτό του ταυτόχρονα ως θύμα και ως μικρής κλίμακας συμμέτοχο σε ένα σύστημα που θεωρεί άδικο. Από αυτή τη διάψευση γεννιέται μια πιο πικρή μορφή μνησικακίας: όχι μόνο απέναντι στους “από πάνω”, αλλά και απέναντι στο ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναγκάζεται να λειτουργεί.
Μνήμη αδικίας και κοινωνικό τραύμα: Η εμπειρία της οικονομικής κρίσης προσέθεσε ένα επιπλέον στρώμα: τη βιωμένη αίσθηση συλλογικής τιμωρίας χωρίς αντίστοιχη, δίκαια κατανεμημένη ευθύνη. Για πολλούς, η λιτότητα δεν εκλήφθηκε απλώς ως αναγκαία πολιτική, αλλά ως άδικη επιβολή που βάρυνε δυσανάλογα τους ίδιους.
Έτσι, η μνησικακία δεν αφορά μόνο τις σημερινές ανισότητες. Φέρει και το βάρος ενός ανεκπλήρωτου αιτήματος δικαιοσύνης από το πρόσφατο παρελθόν.
Ποιος γεμίζει το κενό: Κι εδώ έρχεται το πιο επείγον ερώτημα: γιατί αυτή η πολύ κατανοητή αγανάκτηση δεν τρέφει ένα ισχυρό αίτημα δημοκρατικής ανανέωσης, αλλά συχνά καταλήγει σε αντιδραστικές επιλογές ή σε αποχή;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην ψυχολογία του εκλογικού σώματος. Βρίσκεται και στο τι του προσφέρεται. Αλλά και στο τι δεν έχει πειστεί ότι μπορεί να υπάρξει: μια πραγματική σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα. Όταν οι πολιτικές δυνάμεις – ιδίως οι προοδευτικές – ούτε αγγίζουν με πειστικό τρόπο τις υλικές αδικίες ούτε αποδεικνύουν ότι είναι διατεθειμένες να συγκρουστούν με αυτές, η δυσπιστία γενικεύεται.
Σε αυτό προστίθεται και ένα περιβάλλον πληροφόρησης όπου η υπερπληθώρα και η πόλωση καθιστούν δύσκολη τη διάκριση μεταξύ ουσίας και επικοινωνιακής διαχείρισης. Όταν όλα μοιάζουν αμφισβητήσιμα, η δυσπιστία μετατρέπεται σε γενικευμένη πεποίθηση ότι “όλοι το ίδιο είναι”.
Ο “λαϊκισμός” τότε δεν είναι παρά η μορφή που παίρνει η πολιτική όταν η θεσμική πολιτική δεν πείθει. Και, σε αυτό το πεδίο, επικρατούν όσοι προσφέρουν εύκολες, αλλά λανθασμένες, απαντήσεις σε πραγματικά προβλήματα.
Η ερώτηση πριν την ερώτηση: Ο Παναγιωτόπουλος ρωτά: “αυτήν τη μικροαστική μνησικακία ποιος θα την κερδίσει;”. Είναι η σωστή ερώτηση για τον επόμενο εκλογικό κύκλο. Αλλά πριν απαντηθεί, χρειάζεται μια άλλη: “ποιος την παράγει”;
Αν κάτι ενοποιεί τις εμπειρίες που περιγράφηκαν, δεν είναι η “μικρότητα”, αλλά το αίσθημα προσβεβλημένης αξιοπρέπειας. Η μνησικακία, σε αυτή τη μορφή, δεν είναι απλώς ένα αρνητικό συναίσθημα. Είναι ένα παραμορφωμένο αίτημα αναγνώρισης: να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους, να μην υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων.
Γιατί αν η απάντηση βρίσκεται όχι στην ψυχολογία του ψηφοφόρου αλλά στην αποτυχία εκείνων που κυβερνούν – νόμιμα, αλλά πολύ συχνά απαράδεκτα – τότε το πρόβλημα δεν λύνεται με καλύτερη επικοινωνία ή πιο έξυπνο πολιτικό μάρκετινγκ.
Το κρίσιμο δεν είναι ποιος θα “κερδίσει” τη μνησικακία, αλλά ποιος θα την καταστήσει περιττή.
Και αυτό απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο: θεσμική ειλικρίνεια, πραγματική λογοδοσία χωρίς εξαιρέσεις, και ένα κράτος που εφαρμόζει τον νόμο το ίδιο για όλους. Όσο αυτά απουσιάζουν, η μνησικακία δεν θα είναι παθολογία. Θα είναι η αναμενόμενη απάντηση.
Ο Νίκος Πασσάς είναι Καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης στο Northeastern University της Βοστώνης. Ειδικεύεται στο διεθνές ποινικό δίκαιο, οικονομικό έγκλημα, τη διαφθορά και τη διακυβέρνηση.





