ΓΝΩΜΗ

Πόσο φιλόξενη είναι η Τουρκία για ξένες επενδύσεις

Πόσο φιλόξενη είναι η Τουρκία για ξένες επενδύσεις, Βάνα Στέλλου

Ένα ερώτημα επανέρχεται ξανά και ξανά για την Τουρκία: Πώς γίνεται, παρά τον υψηλό πληθωρισμό, τους οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους και την κοινωνική δυσαρέσκεια, τα εστιατόρια να παραμένουν γεμάτα, οι δρόμοι να γεμίζουν συνεχώς με καινούργια αυτοκίνητα και τόσο οι πτήσεις, όσο και τα ξενοδοχεία στα παράλια της χώρας, να είναι μονίμως πλήρως κλεισμένα;

Η σύντομη απάντηση δεν είναι λανθασμένη, αλλά δεν αρκεί: Οι Τούρκοι αγαπούν την κατανάλωση, ακόμα κι αν χρειαστεί να ζήσουν με δανεικά. Η πιο ουσιαστική απάντηση όμως είναι διαφορετική: Υπάρχουν χώρες που στις στατιστικές φαίνονται μικρότερες απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα. Και υπάρχουν χώρες που στα χαρτιά μοιάζουν μεγαλύτερες απ’ όσο τις βιώνουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Η Τουρκία σήμερα ανήκει και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα.

Στα χαρτιά είναι μία από τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου και, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού, έχει εξελιχθεί ακόμη και στη μεγαλύτερη οικονομία του μουσουλμανικού κόσμου, ξεπερνώντας την Ινδονησία. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με την εικόνα που καλλιεργείται εδώ και χρόνια στην Άγκυρα: Μια χώρα πολύ μεγάλη για τον παλιό της ρόλο, ως χώρα που ζητούσε στήριξη και πολύ σημαντική για να παραμένει στην περιφέρεια της Ευρώπης.

Όμως, όποιος μιλά με ξένους επιχειρηματίες – ιδίως Γερμανούς που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία – ακούει μια εντελώς διαφορετική γλώσσα: Όχι τη γλώσσα της ανόδου, αλλά τη γλώσσα των ισολογισμών. Περιθώρια κέρδους, που σε τοπικό νόμισμα φαίνονται ακόμη ανεκτά, αλλά σε ευρώ ξαφνικά γίνονται ασφυκτικά. Μισθοί, ενέργεια, κόστος χρηματοδότησης και πρώτες ύλες που αυξάνονται ταχύτερα, απ’ όσο μπορούν να παρακολουθήσουν τα γερμανικά κεντρικά.

Μια λίρα της οποίας η σχετική σταθερότητα στερεί από πολλούς εξαγωγείς το παλιό τους πλεονέκτημα. Διευθυντές στην Κωνσταντινούπολη, την Προύσα ή τη Σμύρνη που καλούνται να εξηγήσουν στα κεντρικά γιατί η χώρα αναπτύσσεται, ενώ η τοπική τους μονάδα βρίσκεται υπό πίεση. Ακριβώς εκεί βρίσκεται η νέα τουρκική αντίφαση.

Οι ξένες εταιρείες στη Τουρκία

Αυτό που σε μακροοικονομικό επίπεδο μοιάζει με σταθερότητα, στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων μεταφράζεται σε πίεση κόστους. Η Τουρκία αναπτύσσεται. Όμως δεν είναι πλέον οι ξένες εταιρείες που οδηγούν αυτή την ανάπτυξη και κερδίζουν περισσότερο από αυτήν· αντίθετα, πολλές φορές είναι εκείνες που πληρώνουν το τίμημα. Όταν μάλιστα ένας γερμανικός βιομηχανικός όμιλος, όπως η Bosch, φέρεται να σχεδιάζει στην Τουρκία την κατάργηση 1.400 από τις συνολικά 18.000 θέσεις εργασίας του, τότε το ερώτημα γίνεται πιο σοβαρό: Εξακολουθούν οι γερμανικές επιχειρήσεις να “διαβάζουν” σωστά την Τουρκία;

Για χρόνια, η χώρα θεωρείτο ένας φθηνός, ευέλικτος και βιομηχανικά ισχυρός παραγωγικός κόμβος, δίπλα στην Ευρώπη. Αυτή η περιγραφή όμως δεν επαρκεί πια. Η σημερινή Τουρκία δεν είναι πλέον μια φθηνή αναδυόμενη αγορά. Είναι μια μεγάλη, νευρική και απαιτητική οικονομία, όπου η ανάπτυξη δεν σημαίνει αυτόματα και κερδοφορία. Αυτό που στις στατιστικές μοιάζει με άνοδο, στις επιχειρήσεις συχνά δεν μεταφράζεται εξίσου πάντοτε.

Γιατί κάπου ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Στουτγάρδη, ανάμεσα στην Προύσα και την Κάτω Σαξονία, ανάμεσα στα αποτελέσματα της εταιρείας στην Τουρκία και στα συνολικά αποτελέσματα του ομίλου, αλλάζει η ίδια η αφήγηση. Σε λίρες, πολλά εξακολουθούν να φαίνονται υγιή. Σε ευρώ, όμως, τα περιθώρια στενεύουν. Αυτό που στην τουρκική αγορά μοιάζει με ευελιξία, στα γερμανικά reports εμφανίζεται ως ρίσκο. Αυτό που τοπικά θεωρείται φυσιολογικό, στα κεντρικά αντιμετωπίζεται ως απόκλιση. Ακριβώς εκεί ξεκινά το πραγματικό τουρκικό ερώτημα για τις γερμανικές επιχειρήσεις: Τί σημαίνει ανάπτυξη σε μια χώρα όπου το ίδιο το επιχειρείν έχει γίνει ακριβό;

Πως μοιράζεται η ανάπτυξη

Η Τουρκία αναπτύσσεται – αλλά όχι εκεί όπου κερδίζει κάθε γερμανική επιχείρηση. Η τουρκική οικονομία αφηγείται σήμερα μια ιστορία ανόδου. Μιλά για μια χώρα που ανεβαίνει στις παγκόσμιες κατατάξεις, για μια κυβέρνηση που παρουσιάζει την Τουρκία ως βιομηχανική και γεωπολιτική δύναμη, για επενδυτές που, μετά από χρόνια δυσπιστίας, αρχίζουν ξανά να κοιτούν πιο σοβαρά τα τουρκικά assets. Αυτή η ιστορία δεν είναι κατασκευασμένη. Έχει πραγματική βάση.

Όμως η ανάπτυξη δεν μοιράζεται ισότιμα. Ένα χαρακτηριστικό αντίβαρο στην περίπτωση της Bosch είναι η Rossmann. Ο γερμανικός όμιλος λιανικής καλλυντικών και ειδών προσωπικής φροντίδας ανακοίνωσε για το 2025, σημαντική αύξηση τζίρου. Ιδιαίτερα δυναμική ήταν η ανάπτυξη των διεθνών δραστηριοτήτων του – και σε αυτές περιλαμβάνεται και η Τουρκία.

Η σταθεροποίηση της Τουρκίας κάνει τη χώρα ακριβότερη ως παραγωγική βάση. Η άλλη ιστορία ξεκινά εκεί όπου οι μακροοικονομικές αφηγήσεις μετατρέπονται σε λειτουργικό κόστος. Το οικονομικό πρόγραμμα του υπουργού Οικονομικών, Μεχμέτ Σιμσέκ, και της τουρκικής κεντρικής τράπεζας στοχεύει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης: Υψηλότερα επιτόκια, πιο αυστηρή πιστωτική πολιτική, ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων, περιορισμός των πληθωριστικών προσδοκιών και σχετική σταθεροποίηση της λίρας.

Μετά από χρόνια ανορθόδοξων νομισματικών πειραμάτων, η Τουρκία προσπαθεί ξανά να σταθεροποιηθεί. Όμως αυτή η σταθεροποίηση έχει και παρενέργειες. Μια ισχυρότερη λίρα καθησυχάζει τις αγορές, αλλά αφαιρεί ανταγωνιστικότητα από τους εξαγωγείς. Τα υψηλά επιτόκια δείχνουν σοβαρότητα στη νομισματική πολιτική, αλλά ακριβαίνουν τη χρηματοδότηση. Οι αυξανόμενοι μισθοί στηρίζουν την αγοραστική δύναμη, αλλά αλλάζουν ολόκληρη τη λογική του παραγωγικού κόστους. Η σταθεροποίηση λοιπόν δεν είναι δώρο. Έχει τίμημα.

Η λίρα μπορεί να παραμένει ήρεμη και παρ’ όλα αυτά να δημιουργεί προβλήματα – ακριβώς επειδή παραμένει ήρεμη. Αν το νόμισμα δεν υποτιμάται πια με τον παλιό ρυθμό, ενώ τα τοπικά κόστη συνεχίζουν να ανεβαίνουν, τότε χάνεται ένα μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος κόστους, πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν πολλές επενδυτικές αποφάσεις. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά από την παλιά Τουρκία.

Η κλωστοϋφαντουργία και βιομηχανία ένδυσης

Το πρόβλημα φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά στην κλωστοϋφαντουργία και τη βιομηχανία ένδυσης. Για χρόνια, ο κλάδος αυτός ήταν η πιο καθαρή απόδειξη της τουρκικής παραγωγικής λογικής: Κοντά στην Ευρώπη, ταχύτερος από την Ασία, φθηνότερος από πολλές ευρωπαϊκές χώρες παραγωγής και αρκετά ευέλικτος για μικρότερες σειρές και γρήγορους κύκλους μόδας. Η Hugo Boss, για παράδειγμα, διατηρεί στη Σμύρνη τη μεγαλύτερη ιδιόκτητη παραγωγική της μονάδα, με χιλιάδες εργαζόμενους και κρίσιμο ρόλο στην ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα.

Όμως πρόκειται για έναν κλάδο που βασίζεται έντονα στην εργασία, την ενέργεια και τις πρώτες ύλες: Μισθοί, ρεύμα, νερό, χημικά, χρηματοδοτικό κόστος και συναλλαγματικές διακυμάνσεις επηρεάζουν άμεσα την τελική εξίσωση κόστους. Αν η λίρα παραμένει σχετικά σταθερή, ενώ τα τοπικά κόστη συνεχίζουν να αυξάνονται, η Τουρκία χάνει ακριβώς το πλεονέκτημα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε για χρόνια.

Πολλοί τουρκικοί ανταγωνιστές στρέφονται ήδη προς την Αίγυπτο, το Μαρόκο ή την Τυνησία, όπου η παραγωγή που εξαρτάται έντονα από το εργατικό κόστος έχει γίνει φθηνότερη. Για αυτούς είναι μια πρακτική προσαρμογή: Μεταφορά παραγγελιών, αναζήτηση νέων συνεργατών, μετατόπιση σταδίων παραγωγής. Οι γερμανικές επιχειρήσεις, όμως, είναι συχνά λιγότερο ευέλικτες. Είναι πιο δεμένες με υπάρχουσες εγκαταστάσεις, κανόνες συμμόρφωσης, επενδυτικούς κύκλους και εσωτερικές διαδικασίες έγκρισης.

Πως οι Γερμανοί βλέπουν την Τουρκία

Οι γερμανικές διοικήσεις εξακολουθούν να βλέπουν την Τουρκία με παλιούς όρους. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ένα σοβαρό πρόβλημα αντίληψης ανάμεσα στις τοπικές μονάδες στην Τουρκία και τις γερμανικές κεντρικές διοικήσεις. Σε τοπικό επίπεδο κυριαρχεί συχνά η αίσθηση ότι “τα πράγματα δουλεύουν”. Η χώρα είναι γνωστή. Οι άνθρωποι ξέρουν πώς να κινούνται μέσα στον πληθωρισμό, τη γραφειοκρατία, τα πολιτικά σήματα, τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις και τις συνεχείς προσαρμογές. Η Τουρκία δεν ήταν ποτέ εύκολη· άρα και η νέα δυσκολία μοιάζει, για πολλούς τοπικούς managers, απλώς με μια ακόμη παραλλαγή του γνωστού.

Στα κεντρικά όμως η εικόνα είναι διαφορετική. Εκεί κυριαρχούν άλλα ερωτήματα: Τί σημαίνει η λίρα για τον ενοποιημένο ισολογισμό; Γιατί επιδεινώνεται το περιθώριο κέρδους, παρά την ονομαστική ανάπτυξη; Γιατί αυξάνεται ο τζίρος, αλλά όχι η ποιότητα του αποτελέσματος; Γιατί η τουρκική μονάδα απαιτεί περισσότερες εξηγήσεις από άλλες αγορές; Γιατί το ρίσκο δεν χωρά καθαρά σε μία γραμμή Excel; Εδώ δημιουργείται ένα κενό. Στη Γερμανία, η Τουρκία εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζεται με όρους άσπρο-μαύρο: Είτε ως ρίσκο, είτε ως ευκαιρία. Ως πολιτικό πρόβλημα ή ως αγορά ανάπτυξης. Ως δύσκολη χώρα του Ερντογάν, ή ως βιομηχανική γέφυρα προς τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Ευρώπη.

Όμως αυτές οι κατηγορίες είναι πλέον υπερβολικά απλοϊκές. Η Τουρκία είναι ταυτόχρονα αγορά κατανάλωσης, παραγωγική βάση, γεωπολιτικός μοχλός, οικονομία πληθωρισμού, συναλλαγματικό ρίσκο και πολιτικό project. Πολλές εταιρείες ζητούν από την Τουρκία μια καθαρότητα, που η ίδια η χώρα δεν μπορεί να προσφέρει. Θέλουν να είναι ταυτόχρονα φθηνή και σταθερή, αναπτυσσόμενη και προβλέψιμη, πολιτικά χρήσιμη και λειτουργικά απλή, κοντά στην Ευρώπη, αλλά και τόσο φθηνή όσο ένας πιο μακρινός παραγωγικός κόμβος.

Αυτή η Τουρκία δεν υπάρχει πλέον – αν υπήρξε ποτέ. Όποιος βλέπει εδώ αντίφαση, αναζητά μια “απλή Τουρκία”, που δεν υπάρχει πια. Όποιος το αναγνωρίζει ως δομική πραγματικότητα, βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Για τις γερμανικές επιχειρήσεις, το συμπέρασμα είναι άβολο αλλά αναγκαίο: Η Τουρκία πρέπει να διοικείται πιο προσεκτικά και να εξηγείται καλύτερα. Και αυτό είναι κυρίως θέμα επικοινωνίας ανάμεσα στα κεντρικά και την τουρκική μονάδα.

Αύξηση τζίρου σε λίρες δεν είναι στρατηγική. Σταθερή λίρα δεν είναι εγγύηση. Αυξανόμενο ΑΕΠ δεν αποτελεί από μόνο του επιχείρημα υπέρ της κερδοφορίας. Το κρίσιμο είναι πόσο γρήγορα μπορούν να προσαρμοστούν οι τιμές. Πόσο ρευστό δεσμεύεται στο κεφάλαιο κίνησης. Πόση πολιτική μεταβολή μπορεί να αντέξει ένα επιχειρηματικό μοντέλο, πριν η προσαρμοστικότητα μετατραπεί σε ευαλωτότητα. Αυτό ακούγεται λιγότερο θεαματικό από τη μεγάλη αφήγηση της ανόδου της Τουρκίας. Για τις επιχειρήσεις όμως, είναι πιθανότατα πολύ πιο σημαντικό.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx