Μύθοι και πραγματικότητα για την βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού
09/11/2026
Στον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται στην Ελλάδα για τον χαρακτήρα (διανεμητικό, κεφαλαιοποιητικό) και την προοπτική βιωσιμότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης (ΣΚΑ), διατυπώνονται απόψεις που απέχουν σημαντικά, τόσο από την απαιτούμενη τεχνικο-επιστημονική τεκμηρίωση, όσο και ότι το ΣΚΑ στην χώρα μας θα προκαλέσει μελλοντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους.
Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζεται λανθασμένα ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα στην χώρα μας είναι από τα ελάχιστα συστήματα συντάξεων στην Ευρώπη που βασίζει την λειτουργία του αποκλειστικά και μόνο στο διανεμητικό σύστημα. Αντίθετα, σύμφωνα με την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ageing Report, 2024, σελ. 151), στην οποία παρουσιάζονται τα συνταξιοδοτικά συστήματα όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαπιστώνεται ότι ο χαρακτήρας των συνταξιοδοτικών συστημάτων όλων των χωρών είναι το διανεμητικό σύστημα.
Εξαιρούνται η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Κύπρος, στις οποίες χορηγείται μία βασική σύνταξη, η οποία χρηματοδοτείται από την φορολογία – όπως η Εθνική Σύνταξη στην Ελλάδα – και παράλληλα η ανταποδοτική σύνταξη χορηγείται υποχρεωτικά από κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα. Με άλλα λόγια, μόνο σε τρείς από όλες τις χώρες της Ευρώπης το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν λειτουργεί με βάση το διανεμητικό σύστημα.
Όμως, εκτός από το συνταξιοδοτικό διανεμητικό σύστημα που λειτουργεί στην Ελλάδα, λειτουργεί, από την 1/1/2022 και μετά, με κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα και υποχρεωτικά (με κριτήριο την εγγύηση από το Κράτος) η κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη (ΤΕΚΑ), παράλληλα με την εθελοντική επαγγελματική ασφάλιση και την ιδιωτική ασφάλιση.
Το ίδιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την μελέτη (Ageing Report, 2024) που διεξάγει για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζει το συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας μας βιώσιμο μέχρι το 2070, δεδομένου ότι ο δείκτης συνταξιοδοτικής δαπάνης, όχι μόνο είναι χαμηλότερα από το ανώτερο όριο (16,2% του ΑΕΠ) αλλά αναμένεται να μειωθεί, σύμφωνα με της οικονομικές προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέχρι το 2070.
Συγκεκριμένα ο δείκτης συνταξιοδοτικής δαπάνης στην χώρας μας το 2020 ήταν 14,5% του ΑΕΠ, το 2025 μειώθηκε σε 13,7% του ΑΕΠ και μέχρι το 2070 θα μειωθεί σε 12% του ΑΕΠ, δηλαδή όσο εκτιμάται και ο μέσος όρος (12% του ΑΕΠ) όλων των χωρών της Ευρώπης. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την συγκεκριμένη μελέτη και τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκτιμάται για την χώρας μας ότι η κρατική χρηματοδότηση θα μειωθεί από το 6,5% του ΑΕΠ το 2025, σε 4,5% του ΑΕΠ το 2070.
Λανθασμένες απόψεις για το ασφαλιστικό
Οπότε, προκύπτει το ερώτημα σε ποιες μελέτες, μεθοδολογίες, στοιχεία και προβολές βασίζονται οι προαναφερόμενες απόψεις που διατυπώνονται στον δημόσιο διάλογο για τον χαρακτήρα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και για τον κίνδυνο και την μακροχρόνια επιβάρυνση που θα προκαλέσει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στα δημόσια οικονομικά της χώρας μας.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στις προαναφερόμενες λανθασμένες απόψεις περιλαμβάνονται εκτιμήσεις ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη στην Ελλάδα ενδέχεται να προσεγγίσει την επόμενη δεκαετία το 17% του ΑΕΠ, όταν η μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζει ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη το 2040 θα είναι 13,7% του ΑΕΠ, το 2050 θα είναι 14% του ΑΕΠ, το 2060 θα είναι 12,7% και το 2070 θα είναι 12% του ΑΕΠ, δηλαδή θα μειώνεται συνεχώς και αυτό λόγω των ρυθμίσεων του Ν. 4387/2016.
Κατά συνέπεια, γίνεται αντιληπτό ότι οι υπολογισμοί για αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης στην Ελλάδα σε 17% του ΑΕΠ, κατά την επόμενη δεκαετία, απέχουν από την τεχνική και επιστημονική τεκμηρίωση, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την ορθότητα της μεθοδολογίας και ως εκ τούτου, για την παραγνώριση πολύπλοκων δημογραφικών και αναλογιστικών μεθόδων.
Μείωση της κρατικής συμμετοχής
Εκτός αυτού, παρουσιάζονται και εκτιμήσεις ότι η κρατική συμμετοχή στην συνταξιοδοτική δαπάνη θα προσεγγίσει το 62% μέχρι το 2029 από 47% που ήταν το 2025, δηλαδή εκτιμάται ότι θα σημειωθεί αύξηση της τάξης του 32% μόλις σε 4 έτη. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει η συνταξιοδοτική δαπάνη να αυξάνεται ετησίως κατά 7,7% και οι εισφορές να μην αυξάνονται καθόλου, γεγονός το οποίο είναι αδύνατο να συμβεί, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθερότητας 2026-2029, εκτιμάται ετήσια ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 4%.
Αυτό σημαίνει ακόμα ότι οι εισφορές θα αυξάνονται κατά 4% αφού τόσο θα αυξάνονται και οι ονομαστικοί μισθοί ακόμα κι εάν θεωρηθεί ότι η ανεργία παραμείνει σταθερή στα σημερινά επίπεδα και δεν θα μειωθεί περαιτέρω. Αντίστοιχα, οι συντάξεις με αυτές τις εκτιμήσεις του προγράμματος δημοσιονομικής σταθερότητας, και λαμβάνοντας υπόψη τον μαθηματικό τύπο αύξησης των συντάξεων που εφαρμόζεται, θα είναι της τάξης του 3% την ίδια περίοδο.
Άρα, με βάση αυτά τα οικονομικά δεδομένα, όχι μόνο δεν αναμένεται να αυξηθεί η κρατική συμμετοχή τα επόμενα χρόνια, αλλά αντίθετα θα συνεχίσει να μειώνεται στο επίπεδο του 40%. Παράλληλα, στις προαναφερόμενες απόψεις παρατηρούνται επιπλέον λανθασμένες εννοιολογικές προσεγγίσεις της κοινωνικής ασφάλισης, δεδομένου ότι συσχετίζεται το δημόσιο χρέος (146% του ΑΕΠ) με τη μελλοντική κρατική συμμετοχή στις συνταξιοδοτικές δαπάνες, παρουσιάζοντάς τες ως “κρυφό χρέος”.
Δηλαδή, προσεγγίζεται η κοινωνική ασφάλιση με όρους κεφαλαιοποιητικής ασφάλισης. Η κρατική συμμετοχή στην συνταξιοδοτική δαπάνη έχει ήδη ληφθεί υπόψη όταν ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρουσιάζεται πλεονασματικός, ενώ οι προαναφερόμενες λανθασμένες απόψεις θεωρούν ότι ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρουσιάζει έλλειμμα, λόγω της κρατικής συμμετοχής στην συνταξιοδοτική δαπάνη και, ως εκ τούτου, το Κράτος δανείζεται προκειμένου να καλύψει αυτό το έλλειμμα, το οποίο παρουσιάζεται ως επιπλέον χρέος για την ελληνική οικονομία. Αντίθετα, όπως εκτιμάται στην μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η κρατική συμμετοχή ως ποσοστό που ΑΕΠ θα μειωθεί σε 4,5% μέχρι το 2070 από 6,5% το 2025.





