Ο ρωσικός κύκλος θανάτου

Νεφέλη Λυγερού
2689
Ο ρωσικός κύκλος θανάτου, Νεφέλη Λυγερού

Η υπόθεση της δηλητηρίασης του Σεργκέι Σκριπάλ και της κόρης του από το νευροπαραλυτικό παράγοντα Νόβιτσοκ ήταν ο τελευταίος κρίκος μίας αλυσίδας που πάει πίσω. Σε αυτό το δράμα πρωταγωνιστούν εξόριστοι ολιγάρχες, κατάσκοποι, επαύλεις εκατομμυρίων, συλλεκτικές Rolls Royce, κρυμμένοι λογαριασμοί δισεκατομμυρίων, σαμπάνιες, επώνυμες γυναίκες, γιοτ και θάνατος. Πολύς θάνατος. Όσοι έχουν εγκλωβιστεί στο πλέγμα αυτό χάνουν τη ζωή τους υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε δυτικό έδαφος.

Ο Βρετανός Σκοτ Γιανγκ ήταν ένας φιλόδοξος νέος επενδυτής. Παρά την ταπεινή καταγωγή του, είχε καταφέρει να ξεχωρίσει. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι τον είχαν βοηθήσει οι διασυνδέσεις του με το οργανωμένο έγκλημα. Η περιουσία και η φήμη του, όμως, εκτοξεύτηκαν μετά τη γνωριμία του με τον διαβόητο Ρώσο ολιγάρχη Μπόρις Μπερεζόφσκι. Ο Μπερεζόφσκι ξεκίνησε τη ζωή του σαν ήρωας του Ντοστογέφσκι και κατέληξε μια τραγική καφκική φιγούρα.

Σταδιακά ο Γιάνγκ μετατράπηκε σε έμπιστο του Ρώσου ολιγάρχη, την περίοδο που εκείνος μετακόμισε στο Λονδίνο. Ανέλαβε και τις δουλειές του κολλητού του και επίσης εχθρού της Μόσχας Αρκάντι «Μπάντρι» Παταρκατσισβίλι. Οι δύο άνδρες επένδυσαν τόσο πολύ σε αυτόν που του αγόρασαν μία έπαυλη δύο τετράγωνα δίπλα από τα σπίτια τους. Αυτοί ήταν που τον εισήγαγαν σε μία νέα συναρπαστική ζωή αμετροεπούς πολυτέλειας.

Από την πλευρά του, ο Γιάνγκ τους βοήθησε να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο Λονδίνο και να συνεχίσουν εκεί τις επενδύσεις τους. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο ανδρών έφτασε στο σημείο ο Γιάνγκ να ταξιδεύει διαρκώς στη Ρωσία, αναλαμβάνοντας όλες τις δουλειές και συμφωνίες τους στη Μόσχα. Εκείνοι με τη σειρά τους φρόντιζαν να ικανοποιούν κάθε του επιθυμία. Μία τυπική νύχτα γι’ αυτόν στη Μόσχα περιελάβανε δείπνο και ποτά στο υπέρκομψο Café Pushkin και αμέσως μετά επίσκεψη στο πιο γνωστό κλαμπ και σημείο συνάντησης των πλουσίων με αιθέριες υπάρξεις. Από την εποχή εκείνη τον ενθυμούνται να κυκλοφορεί με βαλίτσες γεμάτες μετρητά.

Είχε προηγηθεί ο θάνατος του Αλεξάντερ Λιτβινένκο, πρώην στελέχους της ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών FSB (πρώην KGB). Ο Λιτβινένκο είχε μετατραπεί σε ηχηρό επικριτή της ρωσικής ηγεσίας μετά τη λήψη βρετανικής υπηκοότητας. Ο θάνατός του τάραξε και τους τρεις άνδρες και σκίασε πρόσκαιρα το «πάρτι». Ο Λιτβινένκο πέθανε στα 43 του από τις συνέπειες δηλητηρίασης με πολώνιο, στο τέλος του Νοεμβρίου 2006, τρεις μόλις εβδομάδες μετά τη συνάντησή του για τσάι στο Millenium Hotel με δύο πρώην πράκτορες των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Αυτοί ήταν ο Αντρέι Λουγκοβόι, σήμερα βουλευτής του εθνικιστικού κόμματος και ο Ντμίτρι Κοβτούν, σήμερα επιχειρηματίας.

«Θα είμαστε πιο προσεκτικοί»

Οι δύο ολιγάρχες και το δεξί τους χέρι παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο προβληματισμό την υπόθεση, πως οι Λουγκοβόι και Κοβτούν -κατά τα λεγόμενα- έβαλαν πολώνιο-210 στην τσαγιέρα του πρώην συντρόφου τους. «Μην ανησυχείς. Εμείς θα είμαστε πιο προσεχτικοί», συνήθιζαν να καθησυχάζουν τον Σκοτ Γιάνγκ, παρ’ ότι και οι ίδιο είχαν θορυβηθεί. Πράγματι, αύξησαν την προσωπική φρουρά τους σε 150 άτομα. Ήταν τέτοια η φοβία που καθημερινά τους διακατείχε, ώστε ο Γιάνγκ έκανε μέχρι και τα καθημερινά ψώνια τους.

Οι περισσότεροι από αυτούς δεν μπορούσαν απλά να βγουν έξω να ανοίξουν έναν λογαριασμό, ή να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο. Ο Σκοτ τα έκανε όλα αυτά για λογαριασμό τους, ταξιδεύοντας σχεδόν μία φορά τον μήνα στην Κύπρο. Οι νέες του δραστηριότητες και γνωριμίες δεν έφεραν, όμως, μόνο προνόμια και πλούτο. Λέγεται ότι αναγκάστηκε να απομακρύνει πολλές φορές τις κόρες του από το σπίτι, στέλνοντάς τις σε ασφαλές καταφύγια, ενώ την τότε σύζυγό του την προειδοποίησαν άγνωστοι άνδρες ότι κινδυνεύει η ζωή τους.

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Λιτβινένκο, που είχε στοιχειώσει το τρίο, την ίδια μοίρα αντιμετώπισε και ο Αρκάντι «Μπάντρι» Παταρκατσισβίλι, ο οποίος διωκόταν τόσο στη Ρωσία όσο και στη Γεωργία. Το 2008 πέθανε αιφνιδίως, με πολλούς να κάνουν λόγο για δολοφονία, χωρίς όμως να υπάρχουν αντίστοιχες αποδείξεις. Η απώλεια προκάλεσε τρόμο στον Μπόρις Μπερεζόφσκι, ο οποίος έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο πολλών δισεκατομμυρίων με την κωδική ονομασία Project Moscow. Αυτό ήταν που στοίχισε τη ζωή εννέα ανδρών, μεταξύ αυτών και τη δική του και του συνεργάτη του.

Εκκαθαρίσεις της Μόσχας

Αν και ο Σκοτ ήταν μαθημένος να είναι διακριτικός, δεν αντιστάθηκε να διαφημίσει ιδιωτικά τις διασυνδέσεις του, προσπαθώντας να ελκύσει ως διαχειριστής κεφαλαίων και άλλους Ρώσους ολιγάρχες. Αφότου, όμως, το συγκεκριμένο πρότζεκτ έγινε γνωστό, όσοι είχαν εμπλακεί σε αυτό εξαφανίζονταν από το χάρτη.

Τρεις από τους μεγαλύτερους επενδυτές, ο Πολ Καστλ, ο Ρόμπι Κέρτις και ο Τζόνι Ελικαόφ, πέθαναν μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Ο ένας αυτοκτόνησε και οι άλλοι δύο βρήκαν τραγικό θάνατο, όταν συνετρίβησαν τα ελικόπτερά τους. Ο κλοιός, όμως, έμοιαζε να σφίγγει για τον Σκοτ αμέσως μετά τον θάνατο του ίδιου του Μπερεζόφσκι, ο οποίος υπό το άγρυπνο βλέμμα των δεκάδων σωματοφυλακών του ξεψύχησε μέσα στο μπάνιο του.

Οι αρχές έκαναν λόγο για αυτοκτονία. Ο Γιανγκ γνώριζε ότι είχε φτάσει και η δική του στιγμή. Σπαταλώντας δεκάδες εκατομμύρια επιχείρησε να εξασφαλίσει καταφύγιο στην Κύπρο ή στην Ελλάδα. Πριν τη φυγή του, όμως, βρήκε τραγικό θάνατο, όπως και είχε προβλέψει. Αρχικά, ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε από τις βρετανικές αρχές αυτοκτονία.

Η πτώση του 55χρονου άνδρα από το πολυτελές διαμέρισμά του προκάλεσε έναν υπόκωφο ήχο που ξύπνησε τους γείτονές του μέσα στη νύχτα. Αυτοί ήταν που κάλεσαν την αστυνομία, όταν τον αντίκρισαν καρφωμένο στα κάγκελα του σπιτιού του. Τα φώτα και η τηλεόραση φώτιζαν το διαμέρισμά του, πολλές ώρες αφότου η αστυνομία και η πυροσβεστική είχαν καταφέρει να ξεκαρφώσουν το άψυχο σώμα του. Ο εκατομμυριούχος Βρετανός διαχειριστής κεφαλαίων είχε προειδοποιήσει φίλους και συγγενείς μήνες νωρίτερα ότι κάτι τέτοιο ήταν πιθανό να του συμβεί.

Ο μεγιστάνας Περεπιλίτσνι

Τρία χρόνια νωρίτερα, είχε προηγηθεί ο θάνατος του Ρώσου μεγιστάνα Αλεξάντρ Περεπιλίτσνι, ο οποίος τον Νοέμβριο του 2012 σωριάστηκε νεκρός έξω από το σπίτι του στο Σάρεϊ. Ο 44χρονος άνδρας ήταν απολύτως υγιής και -σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφόρησαν- επρόκειτο να δώσει στοιχεία για την εμπλοκή Ρώσων εφοριακών υπαλλήλων σε υπόθεση απάτης ύψους 230 εκατομμυρίων δολαρίων σε συνεργασία με εκπροσώπους του οργανωμένου εγκλήματος.

Η αστυνομία δεν έλαβε υπόψη της αυτή την πληροφορία και έκλεισε την υπόθεση με μια δήλωση, που ανέφερε ότι στον θάνατο του 44χρονου «δεν υπήρξε εμπλοκή τρίτων ατόμων». Εξάλλου, οι αρχικές τοξικολογικές εξετάσεις στο σώμα του δεν αποκάλυψαν τίποτα ύποπτο και ο θάνατός του αποδόθηκε σε φυσικά αίτια.

Δύο χρόνια αργότερα, όμως, σε εξετάσεις που έγιναν από μια ασφαλιστική εταιρία, βρέθηκαν ίχνη μιας σπάνιας και θανατηφόρας τοξίνης φυτών στο στομάχι του. Διαπιστώθηκε ότι είχε δηλητηριαστεί με ουσία που εμπεριέχεται στο φυτό Gelsemium, το οποίο φύεται σε απομακρυσμένα μέρη της Βορείου Αμερικής και της Κίνας και το οποίο χρησιμοποιεί η ρωσική και η κινεζική μαφία σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών.

Ένας φύλακας ασφαλείας τον εντόπισε σε εμβρυακή στάση, χλωμό και παγωμένο, ενώ τα σημάδια ζωής που έδινε ήταν ελάχιστα. Ο φύλακας ασφαλείας είπε στις αρχές ότι όταν προσπαθούσε να τον συνεφέρει, παρέχοντάς του τις πρώτες βοήθειες. Ενώ είχε ενώσει το στόμα του με το δικό του ένιωσε στο στόμα του μια παράξενη γεύση που έμοιαζε σαν να γλύφει μια μπαταρία. Το 2017, τα νέα στοιχεία της έρευνας έδειχναν πως η δηλητηριώδης ουσία βρέθηκε στον οργανισμό του μέσω μίας σούπας λαχανικών (sorrel soup, δημοφιλές ρωσικό πιάτο) που είχε φάει λίγο πριν το θάνατό του.

Το μαχαίρωμα του Πάντσερ

Την ίδια περίπου περίοδο, μαχαιρωμένος θανάσιμα βρέθηκε στο σπίτι του και ο κορυφαίος ειδικός ακτινολογίας που ανακάλυψε το δηλητήριο, με το οποίο σκότωσαν τον πρώην πράκτορα των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών Αλεξάντερ Λιτβινένκο. Ο Μάθιου Πάντσερ πέθανε από υπερβολική αιμορραγία, μετά από επαναλαμβανόμενα τραύματα που προκάλεσε στο λαιμό, στα χέρια και στο πάνω μέρος της κοιλιάς του, χρησιμοποιώντας δυο μαχαίρια κουζίνας.

Ο παθολόγος, που διενήργησε την νεκροψία, δεν έκρυψε ότι αρχικά δεν μπορούσε να αποκλείσει την εμπλοκή κάποιου άλλου προσώπου. Με την άποψη αυτή φάνηκε να συμφωνεί και η ντετέκτιβ που ανέλαβε την υπόθεση: «Τα τραύματα ήταν τόσο εκτεταμένα, που δεν μπορώ να πιστέψω πως είναι δυνατόν να προκαλέσει κάποιος τόση ζημία στο σώμα του, χωρίς να έχει χάσει τις αισθήσεις του».

Επικαλούμενοι όλα τα παραπάνω, όσοι τα αποδίδουν στο μακρύ χέρι του Κρεμλίνου, επικαλούνται μία φράση που αποδίδουν στον Βλαντιμίρ Πούτιν: «Οι προδότες θα πεθάνουν αργά ή γρήγορα. Πιστέψτε με. Αυτά τα άτομα πρόδωσαν τους φίλους, τους συντρόφους τους. Ό,τι και να πήραν ως αντάλλαγμα, τα 30 αργύριά τους θα είναι αυτά που στο τέλος θα τους πνίξουν».

Αυτά είναι τα λόγια που στοίχειωσαν και τον Μαρκ Ρόουλι, ανώτατο αξιωματούχο της βρετανικής αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας. «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε: οι Ρώσοι εξόριστοι δεν είναι αθάνατοι. Όλοι τους πεθαίνουν και αυτό από μόνο του τροφοδοτεί την τάση για θεωρίες συνωμοσίας. Να είμαστε ψύχραιμοι; Ναι, αλλά πράγματι οι συμπτώσεις έχουν συσσωρευτεί».