Ο Γκάλης, ή η τέχνη του απρόβλεπτου

Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος
12
Η τέχνη του απρόβλεπτου, Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος

Γράφει ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος  – 

Χρόνια ήθελα να μιλήσω για τον Γκάλη. Να διοργανώσω ένα συνέδριο ή μια ημερίδα για το μπάσκετ (ball…), για τον ίδιο και για όλους τους άλλους, πριν και μετά από αυτόν. Για το άθλημα που μας «πάει» περισσότερο, ίσως γιατί όσο λιγότεροι τόσο καλύτερα μπορούν να συντονιστούν, να συνδυαστούν και να αποδώσουν οι Έλληνες. Το επεδίωξα και το προσπάθησα το 2015. Να είναι μαζί ο Νίκος Γκάλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης στα πλαίσια του 2ου διεθνούς συνεδρίου Δημιουργικής Γραφής στην Κέρκυρα.

Τον Γκάλη δεν μπόρεσα να τον γνωρίσω, τον Παναγιώτη τα κατάφερα και του εξήγησα. Δέχτηκε πρόθυμα. Μια βδομάδα πριν τη διεξαγωγή της τελετής έχασε τον αδελφό του. Η ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε, απλώς μετατέθηκε.

Από τον Πίνδαρο μέχρι και σήμερα η ελληνική και η παγκόσμια ποίηση και λογοτεχνία εμπνέεται από τον αθλητισμό και τα σπορ. Υμνεί ή και ειρωνεύεται κατά περίσταση. Στα ομαδικά αθλήματα το ποδόσφαιρο έχει, βεβαίως, την τιμητική του, την πρωτοκαθεδρία, την απόλυτη κυριαρχία από τα παιχνίδια της Ναυσικάς με τη σφαίρα στην Οδύσσεια μέχρι σήμερα. Ένθερμοι υποστηρικτές, σκεπτικιστές, αρνητές.

Ο μικρόσωμος θεός

Από τις μέρες όμως του ’87 και μετά το μπάσκετ αναδείχθηκε σε εθνικό μας άθλημα. Η εθνική μας ομάδα πρώτη στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Δεν λησμονώ το παρελθόν, αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς όλα άλλαξαν εκείνον τον Ιούνιο του 1987. Το είχαμε ανάγκη να πανηγυρίσουμε; Άλλη μία τεχνική του συστήματος να αποπροσανατολίσει από τα μεγάλα και σοβαρά; Τίποτε ή και όλα αυτά μαζί;

Ναι, αλλά τη διαφορά την έκανε ο τρόπος. Αυτός που ανέτρεπε κάθε τεχνοκρατικό προγραμματισμό μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, κάθε έλεγχο και καθιστούσε τις μαγικές ενέργειες του Νίκου Γκάλη σε τέχνη του απρόβλεπτου. Είναι δανεισμένη και ελαφρώς “μεταποιημένη” η φράση από τον Εντουάρντο Γκαλεάνο και την αναφορά του στο ποδόσφαιρο…

Αλλά αυτό θαρρώ πως πέτυχε ο μικρόσωμος 13ος Έλληνας Θεός, έτσι τον αποκάλεσαν με την γνωστή υπερβολική διάθεση που διακρίνει τους αθλητικούς συντάκτες. Ο Νίκος Γκάλης που ήρθε να μας γεμίσει αυτοπεποίθηση. Να μας διδάξει πως όταν κάνεις τρόπο ζωής κάτι που αγαπάς και που χρειάζεται θυσίες και επιμονή –πείσμα και εμμονές θα συμπλήρωνα, όλα μπορούν να συμβούν. Προφανώς μία σειρά πολύ σημαντικών συμπατριωτών μας σε διάφορους τομείς έχουν προσφέρει τα ανάλογα, αλλά πώς να το κάνουμε το θέαμα, ο αθλητισμός, αποτυπώνει με μεγαλύτερη ευγλωττία από τον καθημερινό μόχθο και την επιστήμη, την επιτυχία.

Καθολική αναγνώριση

Το Νίκο Γκάλη τον χαρακτήρισαν κορυφαίο Έλληνα αθλητή όλων των εποχών, τον ανήγαγαν σε σύμβολο, τον αμφισβήτησαν, τον πολέμησαν. Σίγουρα πάντως έχει καταγραφεί στη συλλογική μας μνήμη η μορφή του να παλεύει στον αέρα με θηριώδεις αντιπάλους.

Και λες και ήξερε τους μηχανισμούς της μυθοποίησης ο ίδιος, που δεν τους ήξερε, δεν μίλησε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια που έπαιξε μπάσκετ ή που αποτραβήχτηκε για τον εαυτό του. Μιλούσαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Και διαβάσαμε κείμενα σχεδόν λογοτεχνικά από δημοσιογράφους που αναγκάστηκαν να στραφούν στη λογοτεχνία για να περιγράψουν τις χορευτικές του πιρουέτες στον αέρα, τις ηρωικές και ευφάνταστες επελάσεις του.

Μιλούσαν τα καλάθια του και κυρίως ο τρόπος που τα πετύχαινε. Αυτός ήταν που τα διαφοροποιούσε όλα. Και λακωνικά εξήγησε κατά καιρούς και τα λάθη ή τους εγωισμούς του σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Κι ήρθε κι έγινε από ίνδαλμα προσωρινό, μύθος.

Προσωπολατρία, θα σπεύσει αφοριστικά να σκεφθεί κάποιος. Ίσως και να επιχειρήσει να αποδομήσει κάθε ίχνος μαγείας μιας ζωής γεμάτης παραδοξότητες και τελικά την παγκόσμια και καθολική αναγνώριση -όχι άσχημος απολογισμός για έναν καλοστεκούμενο μόλις εξηντάρη και εν ζωή Γκάλη. Το φτωχόπαιδο μιας οικογένειας Ελλήνων μεταναστών στο Νιού Τζέρσει που αναγνωρίστηκε ως ένας από τους καλύτερους αθλητές όλων των εποχών σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το «αδικημένο» άθλημα των τεχνών

Όταν ο Σαίξπηρ και ο Κίπλινγκ λοιδορούσαν το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ δεν υπήρχε. Κι ο Όργουελ αργότερα κι ο Μπόρχες το περιφρόνησαν. Άλλοι όπως ο Καμύ υποστήριξαν ότι όσα έμαθαν για την ανθρώπινη ηθική τα οφείλουν σε αυτό, πως το ποδόσφαιρο είναι μια μεταφορά της ζωής –αυτό το σημείωσε ο Σαρτρ– για να «διορθώσει» ο φιλόσοφος Σέρτζιο Τζιβόνε πως η ζωή είναι μία μεταφορά του ποδοσφαίρου.

Λογοτεχνικά κείμενα, ταινίες, τραγούδια, δοκίμια και μονογραφίες το ανήγαγαν σε μια λαϊκή θρησκεία με το δικό της τελετουργικό σύμφωνα με τον Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, τις δικές της εκκλησίες, αλλά και τις δικές της αιρέσεις. Για άλλους δαιμονοποιήθηκε ως το «όπιο των λαών» και από άλλους υμνήθηκε για τον «παραβατικό» του χαρακτήρα.

Πολλά είναι τα εξαιρετικά κείμενα στο διεθνή χώρο, μυθοπλαστικά και στοχαστικά για το ομαδικό αυτό άθλημα. Στα καθ’ ημάς τα αντίστοιχα. Αξιόλογοι άνθρωποι συνέγραψαν μελέτες ή και άρθρα για τη σχέση του ποδοσφαίρου και της Λογοτεχνίας ή της τέχνης γενικότερα. Κι αν άργησε να βρει μια θέση στην ελληνική λογοτεχνική θεματολογία, τελικά το κατάφερε.

Το μπάσκετ όχι ακόμα. Δεν βρήκε έναν Εγγονόπουλο, έναν Αναγνωστάκη, έναν Καρούζο, έναν Στεριάδη, έναν Πατίλη, έναν Σουλιώτη από ποιητές, έναν Κουμανταρέα, έναν Χαριτόπουλο, έναν Καζαντζή, έναν Χουλιαρά και τόσους άλλους που δεν χωρούν να αναφερθούν για να το εντάξουν στο ποιητικό ή στο μυθοπλαστικό τους σύμπαν. Ούτε κι ένα Τσε Γκεβάρα να το χαρακτηρίσει όχι απλώς άθλημα «αλλά ένα όπλο της επανάστασης».

Το άθλημα που επινόησε στα 1891 ο Τζέιμς Νάισμιθ, Καναδός πάστορας και γυμναστής στο κολέγιο Σπρίνγφιλντ της Μασαχουσέτης. Δεν ευτύχησε να έχει έναν Παζολίνι να επιχειρηματολογήσει για  την απόλαυση που υπερβαίνει τη νόρμα και τους κανόνες. Να ανοίξει τον δρόμο της συμπόρευσης με την τέχνη.

Από την Θεσσαλονίκη στο Hall of Fame

Για το μπάσκετ και τον Γκάλη, ένα τραγούδι και μερικές σκόρπιες αναφορές σε νεότερα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα. Τίποτε παραπάνω, ως τα τώρα τουλάχιστον. Κι όμως όλοι τον γνωρίζουν και τον μνημονεύουν. Για να είμαστε, βεβαίως, απολύτως ειλικρινείς αν ήξερε να διαχειριστεί καλύτερα το κοινωνικό του προφίλ, ονομασίες γηπέδων και τιμές σε εθνικό επίπεδο θα είχαν πραγματοποιηθεί σε πρότερο χρόνο. Όχι κατ’ ανάγκη σωστότερο, αλλά σίγουρα πιο κοντινό στην αποχώρησή του από την ενεργό δράση. Μια προσωπική ζωή μυθιστορηματική που την προστάτευσε με κόστος και χωρίς να θελήσει να τροφοδοτήσει ούτε στο ελάχιστο με κουτσομπολίστικα σχόλια.

Η Θεσσαλονίκη έγινε η γενέθλια πόλη του μύθου του. Στην ίδια πόλη όπου το 1930 η ομάδα της καρδιάς του, ο Άρης, κατακτούσε το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά. Τον λάτρεψαν υστερικά, παθιασμένα. Αντίπαλοί του τον χαρακτήρισαν, κοντά στα τόσα, ως παίκτη του 21ου αιώνα. Οι αστικοί μύθοι και οι διηγήσεις για τον ίδιο και τα κατορθώματά του μνημειώδεις. Οι φράσεις λαϊκών θυμοσόφων για την «τέχνη» του απολαυστικές. Δεν υπήρχε τρόπος να τον σταματήσουν. Ούτε η φυσική φθορά του χρόνου του το επέβαλε. Ένα τέλος επεισοδιακό.

Μόνο με τη σκηνή του Μπακόλα στη Μεγάλη Πλατεία μπορεί να παραλληλιστεί στο δικό μου μυαλό. Εκεί που ο ήρωας ουσιαστικά προδομένος διαπιστώνει πως όλοι έχουν πιάσει τα… σκιερά μέρη, ενώ ο ίδιος στέκεται ορθός καταμεσής στο λιοπύρι της Μεγάλης Πλατείας. Το αριστοτεχνικό σμίλευμα ενός μύθου που θα συντροφεύει αρκετές από τις επόμενες γενιές.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2017, ο Νίκος Γκάλης εντάχθηκε στο Hall of Fame, το Μουσείο της καλαθοσφαίρισης, που εδρεύει στο Σπρίνγκφιλντ της Μασαχουσέτης. Ύψιστη διάκριση για κάθε εμπλεκόμενο στο άθλημα με την πορτοκαλί μπάλα. Ο Νίκος Γκάλης με το εντυπωσιακό του άσπρο σακάκι με μαύρο παπιγιόν μίλησε περίπου τέσσερα λεπτά στην τελετή βράβευσης. Τέσσερα λεπτά γεμάτα συναίσθημα και βουρκωμένα μάτια. Συγκίνηση και ανθρώπινο μεγαλείο που χάρη στο παγκόσμιο τηλεοπτικό θέαμα υπερέβη τα όρια του γηπέδου και διείσδυσε στον πυρήνα της ιδιωτικής μας ζωής για να επιστρέψει στο συλλογικό αίσθημα ως πρότυπο. Από αυτά που έχουμε τόσο ανάγκη.