Η εξάρτηση της τουρκικής οικονομίας θέτει όρια στον Ερντογάν

Κώστας Μελάς
4

του Κώστα Μελά  – 

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 παρακολουθούμε μια επιθετική έξαρση του Τούρκου προέδρου προς όλες τις πλευρές: εξωτερικές και εγχώριες. Μέχρι πού μπορεί να αντέξει ο Ερντογάν αυτή την αντιπαράθεση; Υπάρχει κάποιο όριο που θέτει περιορισμούς σε όλες αυτές τις «υπολογισμένες» εκρήξεις του; Πιστεύω πως ναι. Είναι η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας, η οποία την τελευταία περίοδο έχει πάρει την κατιούσα.

Δεν θέλω να ισχυριστώ ότι η οικονομία μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο όταν κάποιος θέλει να υπερβεί τα όρια. Όμως νομίζω ότι ο Ερντογάν δεν θα πράξει με αυτόν τον τρόπο.Οι ιδεολογικές προκείμενές του είναι γεμάτες από χυδαίο πραγματισμό, ούτε καν αξιοπρεπή πραγματισμό αμερικανικής προέλευσης.

Οι κύριοι δείκτες της τουρκικής οικονομίας δείχνουν με σαφήνεια ότι βρίσκεται σε καθοδική πορεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τουρκικής Στατιστικής Υπηρεσίας ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ ήταν αρνητικός για το τρίτο τρίμηνο του 2016, στο -1,8%, με αποτέλεσμα ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ για το 2016 να κυμανθεί γύρω στο 3%, πολύ χαμηλό για μια αναπτυσσόμενη οικονομία που τη δεκαετία 2003-12 μεγεθυνόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 8,5%. Ο πληθωρισμός (ΔΤΚ) τον Φεβρουάριο 2017 σκαρφάλωσε στο 10,13%, πολύ μακριά από τον στόχο που είχε θέσει η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας, περίπου στο 5,5%.

Το προηγούμενο διάστημα, σημειώθηκε έξοδος, δυτικής προέλευσης, βραχυπρόθεσμων ξένων επενδύσεων χαρτοφυλακίου από τις τουρκικές επιχειρήσεις (γραφική παράσταση 5). Αυτές έχουν συνολικές υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα που υπερβαίνουν τα 213 δισ. δολάρια, και βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ύψους 98,2 δισ. δολάρια, εκ των οποίων τα δύο τρίτα ανήκουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην υποτίμηση της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου, του ευρώ, του ρουβλιού, αλλά και δέσμης νομισμάτων αναδυομένων οικονομιών (γραφικές παραστάσεις 1, 2, 3, 4). Αυτό προκάλεσε αφενός αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησης της τουρκικής οικονομίας, αφετέρου δυσκολίες στην ίδια την αναχρηματοδότησή της, λόγω του σημαντικού ελλείμματος του τουρκικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το τελευταίο επιβαρύνθηκε ιδιαιτέρως από τις απώλειες του τουριστικού τομέα της οικονομίας λόγω της κατάστασης στο εσωτερικό της χώρας.

Η δύσκολη αυτή κατάσταση, ως προς την αναχρηματοδότηση του εξωτερικού χρέους, αλλά και την ανάγκη συναλλάγματος, έγινε εμφανής όταν ο ίδιος ο Ερντογάν κάλεσε τον τουρκικό λαό να μετατρέψει σε τουρκικές λίρες ό,τι διακρατούσε σε ξένο νόμισμα. Μάλιστα προχώρησε στη μετατροπή σε εγχώριο νόμισμα των καταθέσεων σε ξένο νόμισμα που διατηρούσαν ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις (π.χ. το Χρηματιστήριο Αξιών της Κωνσταντινούπολης).

Σημειώνουμε ότι στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 12 Ιανουαρίου 2017, δημοσιεύτηκε κυβερνητική απόφαση, σύμφωνα με την οποία δίνεται η δυνατότητα να χορηγηθεί η τουρκική υπηκοότητα σε όσους ξένους υπηκόους:

  • Αγοράσουν ακίνητη περιουσία αξίας τουλάχιστον 1 εκατομμυρίου δολαρίων.
  • Έχουν πάγιες επενδύσεις τουλάχιστον 2.000.000.
  • Έχουν δημιουργήσει τουλάχιστον 100 θέσεις εργασίας.
  • Έχουν καταθέσεις ύψους τουλάχιστον 3.000.000 δολαρίων για τρία έτη.
  • Έχουν αγοράσει κρατικά ομόλογα ύψους τουλάχιστον 3.000.000 δολαρίων και τα διακρατούν για τρία έτη.

Όλα αυτά στην προσπάθεια να προσελκυσθούν ξένοι πόροι.

Ο μύθος των αραβικών κεφαλαίων

Η αναφορά σε μεγάλες εισροές αραβικών επενδύσεων αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην Τουρκία από τη δεκαετία του 1980, όταν στην κυβέρνηση βρισκόταν ο Τουργκούτ Οζάλ (πρωθυπουργός και πρόεδρος της χώρας την περίοδο 1983-93). Παράλληλα τα αραβικά κεφάλαια έγιναν συνώνυμο με τις πολιτικές προσπάθειες να προωθηθούν η συντηρητοποίηση και ο εξισλαμισμός της Τουρκίας, μια διαδικασία που άρχισε από την εποχή του Οζάλ και συνεχίζεται σήμερα με τον Ερντογάν.

Ως αραβικά κεφάλαια αναφέρονται οι χρηματικοί πόροι που προέρχονται από τις χώρες του Κόλπου και ιδιαίτερα από τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στις επενδύσεις από αυτές τις χώρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αγορές ακινήτων από τους κατοίκους των χωρών αυτών, όχι μόνο έχει δοθεί μια υπερβολική διάσταση, αλλά από πολλούς παρουσιάζονται ως εναλλακτικές επενδύσεις από τις αντίστοιχες που προέρχονται από τη Δύση.

Οι αραβικές επενδύσεις θεωρείται όχι μόνο ότι αποτελούν το αντίδοτο στην αποχώρηση των δολαριακών επενδύσεων, αλλά και ότι μπορούν να υποκαταστήσουν τους οικονομικούς δεσμούς, σε περίπτωση ύπαρξης πολιτικών δυσκολιών με την ΕΕ και γενικά με τη Δύση. Η τουρκική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τέτοια προοπτική. Ας σημειωθεί ότι οι πέντε πρώτοι προορισμοί των τουρκικών εξαγωγών είναι κατά σειρά: η Γερμανία με 13,4 δισ. δολάρια, το Ηνωμένο Βασίλειο με 10,6 δισ., το Ιράκ με 8,5 δισ., η Ιταλία με 6,9 δισ. και οι ΗΠΑ με 6,4 δισ.

Η αντίληψη ότι μπορούν οι οικονομικές σχέσεις να υποκατασταθούν από τα αραβικά κεφάλαια αγγίζει τα όρια του μύθου. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι: Είναι γνωστόν ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου την προηγούμενη περίοδο έχει προκαλέσει σημαντικές απώλειες στις οικονομίες των χωρών του Κόλπου, οι οποίες εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τα έσοδα των εξαγωγών πετρελαίου. Οι περισσότερες δεν διαθέτουν πλέον μεγάλα συναλλαγματικά πλεονάσματα, ενώ ορισμένες παρουσιάζουν ελλείμματα.

Η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, παρουσίασε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ύψους 53 δισ. δολαρίων το 2015 και 42 δισ. το 2016. Το Κατάρ παρουσίασε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ύψους 2 δισ. δολαρίων το 2016, ενώ το πλεόνασμα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έπεσε στα 4 δισ. το 2016 από 12 δισ. το 2015. Γίνεται κατανοητό ότι στις χώρες του Κόλπου δεν περισσεύουν οι πόροι στην παρούσα συγκυρία για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις στο εξωτερικό χωρίς προσεκτική μελέτη και σχεδιασμό.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις

Επίσης αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία, αν εξετάσουμε ιστορικά το μερίδιο των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων που έχουν πραγματοποιήσει οι χώρες του Κόλπου στην Τουρκία. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται στην κορυφή της λίστας με 4 δισ. δολάρια στην Τουρκία σε σύνολο 94 δισ. Το Κουβέιτ έχει πραγματοποιήσει 1,5 δισ. σε σύνολο 73 δισ. Η Σαουδική Αραβία έχει πραγματοποιήσει 2 δισ. σε σύνολο 43 δισ., ενώ το Κατάρ 1,2 δισ. σε σύνολο 52 δισ. δολαρίων. Συνολικά, δηλαδή, οι τέσσερις σημαντικές χώρες του Κόλπου έχουν πραγματοποιήσει στην Τουρκία το 3,8% του συνόλου των άμεσων ξένων επενδύσεών τους, που ανέρχεται σε 262 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας οι συνολικές (αποθέματα) άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα ανέρχονται σε 140 δισ. δολάρια. Εξ αυτών οι ευρωπαϊκές χώρες κατέχουν το 80%, οι ΗΠΑ το 9%, οι χώρες του Κόλπου το 7% και η Ρωσία το 5%. Οι επενδύσεις από τις χώρες του Κόλπου είναι συγκεντρωμένες κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ειδικά στον ισλαμικό τραπεζικό τομέα (Albaraka Turk, Kuveyt Turk και Turkiye Finans είναι μερικές από τις αντιπροσωπευτικές ισλαμικές τράπεζες).

Στον τομέα του real estate περίπου 20%-25% των οικιών που αγοράστηκαν από ξένους ανήκουν σε κατοίκους των χωρών του Κόλπου, οι περισσότεροι από τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Το 2015 οι κάτοικοι των χωρών του Κόλπου αγόρασαν 5.000 κατοικίες από τις 23.000 που πωλήθηκαν συνολικά στους ξένους. Το 2016 οι συνολικές πωλήσεις μειώθηκαν στις 18.000 και οι κάτοικοι των χωρών του Κόλπου απέκτησαν 4.000.

Το όριο στο επίπεδο της οικονομίας

Περίπου οι ίδιες εξελίξεις παρατηρούνται και στην αγορά των τουρκικών κρατικών ομολόγων. Οι Ευρωπαίοι επενδυτές παρακρατούν περισσότερο από το 70% των κρατικών ομολόγων που έχουν αγοραστεί συνολικά από ξένους επενδυτές το 2016 και ανέρχονται σε 30 δισ. δολάρια σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας. Ένα 20% παρακρατούν οι Αμερικανοί επενδυτές, το 10% επενδυτές από την Ασία και το 5% οι χώρες του Κόλπου.

Αναφορικά τώρα με τις μακροχρόνιες πιστώσεις, τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προμηθεύουν περίπου το 56% των 206 δισ. δολαρίων, που ο τουρκικός ιδιωτικός τομέας έχει δεχθεί μέχρι το τέλος του 2016, πάντοτε σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Οι αμερικανικές τράπεζες προμηθεύουν το 12%, ενώ το χρηματοπιστωτικό σύστημα των χωρών του Κόλπου το 8% (περίπου 16 δισ. δολάρια) με τις τράπεζες του Μπαχρέιν να βρίσκονται στην πρώτη θέση.

Με βάση τα παραπάνω το λεγόμενο αραβικό κεφάλαιο από τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του Κόλπου αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10% των εξωτερικών χρηματικών πόρων που εισρέουν στην τουρκική οικονομία σε όλες τις μορφές. Από το 2003 στην Τουρκία εισρέουν κατά μέσον όρο ετησίως περίπου 40 δισ. δολάρια και οι ευρωπαϊκές χώρες αποτελούν τον κύριο προμηθευτή αυτών των πόρων. Δεύτερες έρχονται οι ΗΠΑ, ενώ οι χώρες του Κόλπου συνεισφέρουν το λιγότερο. Ακόμη και αν δεχθούμε την εισροή χρηματικών πόρων που δεν καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές, η συνεισφορά των χωρών του Κόλπου δεν υπερβαίνει το 10% του συνόλου.

Συμπερασματικά και με βάση όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, γίνεται αντιληπτό ότι ο Ερντογάν έχει αντικειμενικά ενώπιόν του ένα όριο και καθορίζεται με σαφήνεια από τους περιορισμούς που θέτουν, καλώς ή κακώς, η τουρκική οικονομία και η αλληλεξάρτησή της με τη διεθνή οικονομία. Το πως το αντιμετωπίζει είναι ένα άλλο ζήτημα.