O ερωτευμένος θάνατος

Ιωάννης Λάμπρου
4

του Ιωάννη Λάμπρου  – 

Η παρακάτω είδηση δημοσιεύθηκε στον Guardian πριν από μερικές εβδομάδες. Η Ντολόρες και ο Τρεντ Γουίνστεντ, από την πολιτεία του Τεννεσί των ΗΠΑ, παντρεμένοι για 64 χρόνια έφυγαν από τη ζωή με διαφορά μερικών ωρών. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τρία εγγόνια και οκτώ δισέγγονα. Ο 88χρονος Τρεντ εισήχθη στο νοσοκομείο λόγω ανεπάρκειας στα νεφρά επηρεάζοντας και τη λειτουργία της καρδιάς.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του η 83χρονη Ντολόρες υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία. Μόλις ενημερώθηκε σχετικά ο Τρεντ κατέρρευσε ψυχολογικά. Το ιατρικό προσωπικό βλέποντας τον στενό δεσμό μεταξύ τους μετέφερε τον Τρεντ στο δωμάτιο της Ντολόρες τοποθετώντας τα κρεβάτια το ένα δίπλα στο άλλο. Το ζευγάρι πέρασε τις τελευταίες ώρες στη ζωή κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Η Ντολόρες «έφυγε» πρώτη. Η κόρη του ζευγαριού ενημέρωσε τον πατέρα της γνωρίζοντας πως δεν θα μπορούσε να το αντέξει. Έτσι και έγινε. Ο Τρεντ «έφυγε» λίγες ώρες αργότερα.

Κάποιοι θα προσπεράσουν αδιάφορα την παραπάνω είδηση. Ίσως, με ελαφρά ειρωνεία. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, ενδόμυχα θα ήθελαν να βρίσκονται στη θέση του Τρεντ και της Ντολόρες. Η καταβολή του κόστους, όμως, για να το πετύχουν αυτό τρομάζει τους περισσότερους. Ο εγωισμός και η αδυναμία να κατανικήσουν τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται αναγκάζει τους περισσότερους να συμβιβαστούν με μια απλή συμβίωση.

Η εμμονή στην αυτοπραγμάτωση, ότι και αν σημαίνει αυτό, η προσπάθεια εκπλήρωσης των διαρκώς διευρυνόμενων ατομικών στοχεύσεων (καταναλωτικών και άλλων) και η έλλειψη διάθεσης συμβιβασμού μας εγκλωβίζουν στο «εγώ» καθιστώντας μας ανίκανους να παραμερίσουμε λίγο για να χωρέσει και κάποιος άλλος στη ζωή μας. Τα επικρατούντα πρότυπα στην κοινωνία δεν ευνοούν την υπόσχεση αμοιβαίας αποκλειστικότητας, την εγκράτεια και την υπομονή στοιχεία απαραίτητα για μια συμβίωση 64 ετών.

Υπερέκθεση σεξουαλικότητας

Η ολοκληρωτική παρουσία της ερωτικής πράξης στην καθημερινή ζωή (ΜΜΕ, δημόσιος λόγος, καθημερινό λεξιλόγιο) δεν συνιστά στοιχείο ζωτικότητας της κοινωνίας από τη στιγμή κατά την οποία υπάρχει δημογραφική κάμψη, αλλά βαθιάς προβληματικής συμπεριφοράς η οποία συναντάται σε κοινωνίες ευρισκόμενες σε πτώση.

Λογική συνέπεια της υπερέκθεσης του πληθυσμού σε αυτό το φαινόμενο είναι να αποθαρρύνεται η συγκρατημένη σεξουαλικότητα που είναι στοιχείο συνοχής της οικογένειας άρα και της κοινωνίας. Η εξέλιξη αυτή αν συνδυαστεί με τον έλεγχο γεννήσεων (αντισυλληπτικά χάπια, εκτρώσεις) υπονομεύει περαιτέρω την μακροχρόνια σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας, κατευθύνοντας αμφότερα τα φύλα σε μια χαλαρή, επιπόλαια και ανεύθυνη προσέγγιση της ερωτικής πράξης.

Οι μονογαμικές ετεροφυλικές σχέσεις έχοντας ως επίκεντρο την οικογένεια λειτουργούν ως στοιχείο σταθερότητας της κοινωνίας και σφυρηλατούν δεσμούς όπως του Τρεντ και της Ντολόρες. Αντίθετα η απομάκρυνση από το πιο πάνω μοντέλο κατευθύνουν το κάθε μέλος της κοινωνίας να υιοθετήσει μια ατομοκεντρική στάση ζωής αφιερωμένης πλήρως στην ικανοποίηση των πάσης φύσεως ατομικών αναγκών οι οποίες λαμβάνουν προτεραιότητα έναντι μακροχρόνιων σχέσεων με το άλλο φύλο και των υποχρεώσεων που αυτές συνεπάγονται.

Αιώνες καταπίεσης

Παράλληλα, πολλές Ελληνίδες, βγαίνοντας από αιώνες καταπίεσης και συζυγικής αυθαιρεσίας παρουσιάζουν μια εμμονή στην επαγγελματική καταξίωση, ως μέσο για την πολυπόθητη ανεξαρτησία, και αρχίζουν να υποκαθιστούν την συμπεριφορά τους με ανδρικά πρότυπα. Η προσπάθεια επίτευξης επαγγελματικών στόχων ενισχύει τον ανταγωνισμό όχι μόνο στον χώρο εργασίας αλλά και εντός της οικογένειας με συνέπεια η συνεννόηση να καθίσταται δυσκολότερη.

Επιπροσθέτως, αλλαγές στο πως προσλαμβάνεται ο γάμος τις τελευταίες δεκαετίες, σπρώχνουν τα ζευγάρια σε μια τέτοια επιφανειακή αντιμετώπιση του θεσμού. Το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ετερόφυλων (νομοθέτημα «δεξιάς» κυβέρνησης) και η επέκταση του στα ομόφυλα ζευγάρια, η διευκόλυνση έκδοσης διαζυγίου (τα οποία διαρκώς αυξάνονται) αλλά και, σε ένα βαθμό, η θέσπιση του πολιτικού γάμου, δεκαετίες πριν, υποβιβάζουν τον γάμο σε μια απλή δικαιοπρακτική διαδικασία μεταξύ συμβαλλομένων.

Τελευταία, μάλιστα, η φορολογική πολιτική έναντι παντρεμένων ζευγαριών ενθαρρύνει αρκετά ζευγάρια να συζούν απλά χωρίς να παντρεύονται για να μην απολέσουν κάποια οικονομικά προνόμια ή να μην επιβαρυνθούν με επιπλέον φορολογικές υποχρεώσεις. Δεν ενθαρρύνεται να αναπτυχθεί ο απαραίτητος βιωματικός δεσμός μεταξύ άνδρα και γυναίκας όταν ο γάμος αντιμετωπίζεται ως μια απλή νομική πράξη. Στην πρώτη διαφωνία έκαστος των συμβαλλομένων είναι ελεύθερος να αποχωρήσει.

Υποκρισία ηθικιστικών πολιτικών

Δεν είναι απόλυτο, βέβαια, πως ο γάμος και ειδικότερα ο θρησκευτικός γάμος αποτελεί εγγύηση για την μακροημέρευση μιας σχέσης. Πλείστα τα περιστατικά που επιβεβαιώνουν το αντίθετο. Περισσή και η υποκρισία επαγγελματιών ηθικιστών πολιτικών ο βίος των οποίων είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ευαγγελίζονται στις τηλεοπτικές κάμερες. Προς επίρρωση της μη αναγκαιότητας του θρησκευτικού γάμου μπορεί να αναφερθεί το πρωθυπουργικό ζεύγος της χώρας το οποίο βρίσκεται μαζί από την εφηβική ηλικία χωρίς να έχουν προχωρήσει στην τέλεση θρησκευτικού γάμου.

Μόνο, όμως, ο τελευταίος μπορεί πιο πιστά να εντάξει την υπόσχεση αμοιβαίας αποκλειστικότητας του άνδρα και της γυναίκας και να επιβεβαιώσει την υπόσχεση αυτή σε ένα πλαίσιο που υπερβαίνει εφήμερες νομικές ρυθμίσεις και να την προεκτείνει στην αιωνιότητα. Τα παραπάνω συνιστούν απλές σκέψεις και είναι σε ένα βαθμό σχηματικά έχοντας επίγνωση των παρεκβάσεων και των εξαιρέσεων από το πλαίσιο αυτό και δεν ελαύνονται από πατερναλιστική ή ηθικιστική διάθεση.

Το ζήτημα της κρίσης των σχέσεων των δύο φύλων δεν μπορεί να αναλυθεί επαρκώς στο πλαίσιο ενός άρθρου. Σε κάθε περίπτωση, λίγα ζευγάρια είναι άξια να ζήσουν την εμπειρία του Τρεντ και της Ντολόρες. Αρκεί να υπάρχουν ως πρότυπο.