Χωρίς ελάφρυνση χρέους, η ελληνική οικονομία θα σέρνεται

Κώστας Μελάς
26
Το κόστος της επιμήκυνσης του χρέους, Κωνσταντίνος Κόλμερ

Είναι δύσκολο η ελληνική οικονομία να αφήσει πίσω της την κρίση και να σταθεί στα πόδια της, ως μια κανονική οικονομία, αν δεν ελαφρυνθεί το χρέος. Γνωρίζουν όλοι, ακόμη και όσοι προσποιούνται ότι δεν το αντιλαμβάνονται, ότι ο αρνητικός υπερκαθορισμός της ελληνικής οικονομίας είναι το υψηλότατο δημόσιο χρέος. Το ύψος του, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) τον Δεκέμβριο του 2017, διαμορφώθηκε στα 328,7 δισ. ευρώ, ενώ έως τα τέλη του 2018 εκτιμάται από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών ότι θα ανέλθει στα 332 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για ένα τεράστιο βάρος δημοσίου χρέους που αγγίζει σχεδόν το 180% του ελληνικού ΑΕΠ, ύψος που το κάνει να θεωρείται δύσκολα διαχειρίσιμο και εύκολα μη βιώσιμο στην πρώτη αναταραχή των χρηματοπιστωτικών αγορών. Βασικός αρνητικός υπερκαθορισμός σημαίνει απλά ότι η οικονομία δεν μπορεί να αποκτήσει εκείνους τους βαθμούς ελευθερίας που θα της επιτρέψουν να αναπτυχθεί εκμεταλλευόμενη τις πραγματικές δυνατότητές της μέσα στο δεδομένο διεθνές περιβάλλον.

Η «ελάφρυνση» του ελληνικού χρέους είναι στην ημερήσια διάταξη, δεδομένου ότι η τεχνική προπαρασκευαστική διαδικασία σε επίπεδο ειδικών βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη από το Μάρτιο. Απόφαση δεν αναμένεται να ληφθεί πριν η Ελλάδα ολοκληρώσει επιτυχώς το τρέχον πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η προοπτική ελαφρύνσεων του ελληνικού χρέους έχει ήδη τεθεί από το Νοέμβριο του 2012, με ανανέωση των σχετικών δεσμεύσεων από καιρού εις καιρόν στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει έως σήμερα.

Το γεγονός ότι το θέμα παραμένει σε επίπεδο εξαγγελιών οφείλεται, στους Ευρωπαίους δανειστές και κατά κύριο λόγο στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, o οποίος, θέλοντας να διατηρήσει αμείωτη την πίεση για την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων», επέβαλε την άποψη οι σχετικές αποφάσεις να ληφθούν με το πέρας του προγράμματος το 2018, και αυτό μόνον εάν είναι απαραίτητο. Για να είμαστε αντικειμενικοί έχουν τεθεί σε εφαρμογή τα βραχυπρόθεσμα μέτρα. Όμως ο αντίκτυπός τους είναι ελάχιστος στη βελτίωση του τρόπου αντιμετώπισης από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης

Η ουσία βρίσκεται στο είδος και στον τρόπο εφαρμογής των μεσοπρόθεσμων, αλλά και των μακροπρόθεσμων μέτρων, που θα αποφασισθούν με τη λήξη του προγράμματος.
Είναι γνωστό ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) και οι ειδικοί του Euro Working Group εξετάζουν τώρα μία δέσμη μέτρων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι μεγαλύτεροι χρόνοι αποπληρωμής, τα χαμηλά επιτόκια σε βάθος χρόνο και επιπρόσθετα έτη χωρίς υποχρέωση αποπληρωμής των χρεών. Επίσης την επιστροφή των κερδών που έχει αποκομίσει από τα ελληνικά ομόλογα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και έχει διανείμει στις εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των χωρών-μελών της Ευρωζώνης.

Ένα επιπλέον μέτρο είναι και αυτό της αντικατάστασης των ακριβών δανείων του ΔΝΤ από φθηνότερα του ESM, δεδομένου ότι υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι. Υπενθυμίζουμε ότι η Ελλάδα δεν έκανε χρήση του συνόλου των 86 δισ ευρώ της τρέχουσας δανειακής σύμβασης. Στο πλαίσιο της συζήτησης o ESM και η Γαλλία υπέβαλαν προτάσεις, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης των δανείων, του ανώτατου ορίου επιτοκίου, της ελάφρυνσης του χρέους που συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τις υπάρχουσας πληροφορίες το σχέδιο προβλέπει ότι η Ελλάδα θα απαλλαγεί από τις αποπληρωμές εάν ο μέσος όρος της πενταετούς ανάπτυξης μειωθεί κάτω από το 2,8%. Η μερική εξόφληση του χρέους θα ήταν απαραίτητη εάν η ανάπτυξη κυμαινόταν μεταξύ 2,8% και 3,4%, ενώ η πλήρης εξόφληση, εάν η ανάπτυξη ήταν μεγαλύτερη.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.