Πόσο καθαρή θα είναι η «καθαρή έξοδος»

Κώστας Μελάς
3

του Κώστα Μελά  –

Αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές ρητορείες των πολιτικών κομμάτων που απλά το καθένα από αυτά διατυπώνει, με σκόπιμη υπερβολή, και με μοναδικό σκοπό να θιγούν τα υπόλοιπα, ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τι σημαίνει, εν τοις πράγμασι, αυτό που στο δημόσιο διάλογο ονομάστηκε «καθαρή έξοδος».

Σύμφωνα με ό,τι ισχύει στην ΕΕ, μια χώρα βρίσκεται κάτω από αυστηρή επιτήρηση ώσπου να εξοφλήσει το 75% του δημόσιου χρέους της προς τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης (δάνεια EFSF και ESM). Σήμερα αυτό ανέρχεται περίπου σε 240 δισ ευρώ (χωρίς την ανακεφαλαιοποίηση των τόκων της χαριστικής περιόδου). Το πώς θα πραγματοποιηθεί αυτού του είδους η επιτήρηση σαφώς έχει σχέση με τον τρόπο που θα διευθετηθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Η απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα (3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και κοντά στο 2,2-2,4% του ΑΕΠ για αρκετά έτη στη συνέχεια) αποτελεί σίγουρα βασική μορφή επιτήρησης. Όμως, η απαίτηση αυτή βρίσκεται πάντα υπό την αίρεση του τρόπου που μια κυβέρνηση θα επιδιώξει να τα επιτύχει μετά το 2022. Συνεπώ,ς δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η απαίτηση για επίτευξη αυτών των πλεονασμάτων θα πραγματοποιηθεί, δίνοντας βαθμούς ελευθερίας στην κυβέρνηση να επιλέξει τα μέσα και τους τρόπους, ή αντιθέτως θα τις επιβληθούν συγκεκριμένα μέσα και τρόποι.

Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις μέχρι το 2022. Θα πρέπει να επιτύχει εκτός των πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% και μείωση των κρατικών δαπανών ύψους 2%. Η μείωση αυτή θα προέλθει από την μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης (1% του ΑΕΠ το 2019) και της μείωσης του αφορολόγητου (1% του ΑΕΠ το 2020).

Διαδικασίες tailor made

Η Ελλάδα, με απλά λόγια έχει πρόβλημα χρέους, γεγονός που επιβάλλει διαφορετική αντιμετώπιση από τους δανειστές σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες που εξήλθαν από τα αντίστοιχα Μνημόνια. Σε αυτόν το λόγο συνίσταται η αυστηρή εποπτεία της χώρας, η οποία πιθανότατα θα γίνεται με διαδικασίες tailor made, ειδικά για την Ελλάδα, μέσω μιας υπό όρους σταδιακής εφαρμογής της ρύθμισης του δημοσίου χρέους. Σχεδιάζεται να γίνει με προϋποθέσεις τη διατήρηση όσων μεταρρυθμίσεων έχουν γίνει, την υλοποίηση ενός μακρόχρονου μεταρρυθμιστικού προγράμματος που θα το καταρτίσει σε συνεννόηση με τους δανειστές και τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Εφόσον, λοιπόν, η επιτήρηση, όπως περιγράψαμε παραπάνω είναι δεδομένη (για την ώρα λείπουν οι λεπτομέρειες) η καθαρή έξοδος περιορίζεται στο να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει τις μελλοντικές της υποχρεώσεις μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών. Χωρίς, δηλαδή, την ύπαρξη π.χ. προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής, η οποία επιβάλλει νέους όρους και απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη των Κοινοβουλίων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης.

Παρότι κάτι τέτοιο προτάθηκε στις υπόλοιπες χώρες (Πορτογαλία και Κύπρο) που εξήλθαν από τα αντίστοιχα μνημόνια, δεν γνωρίζουμε αν θα συμβεί το ίδιο και με την Ελλάδα. Έχει, πάντως, προταθεί από την ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα). Όμως ήδη γνωρίζουμε (δια στόματος πρωθυπουργού) ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο από την πλευρά της Αθήνας. Επομένως, δεν υπάρχει θέμα συζήτησης, όπως άλλωστε συνέβη και στις δύο προαναφερόμενες χώρες: και οι δύο αρνήθηκαν την πρόταση για προληπτική γραμμή.

Βασικά ερωτήματα

Επομένως τα βασικά ερωτήματα συνίστανται στην ανάδειξη, κατ’ αρχάς, των προβλημάτων που θα ανακύψουν από την χρηματοδότηση των υποχρεώσεων μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτά, απλά τα περιγράφουμε: Είναι, λοιπόν, η τιμολόγηση εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών αγορών του κόστους δανεισμού των νέων εκδόσεων χρέους της Ελλάδος.

Είναι αρνητική η μη ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, δεδομένου ότι βρίσκονται σε μη επιλέξιμη βαθμίδα πιστοληπτικής ικανότητας, (έξι βαθμίδες κάτω από την απαιτούμενη). Σημειωτέον, η Πορτογαλία είχε αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας (από τον οίκο Dbrs) από τις 24.05.2014 και εντάχθηκε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με σημαντικότατη μείωση του κόστους δανεισμού. Η Κύπρος πέρασε από τον κύκλο. Πρόλαβε με ενεργό το πρόγραμμα στήριξης να δει την αγορά ομολόγων της από την ΕΚΤ στο πλαίσιο του Προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης. Με την έξοδο από το μνημόνιο, τα χρεόγραφά της αποκλείσθηκαν.

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες αναλύσεις η Ελλάδα χρειάζεται περίπου 24-36 μήνες για να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα από τους οίκους αξιολόγησης. Αυτό βέβαια υπό την αίρεση ότι θα συνεχισθεί η κανονικότητα. Βεβαίως μέχρι το 2022, οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι περιορισμένες και τα διαπραγματεύσιμα ελληνικά ομόλογα αποτελούν μικρό ποσοστό του συνολικού χρέους.

Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα να αντιμετωπίσει το τραπεζικό σύστημα. Ως γνωστόν, η ΕΚΤ αποδέχεται μόνον χρεόγραφα αξιολογημένα ως «επενδύσιμα». Εξαίρεση αποτελούν οι χώρες που ακολουθούν πρόγραμμα στήριξης. Χωρίς πιστοληπτική διαβάθμιση και χωρίς πρόγραμμα στήριξης, οι ελληνικές τράπεζες δεν θα έχουν πρόσβαση στη φθηνή ρευστότητα της ΕΚΤ και πρέπει να στραφούν στις αγορές ή στον ELA – αμφότερα πολύ ακριβότερα.

Υπάρχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το πώς θα διαμορφωθεί στο προσεχές μέλλον το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα. Είναι εμφανής ο κίνδυνος να περάσει συνολικά ο έλεγχος των τραπεζών σε ξένα funds, παρότι η διάσωσή τους έγινε με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος.

Η αντιπολίτευση να πάρει θέση

Αντί για νέα πιστοληπτική γραμμή, έχει συμφωνηθεί (ήδη από τον περασμένο Ιούνιο) να μας δοθούν 9 δισ. ευρώ εκ των προτέρων, από τα αδιάθετα κεφάλαια του τρίτου μνημονίου. Αυτά, μαζί με τα 6-7 δισ. που αναμένεται να αντλήσουμε από τις αγορές το πρώτο εξάμηνο φέτος, θα αποτελέσουν έναν «κουμπαρά», ένα μαξιλάρι ασφαλείας 16 δισ., το οποίο καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες μας έως τέλος 2019, για κάθε ενδεχόμενο.

Η αντιπολίτευση, αντί να καταγγέλλει το ψευδεπίγραφο της καθαρής εξόδου, σύμφωνα με τις δικές της προσλαμβάνουσες, πρέπει να επικεντρωθεί και να αναδείξει τις σίγουρες επιπτώσεις, αλλά και τις πιθανές αρνητικές συνέπειες. Μάλιστα, θα πρέπει να πει τι προτείνει αντί της συγκεκριμένης κυβερνητικής επιλογής. Προτείνει να δεχθούμε, αν μας προταθεί, προληπτική πιστοληπτική γραμμή, όπως είχε ζητήσει ο κ. Στουρνάρας; Ή προτείνει κάτι άλλο;

Η ημερολογιακή λήξη του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής δεν συνεπάγεται ούτε τη λήξη της δημοσιονομικής προσαρμογής, ούτε την αποκατάσταση της κανονικότητας στη λειτουργία της οικονομίας. Για να καταστούν διαχειρίσιμα τα οικονομικά προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί, κυβέρνηση και αντιπολίτευση πρέπει να συνειδητοποιήσει τη φύση και την έκτασή τους. Διαφορετικά πάλι στο άμεσο μέλλον θα ομιλούν περί αυταπάτης οι πρώτοι και περί απάτης οι δεύτεροι. Εν τω μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει…

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.