Η αλυσιτελής διαχείριση και ο «λύκος»

Κώστας Βεργόπουλος
4

του Κώστα Βεργόπουλου  – 

Η κυβέρνηση Τσίπρα συνηθίζει να αποδίδει τις ευθύνες για τη δική της αναποτελεσματικότητα στους αντιπάλους. Έτσι επικαλείται ως ελαφρυντικό για αποτυχίες της, τον πόλεμο που της έχουν ανοίξει τα κάθε είδους μεγάλα συμφέροντα και τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της έχουν επιβάλλει οι δανειστές. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, χάνει την ευκαιρία για σοβαρές και αξιόπιστες εξυγιαντικές παρεμβάσεις, στο μέτρο που αυτές είναι δυνατές σ΄αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Θα έχει απομείνει, όμως, η εντύπωση ότι δόθηκε «σκληρή μάχη».

Παρόμοια ατελέσφορη διαχείριση καταγράφεται και στο πεδίο της οικονομίας. Μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση παραμένει σε αδυναμία να παρουσιάσει κάποιο ξεκάθαρο δικό της σχέδιο εξόδου της χώρας από την κρίση, στην οποία έχει εγκλωβιστεί από το 2010. Μοναδικός οδικός χάρτης της παραμένει αυτός των δανειστών. Είναι το μνημονιακό πρόγραμμα, για το οποίο η κυβέρνηση είχε επανειλημμένα δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι δεν βγάζει την χώρα από την κρίση, αλλά αντίθετα την εξωθεί βαθύτερα σε αυτήν.

Τώρα πια, όμως, η κυβέρνηση επικαλείται «επιτυχίες» που υποτίθεται πως προκύπτουν από την πιστή τήρηση του μνημονιακού προγράμματος. Διαβεβαιώνει πως με την διαρκή υπερφορολόγηση και τα πρόσθετα υφεσιακά μέτρα ανοίγει ο δρόμος για την επιστροφή στην ανάπτυξη. Ο πρωθυπουργός, μάλιστα, θριαμβολόγησε για τη μικρή μεγέθυνση του ΑΕΠ που καταγράφηκε στο δεύτερο τρίμηνο του 2017.

Χωρίς παράλληλο πρόγραμμα

Πόσο πειστικός είναι ο λόγος που προεξοφλεί επερχόμενες εισροές σε συρρικνούμενη ή στάσιμη οικονομία, παρασιωπώντας το γεγονός ότι πολλαπλασιάζονται τα λουκέτα επιχειρήσεων; Κατά πόσο η επίσημη ρητορική δεν προσλαμβάνεται από την κοινή γνώμη ως εμπαιγμός, προκειμένου να συγκαλύπτεται το δικό της έλλειμμα προοπτικής;

Εάν η κυβέρνησή αδυνατεί να παρουσιάσει δικό της παράλληλο πρόγραμμα και σχέδιο που να αντισταθμίζει τις αρνητικές επιπτώσεις στην πολιτική που επιβάλλουν δανειστές, η κοινή γνώμη θα εκτιμούσε περισσότερο την ειλικρίνεια από τις φανταστικές αφηγήσεις. Φυσικά, εάν η αποτυχία φθάσει σε σημείο που δεν θα μπορεί πλέον να συγκαλύπτεται, τότε οι ευθύνες θα επιρριφθούν και πάλι στο μνημόνιο και στους δανειστές που το επέβαλαν. «Λύκος» υπάρχει, αλλά η συχνή επίκλησή του, όπως είναι γνωστό, τελικώς φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα.

Επίσης, με την αντίληψη ότι όλα τα ζητήματα είναι μόνο πολιτικά και τίποτα άλλο, κάθε αποτυχία εύκολα αποδίδεται στην ισχύ του αντιπάλου. Ωστόσο, στην ουσία κανένα ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Το καθένα είναι ταυτόχρονα και κάτι άλλο ακόμη. Η επαναφορά της οικονομίας σε συνθήκες επανεκκίνησης, εκτός από γενικό πολιτικό, είναι ταυτόχρονα και κατ’ εξοχήν ζήτημα διαφορετικής οικονομικής πολιτικής που μέχρι σήμερα παραμένει ανεύρετη.

Εκτός από την ισχύ και τις μηχανορραφίες των αντιπάλων της, εκτός από τις ασφυκτικές πιέσεις των δανειστών, η κυβέρνηση συχνά αυτοϋπονομεύεται με τη δική της αλυσιτελή διαχείριση. Και σε αυτή την περίπτωση, δύσκολα πείθει ότι για όλα ευθύνονται πάντα οι άλλοι.