Παρέμβαση της Ένωσης Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης στην εκδήλωση «Ρεύματα Φροντίδας», της Ενεργειακής Κοινότητας Γήωση

Παρέμβαση της Ένωσης Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης στην εκδήλωση «Ρεύματα Φροντίδας», της Ενεργειακής Κοινότητας Γήωση

Σε αυτή τη συνάντηση βρισκόμαστε άνθρωποι και συλλογικότητες που συζητάμε και οργανωνόμαστε γύρω από την ελεύθερη πρόσβαση σε αγαθά με ανελαστική ζήτηση. Tην τροφή, την ενέργεια, την κατοικία. Αγαθά χωρίς τα οποία δεν μπορούμε να ζήσουμε. Ακριβώς γι’ αυτό, ο μονοπωλιακός έλεγχός τους από κερδοσκοπικούς δρώντες έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση, όπου η πλειοψηφία πληρώνει ένα χαράτσι μόνο και μόνο για να έχει πρόσβαση σε όσα χρειάζεται για να ζει. Μιλάμε για τη δύναμη που δίνει η ιδιωτική ιδιοκτησία πάνω σε αναγκαία αγαθά και για τις καταχρήσεις στις οποίες οδηγεί όταν αφήνεται ανεξέλεγκτη στην «αγορά» και στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης.

Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης είναι μια σύμβαση που, ακριβώς λόγω της απλότητάς της, έχει μετατραπεί σε θεολογικό δόγμα και έχει αποκτήσει σχεδόν θρησκευτικό κύρος στον κοινό νου, αλλά στηρίζεται με περίσσια θέρμη από τους κερδοσκόπους. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, όταν η ζήτηση αυξάνεται ενώ η προσφορά μένει σταθερή, η τιμή ανεβαίνει. Η ισορροπία, υποτίθεται, επανέρχεται είτε όταν η υψηλή τιμή προσελκύσει νέους παραγωγούς που αυξάνουν την προσφορά, είτε όταν ένα μέρος των αγοραστών αποσυρθεί από την αγορά. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι συνθήκες δεν υπάρχουν σε αγαθά όπως η ενέργεια, η κατοικία, η τροφή, χωρίς τα οποία δε μπορούμε να ζήσουμε.
3. Η κατοικία είναι ιδιαίτερο αγαθό, γιατί συνδέεται άμεσα με τη γη πάνω στην οποία στέκεται. Σε αντίθεση με τα περισσότερα εμπορεύματα, η γη μπορεί να αποθηκεύει αξία. Ένα αυτοκίνητο ή ένας υπολογιστής χάνουν αξία από τη στιγμή της αγοράς τους. Μια κατοικία, αντίθετα, διατηρεί ή και αυξάνει την αξία της, όχι μόνο λόγω της χρήσης της, αλλά επειδή στηρίζεται σε γη που λειτουργεί ως αποθετήριο αξίας. Γι’ αυτό, σε περιόδους κρίσης, τα κεφάλαια συχνά στρέφονται στα ακίνητα γιατί εκεί μπορούν να διατηρήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια την αξία τους μέχρι να ανακάμψει η αγορά. Έτσι, σε αντίθεση με τα περισσότερα καταναλωτικά αγαθά, στην κατοικία συμφέρει όχι μόνο η παραγωγή της, αλλά και η κατοχή της. Δηλαδή, η κατοικία μαζί με τη γη της.
4. Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έβαλε την ενέργεια και τη στέγαση στο ίδιο χαρτοφυλάκιο, αναγνωρίζοντας ότι το στεγαστικό έχει γίνει κεντρικό κοινωνικό και πολιτικό επίδικο στην Ευρώπη. Όμως πίσω από την προσχηματικά κοινωνική γλώσσα, στόχος είναι η διασφάλιση της κερδοφορίας των ίδιων κερδοσκοπικών δρώντων. Ενδεικτικό είναι το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Προσιτή Κατοικία, που προβλέπει αύξηση της προσφοράς κατοικιών προσφέροντας νέα κίνητρα στον κατασκευαστικό κλάδο και φορολογικά οφέλη στους εκμισθωτές.
5. Η κατοικία αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως επενδυτικό προϊόν, ως πεδίο συσσώρευσης για το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τις κατασκευαστικές εταιρείες, τους μεγάλους αλλά και τους μικρούς εκμισθωτές. Όσο όμως βαθαίνει αυτή η κερδοφορία και όσο περισσότεροι κερδοσκοπικοί δρώντες μπαίνουν στην αγορά κατοικίας, τόσο αυξάνεται το κόστος στέγασης. Όσο αυξάνονται οι επενδύσεις στην κατοικία, τόσο ανεβαίνουν τα ενοίκια και οι τιμές πώλησης.
6. Αυτό εξηγεί γιατί, από το 2017 και μετά, εμφανίζονται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη σωματεία βάσης ενοικιαστριών. Παίρνουν τη σκυτάλη από τις οργανώσεις για το ιδιωτικό χρέος, καθώς το κοινωνικό ζήτημα μετατοπίζεται από το χρέος στο ενοίκιο. Σε αυτό το νέο κύμα εντάσσεται και η Ένωση Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης: το πρώτο μεταπολεμικό σωματείο ενοικιαστριών στην Ελλάδα.
7. Η λογική του κέρδους στην Ελλάδα διαπερνά ολόκληρο το στεγαστικό σύστημα, από την παραγωγή και τη διανομή μέχρι την ίδια την κατανάλωση της κατοικίας. Σε κάθε μία από αυτές τις στιγμές, η ενέργεια αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει ταυτόχρονα το κόστος κατασκευής και το καθημερινό κόστος ζωής μέσα στο σπίτι.
8. Πρώτα απ’ όλα, η ενεργειακή κρίση μετασχηματίζει την ύπαιθρο. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους ανεβάζει συνολικά το κόστος αναπαραγωγής της ζωής, μαζί και το κόστος καλλιέργειας των μικρών αγροτεμαχίων. Σε συνδυασμό με την απόκλιση ανάμεσα στο κόστος διαβίωσης και τους μισθούς στην ύπαιθρο, οδηγεί στην εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής, στη συρρίκνωση των μικρότερων δήμων και στην αύξηση των αχρησιμοποίητων αγροτεμαχίων και κατοικιών. Ο πληθυσμός που φεύγει κατευθύνεται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως αναζητώντας σπίτι προς ενοικίαση, πιέζοντας ακόμη περισσότερο την αγορά ενοικίου. Την ίδια στιγμή, η αγροτική γη συγκεντρώνεται αργά αλλά σταθερά σε λιγότερους δρώντες είτε για μεγάλης κλίμακας αγροτική παραγωγή, είτε για ενεργειακές υποδομές μεγάλης κλίμακας.
9. Στην παραγωγή κατοικίας οι επενδυτές προσβλέπουν στην άνοδο των τιμών σε έναν αστικό χώρο και να αυξήσουν το περιθώριο κέρδους. Όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, αυξάνεται και το κόστος των δομικών υλικών και ο εργολάβος στρέφεται είτε στη μείωση του εργατικού κόστους, είτε στην αύξηση της τιμής που χρεώνει στον επενδυτή. Παρόλα αυτά, η οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, που άρχισε να ανακάμπτει από το 2017, δεν έχει ανακοπεί. Γιατί οι νέες κατασκευές δεν απευθύνονται στην κοινωνική πλειοψηφία, αλλά σε αγοραστές και επενδυτές με υψηλή αγοραστική δύναμη. Μετά την κρίση, η πλειοψηφία του πληθυσμού στην Ελλάδα μετατράπηκε σε πάροχο φθηνής εργασίας και σε κοινωνικό δυναμικό με περιορισμένη καταναλωτική δυνατότητα. Δεν μπορεί να αγοράσει σπίτι. Άρα η κατανάλωση που τροφοδοτεί την αγορά κατοικίας πρέπει να έρθει από έξω, κυρίως μέσω του τουρισμού. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για όσες και όσους ζούμε στο ενοίκιο. Πλέον ανταγωνιζόμαστε τους τουρίστες για πρόσβαση στο ίδιο στεγαστικό απόθεμα. Έτσι, η αύξηση του ενεργειακού κόστους τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο ανόδου των τιμών κατασκευής κατοικίας. Σε μια χώρα που δεν χρειάζεται να χτίσει περισσότερο, αλλά χτίζει ολοένα και περισσότερο για λίγους και προνομιούχους. Γι’ αυτό σαν σωματείο μιλάμε για την ανάγκη ελέγχου των ενοικίων και των τιμών κατοικίας.
10. Και πάμε στο πώς η ενεργειακή πολιτική επηρεάζει τη διανομή της κατοικίας, ειδικά το ζήτημα των κενών ακινήτων. Στην Ελλάδα υπάρχει τεράστιο απόθεμα κενών κατοικιών. Στην ύπαιθρο, αυτό συνδέεται κυρίως με τη δημογραφική συρρίκνωση. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όμως, τα κενά ακίνητα προκύπτουν από την πολυϊδιοκτησία, τη φτωχοποίηση μικρών ιδιοκτητών που δεν μπορούν να ανακαινίσουν, αλλά και τη σκόπιμη κερδοσκοπική κενότητα που επιβάλλουν μεγάλοι εκμισθωτές, servicers και funds. Τα τελευταία χρόνια, μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και πλέον και το Κλιματικό Ταμείο, διοχετεύονται μεγάλα ποσά σε προγράμματα ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης. Παρουσιάζονται ως λύση για τη μείωση της κενότητας. Στην πράξη, όμως, συχνά οξύνουν τις κοινωνικές αντιθέσεις γύρω από την κατοικία. Συμβάλλουν σε φαινόμενα renoviction, δηλαδή σε εκτοπισμούς ενοικιαστριών μετά από ανακαίνιση, ενώ ταυτόχρονα ανεβάζουν τα ενοίκια και ενθαρρύνουν τους εκμισθωτές να προβούν σε νέες αυξήσεις. Έτσι, η ενεργειακή αναβάθμιση λειτουργεί εις βάρος μας, των ενοικιαστριών και των εν δυνάμει ενοικιαστριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι για τους τουρίστες υπάρχουν αυστηρότερα κριτήρια ενεργειακής κλάσης και κατοικησιμότητας, ενώ για όσους ζούμε στο ενοίκιο τέτοιες εγγυήσεις ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Για εμάς μένουν συνήθως τα σπίτια που δεν έχουν ακόμη «αναβαθμιστεί» από την αγορά.
11. Εμείς υποστηρίζουμε μια διπλή πολιτική για τα κενά ακίνητα, που θα ωφελεί ενοικιάστριες και φτωχοποιημένους ιδιοκτήτες. Από τη μία, χρειάζεται ένας δημόσιος φορέας που θα αναλαμβάνει την επίλυση ιδιοκτησιακών και τεχνικών προβλημάτων, την ανακαίνιση των ακινήτων και τη διαχείρισή τους για ένα εύλογο διάστημα. Τα ακίνητα αυτά πρέπει να διατίθενται με χαμηλό κοινωνικό ενοίκιο, που δεν θα ξεπερνά το 30% του εισοδήματος του χαμηλότερου εισοδηματικού τεταρτημορίου. Από την άλλη, όταν οι ιδιοκτήτες τους επιλέγουν να κρατούν τα ακίνητά τους κενά για κερδοσκοπικούς λόγους, ακόμη και μετά από αυτό το κίνητρο, πρέπει να υπάρχει το σαφές αντικίνητρο, της φορολόγησης της κενότητας.
12. Το σωματείο των ενοικιαστριών έχει διατυπώσει θέσεις τόσο προς το κεντρικό κράτος όσο και προς την τοπική αυτοδιοίκηση. Δημιουργήθηκε στις αρχές του 2025. Γιατί στη Θεσσαλονίκη; Γιατί εδώ η απόκλιση ανάμεσα στους μισθούς και στα ενοίκια είναι τεράστια. Έτσι πρέπει να κατανοούμε το στεγαστικό ζήτημα. Στην Αθήνα οι απόλυτες τιμές μπορεί να είναι υψηλότερες. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, η ψαλίδα ανάμεσα στους χαμηλούς, παγωμένους μισθούς και στη διαρκή αύξηση των ενοικίων είναι ακόμη πιο ασφυκτική. Ένας ακόμη λόγος ήταν η συνάντηση ανθρώπων με διαφορετικές οργανωτικές εμπειρίες και πολιτικές πρακτικές, που βρέθηκαν μπροστά στο ίδιο, ολοένα πιο πιεστικό πρόβλημα.
13. Οι καταχρήσεις από την πλευρά των εκμισθωτών εντείνονται διαρκώς. Όσο αυξάνονται οι τιμές γης και κατοικίας, τόσο αυξάνονται όχι μόνο τα ενοίκια, αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στις ενοικιάστριες: κακοσυντηρημένα σπίτια σε εξωφρενικές τιμές, πιέσεις στο τέλος της μίσθωσης, καταχρηστικοί όροι, απειλές έξωσης, αδιαφορία για επισκευές. Την ίδια στιγμή, προωθούνται νόμοι για fast track εξώσεις, με στόχο να γίνουν τα μισθωτήρια ακόμη πιο ελαστικά προς όφελος των εκμισθωτών. Να μπορούν δηλαδή να απαιτούν αυξήσεις όποτε ανεβαίνει η αγορά και, αν οι ενοικιάστριες δεν τις αποδεχτούν, να χρησιμοποιούν την άμεση έξωση ως εργαλείο εκβιασμού.
14. Το Σωματείο Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης έχει διπλή στόχευση. Από τη μία, παρεμβαίνει στη δημόσια σφαίρα για να αμφισβητήσει το κυρίαρχο αφήγημα της ΠΟΜΙΔΑ, που αποτελεί διαχρονικά προνομιακό συνομιλητή κάθε κυβέρνησης, και να ανατρέψει τους βασικούς ισχυρισμούς της. Από την άλλη, προσπαθεί να δίνει καθημερινές λύσεις στα προβλήματα των ενοικιαστριών, μέσα στις αντιπαραθέσεις τους με τους εκμισθωτές. Ο κόσμος που εκτοπίζεται φτάνει συχνά διστακτικά στις συνελεύσεις μας. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν το θεσμικό πλαίσιο, πολλές φορές ούτε τη γλώσσα, που αγνοούν ακόμη και τα ελάχιστα δικαιώματά τους. Το σωματείο προσπαθεί να μετατρέψει αυτό που βιωνόταν ατομικά σε συλλογική εμπειρία. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία να χτίσει τη συλλογική δύναμη που χρειάζονται για να δοθούν συλλογικές απαντήσεις.
15. Γι’ αυτό προσπαθούμε να χτίσουμε ένα σωματείο βάσης, όχι ένα σωματείο υπηρεσιών, να συγκροτήσουμε μια κρίσιμη κοινωνική μάζα που θα διεκδικεί σταθερά τον έλεγχο των ενοικίων και την κοινωνικοποίηση του αποθέματος γης και κατοικίας. Η Ένωση Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης αφορά όλες και όλους μας. Απευθυνόμαστε όχι μόνο στις σημερινές ενοικιάστριες, αλλά και στις εν δυνάμει ενοικιάστριες, στους ανθρώπους που η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ως ιδιοκατοίκους, ενώ ζουν σε συνθήκες αόρατης αστεγίας, στα παιδικά τους δωμάτια ή σε βίαια σπίτια, επειδή δεν βρίσκουν κατοικία με προσιτό ενοίκιο. Απευθυνόμαστε στους ιδιοκατοίκους που αντιμετωπίζουν το κόστος διαβίωσης. Απευθυνόμαστε σε όσους πιστεύουν ότι «ο δικός τους εκμισθωτής είναι καλός» ή ότι «το δικό τους σπίτι είναι σε καλή κατάσταση». Οργανωνόμαστε μαζί, είτε έχουμε ήδη πρόβλημα είτε όχι, για να μπορούμε συλλογικά να διεκδικήσουμε κάτι καλύτερο.
Γι’ αυτό σας καλούμε όλες και όλους να γίνετε μέλη μας και να στηρίξετε τον αγώνα μας.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx