Επιστροφή στις αγορές – κάντε το όπως η Πορτογαλία

Κώστας Μελάς
4

Ίσως ο μοναδικός τρόπος για να απαντηθούν τα ερωτήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες του χρόνου εξόδου της Ελλάδος στις χρηματοπιστωτικές αγορές, εκτός των θεωρητικών προσεγγίσεων, είναι η σύγκριση με περιπτώσεις χωρών, οι οποίες αναλογικά ευρίσκονται στο ίδιο οικονομικό και πολιτικό-κοινωνικό περιβάλλον με την χώρα μας.

Βεβαίως, με την επιφύλαξη των ιδιαιτεροτήτων και ιδιομορφιών κάθε χώρας, αλλά και το momentum της κατάστασης στην οποία ευρίσκονται τόσο οι χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και ο ειδικός χώρος στον οποίο ανήκει η χώρα.

Η «πειθαρχημένη» Πορτογαλία

Νομίζω ότι η περίπτωση της εξόδου της Πορτογαλίας συνάδει αρκετά καλά με τη δικιά μας περίπτωση. Με την γενική παρατήρηση, βεβαίως, ότι οι ιδιομορφίες της ελληνικής περίπτωσης θα επιβαρύνουν κατά τι τις μελλοντικές εξελίξεις. Υπάρχει διαφορά στο πολιτικό σύστημα, στην Πορτογαλία οι απώλειες στο ΑΕΠ είναι μικρότερες, μικρότερα είναι και τα ελλείμματα (δημοσιονομικό και εξωτερικό), άρα και μικρότερη η δημοσιονομική προσαρμογή.

Αυτό που έχει μεγάλη σημασία και για την ελληνική περίπτωση, είναι ότι η έξοδος της Πορτογαλίας από το Μνημόνιο είχε προετοιμαστεί κατάλληλα πολύ πριν την εκπνοή του προγράμματος. Βασικές προϋποθέσεις: Η ανάκαμψη της οικονομίας ξεκίνησε το 4ο τρίμηνο του 2013, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε όλα τα τρίμηνα έκτοτε και μέχρι σήμερα. Είχε επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή και η επαναφορά της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας (σε όρους κόστους παραγωγής).

Με αυτές τις προϋποθέσεις η Πορτογαλία βγήκε από το Πρόγραμμα τον Μάιο του 2014, έχοντας ήδη αποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την πρόσβασή της στις αγορές. Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 2012 κατάφερε να μετατρέψει ένα ομόλογο 3,76 δισ. ευρώ που έληγε τον Σεπτέμβριο του 2013 (με απόδοση 3,1%) σε τριετές ομόλογο με λήξη τον Οκτώβριο του 2015 (με απόδοση 5,12%).

Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια. Ακολούθως, τον Ιανουάριο του 2013, βγήκε στις χρηματοπιστωτικές αγορές για πρώτη φορά, αυξάνοντας το ποσό κατά 2,5 δισ. ευρώ, προκειμένου να αναχρηματοδοτήσει ένα ομόλογο ύψους 6 δισ. ευρώ, που έληγε το 2017, με κόστος κάτω του 5%.

Το 2013, με δανεισμό 13,3 δισ. ευρώ, η Πορτογαλία κάλυψε το 77% των χρεολυσίων και το 44% των χρηματοδοτικών αναγκών της. Το 2014, με δανεισμό 13,4 δισ. ευρώ, κάλυψε το 100% των χρεολυσίων και το 49% των χρηματοδοτικών αναγκών της. Σημειώνεται ότι ο δανεισμός αυτός πραγματοποιήθηκε με 10ετή ομόλογα με επιτόκια ελαφρώς πάνω από 6% το 2013 και με μέσο επιτόκιο κάτω του 4% το 2014.

Υπήρξε ένας λόγος, όμως, που εδραίωσε, πέραν πάσης αμφισβήτησης, την εικόνα μιας δημοσιονομικά πειθαρχημένης Πορτογαλίας στην αγορά κεφαλαίων και βοήθησε ταυτόχρονα στη δραστική μείωση του επιτοκίου δανεισμού το 2014. Πρόκειται για το γεγονός ότι η Πορτογαλία βγήκε από το Μνημόνιο, έχοντας αποθεματοποιήσει ρευστά διαθέσιμα συνολικού ύψους 15,6 δισ. ευρώ. Το αποθεματικό αυτό ήταν αρκετά υψηλό, ώστε να καλύψει το εναπομείναν δημοσιονομικό έλλειμμα του 2014 μετά το πέρας του Μνημονίου (Μάιος 2014), και ολόκληρο το προσδοκώμενο δημοσιονομικό έλλειμμα του 2015.

Η ελληνική περίπτωση

Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στην περίπτωση της Ιρλανδίας και κάτι ανάλογο θα πρέπει να συμβεί και στην περίπτωση της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει ότι, το πρωτογενές πλεόνασμα (πέραν του στόχου) που επιτεύχθηκε το 2016 πρέπει να οδηγηθεί σε αποθεματοποίηση. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τα αντίστοιχα ενδεχόμενα πλεονάσματα το 2017 και το 2018.

Αυτό είναι απαραίτητο σε μια προσπάθεια να κτισθούν αποθεματικά, τα οποία θα διασφαλίσουν την πρόσβαση του ελληνικού δημοσίου στις αγορές σε σχετικώς ικανοποιητικά (βιώσιμα) επιτοκιακά επίπεδα. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ανανέωση όλων των δανείων που λήγουν από εδώ και πέρα και που -ως επί το πλείστον- βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των Ευρωπαίων εταίρων, θα γίνεται σε επιτόκια αγοράς που κατά κανόνα θα είναι υψηλότερα. Συνεπώς, είναι εκ των ουκ άνευ η πρόσβαση στις αγορές να γίνεται με όσο το δυνατόν χαμηλότερα επιτόκια.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η απόφαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 αναγνωρίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός σημαντικού αποθεματικού ρευστότητας, ώστε να υποβοηθηθεί η έξοδος της χώρας στις αγορές. Και προς αυτή την κατεύθυνση, η απόφαση επισημαίνει τη δέσμευση των Ευρωπαίων, όπως μέρος των μελλοντικών εκταμιεύσεων του Προγράμματος να κατευθύνονται στη δημιουργία ενός αποθεματικού ρευστότητας. Αποθεματικού ικανού να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και έτσι να διευκολύνει την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές.

Στην περίπτωση της Ελλάδος, δεν έχουμε ακόμη την οικονομία σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης τουλάχιστον για τρία τρίμηνα. Ούτε έχουμε ικανά ρευστά αποθέματα για να εξασφαλίσουμε την αναχρηματοδότηση των αναγκών μας τουλάχιστον για το 2018.

Μία έξοδος στις αγορές για την αναχρηματοδότηση του ομολόγου (Σαμαρά-Βενιζέλου) που λήγει το 2019 με τη βοήθεια των ελληνικών τραπεζών και του κοινού ταμείου της Τραπέζης της Ελλάδος δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο. Δεν θα είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα δεδομένου ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές γνωρίζουν πολύ καλά τα συμβαίνοντα.

Πιθανά θα εξυπηρετούσε εγχώριους εκλογικούς λόγους. Πάντως, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης Ρέγκλινγκ έχει ομιλήσει πολλές φορές για δοκιμαστική έξοδο προς το τέλος του χρόνου ή στις αρχές του επόμενου.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι πρέπει να τηρηθούν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις που συνάδουν με τη λογική των χρηματοπιστωτικών αγορών. Δυστυχώς, αυτές βαρούν τα νταούλια και εμείς χορεύουμε στο ρυθμό τους.