Η κρυφή ατζέντα του ευρωιερατείου

Σταύρος Λυγερός
154

του Σταύρου Λυγερού  – 

Η πολιτική της μονοδιάστατης λιτότητας, που υπαγορεύει το ευρωιερατείο, από κοινού με το ΔΝΤ, και εφαρμόζουν οι διαδοχικές μνημονιακές κυβερνήσεις, επιχειρεί να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, αφυδατώνοντας την πραγματική οικονομία. Αυτό, όμως, είναι αδύνατον. Είναι στοιχειώδες ότι η εισροή δημοσίων εσόδων έχει διάρκεια μόνο όταν προέρχεται από λογική φορολόγηση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης, εάν δηλαδή προέρχεται από τον παραγόμενο πλούτο.

Η συντελούμενη λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας μπορεί να απέδωσε ένα γιγαντιαίο πρωτογενές πλεόνασμα και για το 2016 και για το 2017, αλλά η υπερφολόγηση δεν μπορεί μεσοπρόθεσμα να είναι λύση. Η δραστική μείωση των εισοδημάτων αναπόφευκτα θα μεγαλώσουν τον όγκο των κόκκινων δανείων, των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο, αλλά τελικώς και τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος.

Με άλλα λόγια, επιβεβαιώνεται πως όταν η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση ασφυξίας δεν μπορεί να εξυγιανθούν πραγματικά κει με διάρκεια ούτε τα δημόσια οικονομικά, ούτε το τραπεζικό, ούτε το ασφαλιστικό σύστημα. Δεν είναι βιώσιμη λύση να καλύπτονται τα ελλείμματα, τρώγοντας τις σάρκες της πραγματικής οικονομίας. Βιώσιμη λύση θα προκύψει μόνο εάν η πραγματική οικονομία ορθοποδήσει και αποκτήσει αναπτυξιακή δυναμική. Η ασκούμενη πολιτική, όμως, αποδομεί την πραγματική οικονομία.

Αυτό είναι τόσο προφανές που εγείρει ερωτηματικά για τις πραγματικές προθέσεις του ευρωιερατείου, ακόμα και στους ακραιφνείς ευρωπαϊστές. Έχοντας τελικώς υποχρεωθεί να ακολουθήσει το μνημονιακό μονοπάτι, η κυβέρνηση Τσίπρα λειτουργεί ως εφαρμοστής των έξωθεν εντολών, εξ ου και σχετικοί έπαινοι με πιο πρόσφατο αυτόν του Ντάισελμπλουμ. Η ίδια μπορεί να μην διαθέτει επεξεργασμένο σχέδιο για την Ελλάδα, αλλά το Βερολίνο, που δεσπόζει στους κόλπους του ευρωιερατείου, διαθέτει.

Χώρα φθηνών ευκαιριών

Οι δανειστές επιδιώκουν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε χώρα φθηνών ευκαιριών για το μεγάλο ευρωπαϊκό κεφάλαιο (ειδικότερα για το γερμανικό) σ’ όλα τα επίπεδα. Γι’ αυτό και επιβάλλουν μέτρα που κατακρημνίζουν τις τιμές των ακινήτων και οδηγούν στη μαζική εκποίησή τους. Γι’ αυτό και περικόπτουν δραστικά μισθούς και συντάξεις. Γι’ αυτό και καταργούν το νομικό πλέγμα προστασίας της εργασίας. Γι’ αυτό και καταλύουν τα υπολείμματα του Κράτους Πρόνοιας. Γι’ αυτό και καταδικάζουν σε ασφυξία μικρομεσαίες, αλλά και μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ώστε να καταστούν εύκολη και φθηνή λεία. Τυπικά η Ελλάδα παραμένει ισότιμη χώρα-μέλος της Ευρωζώνης και της ΕΕ, αλλά στην πράξη την έχουν μετατρέψει σε μεταμοντέρνα αποικία.

Εάν το Μνημόνιο ήταν απλώς ένα λάθος καλοπροαίρετων εταίρων, τα καταστροφικά αποτελέσματα θα έπρεπε να τους είχαν προ πολλού ωθήσει σε μία αναθεώρηση της ασκούμενης πολιτικής. Αντ’ αυτού όχι μόνο εμμένουν στην ίδια γραμμή πλεύσης, αλλά και εντείνουν τις πιέσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι πίσω από την επίσημη ρητορική υπάρχει κρυφή ατζέντα.

Στην πραγματικότητα, οι δανειστές, με εργαλείο την Τρόικα, έχουν ως στόχο την κατάλυση του μικροϊδιοκτητικού χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές σε έκταση και ένταση πείραμα «κοινωνικής μηχανικής», το οποίο αλλοιώνει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Οι «σωτήρες» και ο φαύλος κύκλος

Δεν έχει πρακτική σημασία εάν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ) έχουν πλήρη συνείδηση για το αποτέλεσμα των πράξεών τους, ή πιστεύουν τη ρητορική τους ότι σώζουν την Ελλάδα. Το ίδιο, άλλωστε, ισχυρίζονταν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Πρακτική σημασία έχει πως οι ίδιοι θεωρούν μονόδρομο την εξάρτησή τους από το ευρωιερατείο και την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου. Έτσι όπως είναι τα πράγματα, η περιβόητη έξοδος από τα Μνημόνια το καλοκαίρι του 2018 είναι πολύ αμφίβολο εάν συνιστά και έξοδο της Ελλάδας από τον φαύλο κύκλο.

Κανένα κόμμα εξουσίας δεν θα μπορούσε να συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρθηκε και συμπεριφέρεται, εάν συνολικά οι εγχώριες άρχουσες ελίτ δεν ήταν τόσο εξαρτημένες, τόσο ταξικά ιδιοτελείς και τόσο πολιτικά κοντόθωρες. Η πικρή αλήθεια είναι ότι αυτές οι ελίτ ουσιαστικά αποδέχθηκαν και στήριξαν φανατικά μία πολιτική που συσσωρεύει οικονομικά και κοινωνικά ερείπια.

Την αποδέχθηκαν με την λανθασμένη προσδοκία ότι οι ίδιες θα διατηρήσουν τα προνόμια τους ως τοποτηρητές των νέων προστατών. Αυτή είναι η αιτία που, έστω και την ύστατη στιγμή, αποδεικνύονται ανίκανες να αναλάβουν πρωτοβουλίες εθνικής και κοινωνικής σωτηρίας. Οι εξελίξεις, βεβαίως, διαψεύδουν εκείνες τις προσδοκίες, αλλά είναι πλέον αργά και επιπλέον δεν έχουν τη βούληση να αναζητήσουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις.

Σ’ αυτό το τοπίο, με τα αδιέξοδα να βαθαίνουν, ο χοντροκομμένος εξωραϊσμός της πραγματικότητας εκ μέρους της κυβέρνησης μόνο κακό κάνει. Εξίσου βλάπτει, όμως, και η αντιπολίτευση. Λόγω του γεγονότος ότι ασπάζεται τη λογική του μνημονιακού μονοδρόμου και ως εκ τούτου ούτε καν προσπαθεί να επεξεργασθεί εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, συσκοτίζει συστηματικά την αιτία των δεινών που βιώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι προβολείς να πέφτουν στα επουσιώδη. Τα ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του πληθυσμού προβλήματα, ακόμα και όταν έρχονται στο προσκήνιο, κατά κανόνα μετατρέπονται σε αντικείμενο οξύτατου, αλλά ανούσιου μικροκομματικού καυγά. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι στην βαθύτατη και παρατεταμένη οικονομική-κοινωνική κρίση να προστίθεται και ένα κλίμα πολιτικού διχασμού που μόνο επιπλέον δεινά μπορεί να κυοφορήσει.