Τι πραγματικά αποφάσισε για το χρέος το Eurogroup

Κώστας Μελάς
1

Στο άρθρο μου «Θα έχει νικητή ο συμβιβασμός για το ελληνικό χρέος» (12 Ιουνίου 2017) είχα αναφερθεί στο πως θα επιλυθεί η διένεξη μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ αναφορικά με το ελληνικό δημόσιο χρέος. Είχα υποστηρίξει ότι η διένεξη θα λήξει με έναν συμβιβασμό. Δεδομένου ότι όλοι οι συμβιβασμοί έχουν κάποιο νικητή, υποστήριζα ότι ο νικητής θα ήταν ο Σόιμπλε, με την έννοια ότι οι απόψεις του θα επικρατούσαν των αντιπάλων απόψεων.

Μετά την απόφαση του Eurogroup (15.06.2017) είμαστε πλέον σε θέση να το δείξουμε και συγκεκριμένα. Το πλαίσιο της απόφασης για το ελληνικό δημόσιο χρέος επαναλαμβάνει σχεδόν επακριβώς όσα είχαν περιληφθεί στην απόφαση του Eurogroup στις 22 Μαΐου του 2016 σχετικά με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, με την προσθήκη δύο νέων σημείων:

  • Πρώτον, συγκεκριμενοποιήθηκε το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος για την περίοδο 2023-60.
  • Δεύτερον, δημιουργείται μηχανισμός προσαρμογής της αποπληρωμής των δανείων του EFSF με τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Για την ακρίβεια, η προσαρμογή θα γίνεται όταν παρατηρείται απόκλιση του ρυθμού μεγέθυνσης από τις ενσωματωμένες προβλέψεις στην Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους.

Τέσσερα σημεία

Περισσότερα για τα παραπάνω, όμως, στη συνέχεια. Τώρα θα αναφερθούμε στα βασικά σημεία της απόφασης. Συγκεκριμένα:

  • Όλα τα μεσοπρόθεσμα μέτρα θα εφαρμοσθούν μετά την επιτυχή λήξη του 3ου Μνημονίου και εφόσον κριθούν αναγκαία («At the end of the programme , conditional upon its successful implementation and to the extent necessary»). Δηλαδή, δεν είναι δεδομένη η εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων μέτρων. Θα αποφασίσει το Eurogroup γι’ αυτό, όπως ακριβώς σημειωνόταν και στην απόφασή του τον Μάιο του 2016 με τη γνωστή έκφραση «αν χρειαστεί». Ο Τσακαλώτος προσπάθησε να διαγράψει αυτό το σημείο στη νέα απόφαση, αλλά δεν τα κατάφερε. Η μικρή αυτή φράση δίνει το δικαίωμα στον Σόιμπλε να δηλώνει ότι δεν είναι δεδομένο πως το ελληνικό χρέος χρειάζεται αναδιάρθρωση.
  • Τα πρωτογενή πλεονάσματα την περίοδο 2023-60 θα είναι μεγαλύτερα ή ίσα με 2% του ΑΕΠ και πάντως πλησιέστερα προς το 2% with a primary surplus of equal to or above but close to 2,0% of GDP»). Και εδώ η άποψη του Σόιμπλε και του ελεγχόμενου από αυτόν ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) επικράτησε της αντίστοιχης του ΔΝΤ, το οποίο ζητούσε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5%. Είναι γνωστόν ότι η πρόταση Σόιμπλε-ESM υποστήριζε ύψος πρωτογενούς πλεονάσματος περίπου 2,3% του ΑΕΠ.
  • Η δυνατότητα χρονικής επέκτασης των δανείων του EFSF (130,9 δισ ευρώ) ανήκει στο   Eurogroup, το οποίο μπορεί να την επεκτείνει από 0 μέχρι 15 έτη (όχι 15) με πάσα επιφύλαξη ως προς την τελική Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους («The Eurogroup stands ready to implement, without prejudice to the final DSA»). Επίσης, το Eurogroup μπορεί να προβεί σε χρονική μεταφορά της πληρωμής των τόκων ή των χρεολυσίων. Το ΔΝΤ αντιθέτως υποδεικνύει πολύ μεγαλύτερη χρονική επέκταση της λήξης των δανείων και μάλιστα αυτή να αποφασισθεί από τώρα και να μην αφεθεί να κριθεί στο μέλλον.
  • Και στις δύο αποφάσεις αναφέρεται ότι οι Συνολικές Χρηματοοικονομικές Ανάγκες (GFN), δεν θα υπερβαίνουν μεσοπρόθεσμα το 15% του ΑΕΠ και μακροπρόθεσμα το 20%. Υπάρχει σημείωση ότι αυτό θα γίνει όταν το ελληνικό δημόσιο χρέος θα σταθεροποιηθεί. Με απλά λόγια, όσο το χρέος θα σταθεροποιείται, η Ελλάδα θα αποπληρώνει περισσότερο χρέος. Μάλιστα, σημειώνεται, ότι αυτό θα συμβεί, χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης που συμμετείχαν στον δανεισμό.

Η Αναπτυξιακή Τράπεζα

Υπάρχει ένα θετικό στοιχείο που αναφέρεται στην ίδρυση της Εθνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, κάτι που μέχρι τώρα οι δανειστές δεν το επέτρεπαν και οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν το διεκδικούσαν δυναμικά. Παράλληλα, εκφράστηκε «η διάθεση»  για βοήθεια προς την Ελλάδα, προκειμένου να επιταχυνθεί η μεγέθυνση του ΑΕΠ, αλλά τίποτε το συγκεκριμένο.

Τελειώνω με τον μηχανισμό προσαρμογής του ρυθμού μεγέθυνσης με την αποπληρωμή των δανείων του EFSF, όταν παρατηρούνται αποκλίσεις από τις ενσωματωμένες προβλέψεις για το ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας στην Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους. Η κυβέρνηση προβάλλει αυτό το σημείο ως την μεγαλύτερη επιτυχία.

Ως γνωστόν, το σημείο αυτό ενσωματώθηκε στην απόφαση μετά από παρέμβαση της γαλλικής πλευράς, προκειμένου να γεφυρωθούν οι διαφορετικές εκτιμήσεις του Σόιμπλε και του ΔΝΤ για τους μελλοντικούς ρυθμούς μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Κατ’ αρχάς πρέπει να περιμένουμε να δούμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του μηχανισμού. Αυτοί που θα ορίσουν το πλαίσιο θα προσεγγίσουν το πρόβλημα από την πλευρά των δανειστών ή από την πλευρά της Ελλάδας; Αν το ΑΕΠ μεγεθύνεται με υψηλότερο ρυθμό από την πρόβλεψη της Ανάλυσης Βιωσιμότητας του Χρέους (σήμερα μιλάμε για 1,0-1,3% του ΑΕΠ) υπάρχει το ενδεχόμενο ο μηχανισμός αντί να προστατεύει την Ελλάδα να την εξαναγκάζει να πληρώνει παραπάνω.

Αμφίδρομη η προσαρμογή

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι ο μηχανισμός μάλλον θα πρέπει να λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: υψηλότερος ρυθμός μεγέθυνσης από τον προβλεπόμενο σημαίνει υψηλότερες πληρωμές. Χαμηλότερος ρυθμός μεγέθυνσης σημαίνει χαμηλότερες πληρωμές. Όλα αυτά θα μπορούν να συμβούν με την προϋπόθεση ότι οι συνολικές χρηματοοικονομικές ανάγκες της Ελλάδας δεν θα υπερβαίνουν το 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και το 20% μακροπρόθεσμα.

Βεβαίως, το μέρος των πληρωμών που δεν θα καταβληθεί κάποιο έτος θα μεταφέρεται στο τέλος του προγράμματος. Αντίστοιχα, στην περίπτωση που θα πρέπει να καταβληθεί μεγαλύτερο ποσό από το υπολογισθέν, θα πρέπει φυσιολογικά να αφαιρείται από το τέλος του προγράμματος.

Το πρόβλημα είναι πολύπλοκο. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, όμως, ότι οι κουβέντες που ακούγονται πως θα πληρώνουμε όταν έχουμε δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα και αποτελούν χυδαία πολιτική ρητορική. Έχω πολλούς ενδοιασμούς αν  ο συγκεκριμένος  μηχανισμός θα ωφελήσει την Ελλάδα. Επίσης, όλη αυτή η συζήτηση για την επιτάχυνση των αναπτυξιακών διαδικασιών (με τη σύμφωνη γνώμη του Σόιμπλε) με κάνει σκεπτικό για το μηχανισμό προσαρμογής.

Στην ανάλυσή μου δεν ανέφερα πουθενά κάποια κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης. Άλλωστε, ποτέ δεν μάθαμε τι συγκεκριμένα και όχι γενικά και αόριστα ζητούσε σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Το ίδιο συνέβη και σε όλες τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, με χαρακτηριστική περίπτωση το PSI του 2012, όπου όλα αποφασίστηκαν από τους δανειστές.