Προς έξοδο από τα Μνημόνια με την οικονομία σε στενωπό

Κώστας Μελάς
3

του Κώστα Μελά  – 

Επιβεβαιώνεται πολλαπλά ότι το κλίμα στις σχέσεις της Ελλάδας με τους δανειστές βελτιώνεται σταθερά. Η ελληνική πλευρά εκπληρώνει τις δεσμεύσεις της και εισπράττει θετικά σχόλια. Η τρίτη αξιολόγηση ολοκληρώνεται και το επόμενο διάστημα θα πρέπει να ολοκληρωθεί και η τέταρτη που είναι η τελική. Τότε θα μπουν όλα τα κρίσιμα ζητήματα, όπως το χρέος. Θα έχουμε τις πρώτες εκτιμήσεις για το ΑΕΠ και τα αποτελέσματα των stress tests για τις τράπεζες.

Η ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης ήταν ευκολότερη, αφενός επειδή η ελληνική πλευρά ανταποκρίθηκε ταχύτερα στις απαιτήσεις των θεσμών, αφετέρου λόγω της πολιτικής ρευστότητας στη Γερμανία. Οι δανειστές, επειδή τα πράγματα στην Ελλάδα βαδίζουν όπως θα ήθελαν, εμφανίζονται με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα να τελειώνουν με το ελληνικό πρόγραμμα.

Αυτό φαίνεται και από την αντικατάσταση της Βελκουλέσκου από έμπειρο και μετριοπαθή συνάδελφό της. Όλοι, λοιπόν, θέλουν να τελειώνουν με το πρόγραμμα και να συζητήσουν με την ελληνική κυβέρνηση για το μετά. Η παρουσία του Σεντένο στην προεδρία του Eurogroup είναι θετική, αλλά δεν πρέπει να τροφοδοτήσει αυταπάτες για μεγάλες χαλαρώσεις.

Η διαχείριση του χρέους

Το κεντρικό ζήτημα είναι η διαχείριση του χρέους. Διότι τα υπόλοιπα, όπως π.χ. τα 3,5% πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2022, μάλλον δεν πρόκειται να αλλάξουν. Τα περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης είναι περιορισμένα. Παρόλα αυτά, από τα αποτελέσματα της μακροοικονομικής πολιτικής, δηλαδή από τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, θα εξαρτηθεί το εάν στη μεταμνημονιακή εποχή οι ελληνικές κυβερνήσεις θα έχουν κάποιους βαθμούς ελευθερίας κινήσεων.

Θα μπορούν να επιτύχουν τους μακροοικονομικούς στόχους με λίγο διαφορετικό τρόπο από αυτόν που έχουν επιβάλει μέχρι τώρα οι δανειστές. Ή αντιθέτως θα επιβληθεί μια συμφωνία που θα λέει ότι μετά το 2018 βασική προϋπόθεση για να μας αναδιαρθρώσουν το χρέος θα είναι να μην μεταβληθεί τίποτε από όσα έχουν νομοθετηθεί.

Κρίσιμος παράγοντας είναι το ΑΕΠ. Αν δεν μεγεθυνθεί με τον προγραμματισμένο ρυθμό, τί θα συμβεί; Η κυβέρνηση θα προτείνει διορθωτικές κινήσεις; Οι δανειστές θα τις δεχθούν, ή θα επιβάλλουν μέτρα της δικής τους αντίληψης; Θα δεχθούν, π.χ. αύξηση του κατώτατου μισθού, στο πλαίσιο των αντοχών της οικονομίας; Εδώ πρέπει να είναι η βάση της διαπραγμάτευσης.

Υπενθυμίζουμε ότι εκτός από το ότι η Ελλάδα έχει πολύ υψηλό χρέος έχει και υποχρεώσεις για το 2019 και το 2020. Βρισκόμαστε σε μια δημοσιονομική προσαρμογή με συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι εάν θα δώσουν στην Ελλάδα αναδιάρθρωση του χρέους, επιτρέποντάς της να ασκήσει οικονομική πολιτική, έστω και λίγο διαφορετική από την πολιτική των δανειστών.

Οριστική η έξοδος

Όλα δείχνουν ότι η έξοδος από τα μνημόνια είναι οριστική. Η Ελλάδα πρέπει να μπορεί απρόσκοπτα να δανείζεται από τις αγορές με σχετικά χαμηλό επιτόκιο, κάτω από το 4%, στο 3,5%, έτσι ώστε να μην αυξηθεί το κόστος δανεισμού. Επίσης, πρέπει να διαπραγματευθεί την ύπαρξη βαθμών ελευθερίας για να δρομολογήσει λίγο διαφορετική πολιτική.

Οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για την οικονομική πολιτική, έστω και αν κοινό πλαίσιο είναι οι στόχοι που έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές. Επομένως, μπορούμε να μιλάμε για μια καθαρή έξοδο όσον αφορά τις χρηματοπιστωτικές αγορές, αλλά από εκεί και πέρα θα υπάρχει μια ειδικότερη επιτήρηση για την Ελλάδα, διαφορετική απ’ ό,τι για τις άλλες χώρες που βγήκαν από μνημόνια.

Ο παράγοντας ΔΝΤ

Υπάρχουν ενδείξεις ότι το ΔΝΤ προσπαθεί να διατηρηθεί στην Ευρώπη και κατ’ αυτό τον τρόπο να περισώσει τη φήμη του. Δεν φαίνεται ότι θα έχει πλήρη συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα. Άλλωστε, αλλάζει, με την έννοια ότι γίνεται πιο χαλαρό. Η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από την παρουσία του στο μέτωπο της αναδιάρθρωσης του χρέους, διότι το Ταμείο πιέζει πραγματικά για γενναία ελάφρυνση. Πρέπει να επιβεβαιωθεί στην πράξη η απόφαση για λήψη μεσοπρόθεσμων μέτρων. Υπάρχουν, βεβαίως, και άλλα μέτρα, όπως π.χ. να εξαγοραστούν τα δάνεια του ΔΝΤ που έχουν υψηλό επιτόκιο από τα αχρησιμοποίητα κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Τα μέχρι τώρα στοιχεία οδηγούν στην εκτίμηση ότι το 2017 το ΑΕΠ θα αυξηθεί περίπου 1,5%. Η κυβέρνηση δεν έχει απαντήσει γιατί από το 2,7%, που ήταν η αρχική πρόβλεψη, πήγαμε στο 1,5%, γιατί προέκυψε αυτή η απόκλιση. Για το 2018, προβλέπεται η μεγέθυνση να κυμανθεί πάνω από το 2% προς το 2,5%.

Είναι το κλειδί όλων των εξελίξεων, διότι θα δώσει τη δυνατότητα η ελληνική πλευρά να δείξει ότι η οικονομία μεγεθύνεται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα φορολογικά έσοδα και βεβαίως για το κλίμα. Η μεγέθυνση διαμορφώνει θετικότερη εικόνα στις αγορές για την ελληνική οικονομία, δεδομένου ότι ο ελληνικός ρυθμός μεγέθυνσης θα προσεγγίσει τον μέσο ρυθμό μεγέθυνσης στην Ευρωζώνη.

Παραμονεύουν κίνδυνοι

Όλα αυτά δεν σημαίνουν καθόλου ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαλειφθεί. Το μεγάλο ζητούμενο είναι οι επενδύσεις. Το 2017 ενώ προγραμματιζόταν να αυξηθούν κατά 9,1% καταλήγουμε στο 5,1%. Και το 2018 προβλέπεται αύξησή τους κατά 11,4%. Θα δούμε εάν θα προσεγγισθεί ο στόχος. Παρότι όλοι συμφωνούν ότι ο πολλαπλασιαστής είναι πολύ μεγάλος, ο όγκος των επενδύσεων παραμένει για τρίτη χρονιά στα 6,75 δισ.

Παραλλήλως με τα δημοσιονομικά θα πραγματοποιηθούν και τα stress tests για το τραπεζικό σύστημα. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα χρειασθεί ανακεφαλαιοποίηση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι τράπεζες, ως προς την παρεχόμενη ρευστότητα στην οικονομία, θα αλλάξουν γραμμή πλεύσης. Όπως και το 2017, η πιστωτική τους επέκταση θα είναι αρνητική, παρότι οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 3,5 δισ., διότι έχουν το καρκίνωμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Με ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν χρηματοδοτεί την οικονομία τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Πρέπει να μεγαλώσει η πίτα, ώστε οι άνθρωποι να αποταμιεύουν ή να έχουν εμπιστοσύνη να βγάλουν χρήματα από το σεντούκι. Αυτό αργεί ακόμη παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί.