O χανταϊός επιβιώνει στο ανδρικό σπέρμα… 6 χρόνια!
15/05/2026
Safe sex συνιστούν οι ειδικοί μετά τα κρούσματα χανταϊού
Ερευνα έδειξε προ τριετίας (και παίρνει ευρεία δημοσιότητα τώρα λόγω των πρόσφατων κρουσμάτων) ότι ο χανταϊός μπορεί να επιβιώσει έξι ολόκληρα χρόνια στο ανδρικό σπέρμα. Δεν έχει καταγραφεί κρούσμα μετάδοσης του ιού με αυτό τον τρόπο, αλλά οι ειδικοί εκτιμούν ότι επιστημονικά θεωρείται δυνατόν, οπότε συνιστούν χρήση προφυλακτικού επ΄ αόριστον.
Την έρευνα ανέσυρε η βρετανικήTelegtaph που γράφει ότι είναι πιθανόν ο ιός να μεταδίδεται μέσω σεξουαλικής επαφής πολύ καιρό αφότου ο ασθενής βγει αρνητικός. Το ρεπορτάζ στηρίζεται σε ελβετική έρευνα, σύμφωνα με την οποία 55χρονος που υποβάλλετο συχνά σε εξετάσεις μετά την ανάρρωσή του (είχε κολλήσει το στέλεχος των Άνδεων κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στη Νότια Αμερική), διαπίστωσαν 71 μήνες μετά, ότι ναι μεν πλέον δεν είχε ίχνη του ιού στο αίμα, στα ούρα ή στους πνεύμονες, αλλά είχε στο σπέρμα.
Η ανίχνευση του ιού μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα σημαίνει ότι ίσως χρειαστεί να επανεξεταστεί πόσο καιρό πρέπει οι ασθενείς να τηρούν προφυλάξεις κατά την ερωτική επαφή.
Ο λόγος που ο ιός επιβιώνει στους όρχεις (όπως και πάρα πολλοί ιοί) είναι ότι τα σπερματοζωάρια είναι “προγραμματισμένα” να προστατεύονται από το ανοσοποιητικό σύστημα, ώστε να διασφαλίζεται η αναπαραγωγή. Αυτό το βιολογικό φράγμα δημιουργεί άθελά του ένα περιβάλλον φιλοξενο για ιούς. Το συγκεκριμένο περιβάλλον μπορεί να φιλοξενεί τουλάχιστον 27 εν δυνάμει μεταδοτικούς ιούς -το κατά πόσον όμως αυτοί θα μεταδοθούν στην σύντροφο, παραμένει για πολλούς από αυτούς τους ιούς, άγνωστο.
Η Telegraph κάνει παραλληλισμούς με την επιδημία Έμπολα το 2021 στη Γουινέα, η οποία προκάλεσε 23 κρούσματα και 12 θανάτους. Οι έρευνες συνέδεσαν την έξαρση με έναν επιζώντα της επιδημίας 2014–2016, ο οποίος μετέδωσε τον ιό σεξουαλικά κάποια (άγνωστο πόσα) χρόνια μετά. Ακόμα κι αν αυτό όντως ευσταθεί, δεν σημαίνει ότι μπορεί να μεταδοθεί και ο χανταϊός. Το μειονέκτημα (ή και θετικό) είναι ότι ο χανταϊος προκαλεί σπανίως κρούσματα, και κατά συνέπεια δεν υπάρχει η δυνατότητα για τόσο ειδική μελέτη, ώστε είτε να επιβεβαιωθεί είτε αντιθέτως να διαψευσθεί η πιθανότητα μετάδοσής του με την ερωτική επαφή.





