Κριτική στην απόφαση του ΣτΕ για το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών
24/03/2026
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την κατά πλειοψηφία με αριθμό 392/2026 απόφαση έκρινε το νόμο 5089/2024 συνταγματικό και σύμφωνο με διατάξεις της ΕΣΔΑ. Παράλληλα έκρινε συνταγματικές και τις διατάξεις για τη σύναψη πολιτικού γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών.
Στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως καταγράφεται «ότι η ρύθμιση του ν. 5089/2024 δεν αναιρεί τον συνταγματικό σκοπό του γάμου και της οικογένειας, ούτε αντιτίθεται εν γένει στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο άρθρο 12 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, ούτε επιβάλλει, ούτε απαγορεύει τη θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου».
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η επισήμανση ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης όταν όριζε την έννοια του Συνταγματικού δικαιώματος της οικογένειας (άρθρο 21 του Συντάγματος) είχε υπόψη του μόνο τη φυσιολογική ένωση προσώπων ετερόφυλων, προκειμένου να δημιουργήσουν οικογένεια κι όχι τη σύνταξη νομικώς οικογένειας από μη δυνάμενους προσωπικώς, ως του αυτού φύλου, χωρίς δηλαδή την δυνατότητα τεκνοποιήσεως παρά μόνο υιοθεσίας τέκνου! Αυτή είναι βασική παράμετρος κρίσης της συνταγματικότητας των διατάξεων του ανωτέρω νόμου για τον γάμο κατά το ελληνικό δίκαιο και αυτός πράγματι προστατεύεται από το Σύνταγμα.
Αντίθετα κάθε άλλη μορφή, που σχετίζεται με τη συμβίωση ανθρώπων, είναι απλή Ένωση και κατά το Ελληνικό Δίκαιο δεν ταυτίζεται με το γάμο και το Σύνταγμα. Τέτοια μορφή Ένωσης ανθρώπων είναι το σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο έχει θεσμοθετηθεί καθόλα το 2015. Συνεπώς το πρόβλημα της συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών είχε λυθεί με το υπάρχον σύμφωνο συμβίωσης, όπως και με τη δυνατότητα διαθήκης, με την οποία διευθετούνται τα προβλήματα καταγωγής των παιδιών, διατροφής, κληρονομικού δικαίου, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Σημειώνεται ότι και στο δίκαιο της ΕΣΔΑ (βλ. άρθρο 8 παρ.1 ΕΣΔΑ) που υποχρεώνει σε κάτι τέτοιο (άρθρο 12) τουναντίον αναφέρεται σε γάμο άνδρα και γυναίκας.
Πέραν των ανωτέρω, η απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας, έκρινε ότι η υιοθεσία ανηλίκου από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια «δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού». Με δεδομένο ότι κατά την απόφαση «η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από σύνολο εγγυήσεων, που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια [έλεγχος της κατ’ αρχήν καταλληλότητας και επανέλεγχος ενόψει της υποβολής αιτήματος για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας] και (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Με τα δεδομένα αυτά, κατά την ανωτέρω απόφαση […]«η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων».
Αξιολόγηση του σκεπτικού της απόφασης
Το ανωτέρω σκεπτικό πράγματι θα μείνει στην Ιστορία για την προσπάθεια που κάνει να οριοθετήσει την κοινωνία του ανθρώπου, ότι πράγματι στις μέρες μας ξεπερνά τη φύση, όπως άλλωστε διαμορφώνεται και σε πολλούς άλλους τομείς, έξω και πέρα από τη φύση, και ότι από τούδε και στο εξής στον κόσμο το αφύσικο θα παρίσταται φυσιολογικό, ώστε ο άνθρωπος να μην έχει, ως επιβάλλεται, πορεία από το χάος στην τάξη, από το σκοτάδι στο φως και το κάλλος, αλλά να παραμένει μέσα σε αυτά, σε μια ζωή ανεκπλήρωτη και απανδόκευτη! Κατά τούτο, με την κατά λάθος εκτίμηση η απόφαση, ως άνω, προβαίνει στην εξέταση των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών, προκειμένου να καταλήξει σε θετική κρίση, θέτοντας ως κριτήριο για αυτά, τις εγγυήσεις που απαιτεί ο νόμος, προκειμένου για υιοθεσία παιδιών από ετερόφυλα ζεύγη.
Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να τονιστεί ότι είναι άλλος ο φυσιολογικός και κατά το Σύνταγμα γάμος αυτός, κι άλλος ο, κατ΄ ανάγκην και πολιτικά της εκβιαζόμενης κοινωνίας, γάμος των ομόφυλων ζευγαριών. Δεν υφίσταται δηλαδή ουδεμία δυνατότητα σύγκρισης αυτών των γάμων, ως ανομίων μεταξύ τους, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιολογούνται στο ίδιο επίπεδο και με ίδιους λόγους πληρώσεως των κριτηρίων αυτών ως γάμοι ίσοι, που δεν είναι. Έτσι καθίσταται σαφές ότι δίκαιο μεταξύ ανίσων ως ίσων για την απόφαση, παρίσταται ως άδικο.
Πέραν αυτού από τις σκέψεις αξιολογήσεως, της ανωτέρω απόφασης, ενώ προβάλλεται το συμφέρον και η προστασία του υιοθετούμενου ανήλικου τέκνου, λείπει παντελώς το δικαίωμα του υιοθετούμενου ως βούληση προσώπου, στο τώρα και στο μέλλον, όπως και τα κριτήρια επί των οποίων θα μπορούσε να ικανοποιηθεί αυτοτελώς το δικαίωμα αυτό και ο ειδικός τρόπος διαμορφώσεως, προβολής και ικανοποιήσεως της βουλήσεως του ανήλικου τέκνου και αν πράγματι αυτά προσβάλλονται και σε ποιο βαθμό από την νομικώς κριθείσα ως νόμιμη την υιοθεσία ομόφυλων ζευγαριών!!
Η γνώμη της μειοψηφίας
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι είναι ενδιαφέρουσα προς αυτή την κατεύθυνση η Γνώμη της μειοψηφίας της αποφάσεως αυτής του ΣτΕ, κατά την οποία όπου προβλέπεται η δυνατότητα συνάψεως “γάμου” μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου (άρθρου 3 του ν. 5089/2024, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1350 ΑΚ) «[…] λαμβανομένου υπόψη:
(α) ότι η κατά το Σύνταγμα έννοια του γάμου έχει στη χώρα μας δεδομένο ιστορικό, πολιτισμικό και νομικό περιεχόμενο [ως “γάμος” νοείται ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων], (β) ότι ήδη παρείχετο επαρκής, ισοδύναμη με τον γάμο -και σύμφωνη με τις επιταγές των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και των διατάξεων της ΕΣΔΑ και του ΧΘΔΕΕ- προστασία των σταθερών συμβιώσεων ομοφύλων ζευγαριών μέσω του θεσπισθέντος συμφώνου συμβιώσεως, και, συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση εκ των ως άνω διεθνών κειμένων προς θέσπιση της επίδικης ρύθμισης και (γ) ότι, ως εκ των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, συναπτομένων προς ηθικές, φυσιολογικές και δημογραφικές παραμέτρους, ο κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστατευόμενος γάμος (μεταξύ ετεροφύλων) δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τις ως άνω σταθερές και πραγματικές συμβιώσεις ομοφύλων, και, συνεπώς, ανακύπτει ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ισότητος εκ της ομοίας νομικής μεταχειρίσεως των δύο αυτών καταστάσεων, αντίκεινται προς το άρθρο 21 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος».
Περαιτέρω, κατά την μειοψηφούσα άποψη «οι σχετικές με την υιοθεσία αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα αποκλειστικά το συμφέρον του παιδιού. Εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη ειδικές και εμπεριστατωμένες μελέτες, εκτεινόμενες σε βάθος χρόνου, από τις οποίες να προκύπτει η μακροπρόθεσμη επίδραση στη διανοητική, ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη των παιδιών, από τη διαβίωση σε οικογένεια ομοφύλων ατόμων και, κατά συνέπειαν, η ασφαλής ανάπτυξή τους στο πλαίσιο αυτό.
Ως εκ τούτου, η κατά τα ανωτέρω συναγομένη από το άρθρο 12 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του ν. 5089/2024 αναγνώριση της δυνατότητος υιοθεσίας και εν γένει αποκτήσεως κοινού τέκνου στο πλαίσιο των κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του επίδικου νόμου ενώσεων ομοφύλων προσώπων, δεν τελεί, κατά την ίδια γνώμη, σε αρμονία με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ, της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του παιδιού και της Συμβάσεως της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες, όπως ήδη έχει τονιστεί και ανωτέρω, αλλά και κατά την ψήφιση του ανωτέρω σχετικού νόμου.





