Σε ανάπτυξη οι ΗΠΑ, σε «εξυγίανση» η Ευρωζώνη!

Κώστας Βεργόπουλος
2

του Κώστα Βεργόπουλου  –

Όταν στις 24 Οκτωβρίου 1929, η Γουόλ Στριτ κατέρρευσε, ο τότε πρόεδρος των ΗΠA Χέρμπερτ Χούβερ απευθύνθηκε στους «καλύτερους οικονομολόγους» από το πανεπιστήμιο Χάρβαρντ για να ζητήσει συμβουλή περί του πρακτέου. Όπως είναι γνωστό, οι «άριστοι» των οικονομολόγων εκτίμησαν ότι δεν επρόκειτο παρά για μια «απλή και κοινότοπη» χρηματιστηριακή πτώση για την οποία ουδείς λόγος ανησυχίας δικαιολογείτο, καθόσον τα θεμελιώδη μεγέθη της αμερικανικής οικονομίας παρέμεναν υγιή.

Επιπλέον, οι ίδιοι επέστησαν την προσοχή στην ανάγκη μείωσης της «υπερβάλλουσας» ρευστότητας μέσω της προσφυγής σε περικοπές των δημοσίων δαπανών. Η χρηματιστηριακή κρίση, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, δεν ήταν παρά ένα απλό ζήτημα του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των επενδυτών και της ικανότητος του κράτους να διασφαλίζει τις βασικές οικονομικές ισορροπίες.

Στη συνέχεια, όλα τα άλλα κράτη ακολούθησαν τις οδηγίες τους στις περικοπές δαπανών με στόχο τη μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι αυτή η επιλογή, αντί να σταματά την κρίση, της άνοιγε διάπλατα τον δρόμο για την επέκταση και εμβάθυνσή της. Χρειάσθηκε η εκ διαμέτρου αντίθετη κατανόηση και προσέγγιση της κρίσης από τον επόμενο Αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ (1933), για να αρχίσουν οι δημόσιες δαπάνες να αυξάνονται, όπως βέβαια και τα δημόσια ελλείμματα, ώστε η αμερικανική οικονομία να ανακάμψει και να επανεύρει το προ-κρίσης επίπεδο λειτουργίας της.

Παγωμένες οι επενδύσεις στην ΕΕ

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2016, η παγκόσμια οικονομία και ακόμη περισσότερο η ευρωπαϊκή, πρώτη οικονομική περιοχή του κόσμου, σύρεται σε συνθήκες αβεβαιότητος και αστάθειας. Τα υγιή θεμελιώδη ισοζύγια –εξωτερικό και δημοσιονομικό– δεν προστατεύουν την Ευρωζώνη από την εκτίναξη της ανεργίας σε νοσηρά ύψη.

Στη Γερμανία είναι το «ενάρετο» υπόδειγμα. Παρά το μηδενικό δημοσιονομικό έλλειμμά της και παρά το εξωτερικό πλεόνασμα της τάξης του 8% του ΑΕΠ, ο εσωτερικός σχηματισμός σταθερού κεφαλαίου δεν επιταχύνεται, αλλά αντιθέτως αδρανοποιείται. Από 24% του γερμανικού ΑΕΠ προ του 2008, έχει καμφθεί στο 17% κατά τα τελευταία έτη. Ο μέχρι τώρα αντικαγκελάριος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ δεσμεύθηκε να το ανεβάσει στο 20% μέχρι το 2020.

Στο σύνολο της Ευρωζώνης, το συνολικό δημόσιο έλλειμμα δεν είναι παρά μόνο 1% του ΑΕΠ. Και όμως οι επενδύσεις δεν επανεκκινούν, ενώ στις ΗΠΑ έχουν ήδη προ πολλού επανεργοποιηθεί. Αυξανόμενη ανεργία έχουμε στην Ευρώπη, σχεδόν πλήρης απασχόληση στις ΗΠΑ.

Σε ανάπτυξη οι ΗΠΑ, σε «εξυγίανση» η Ευρώπη

Εάν σήμερα η κρίση επιστρέφει σε παγκόσμια κλίμακα, αυτό είναι ακόμη πιο ανησυχητικό για τη Γηραιά Ήπειρο, στην οποία τα νοσηρά συμπτώματα παραμένουν πιο ισχυρά από ό,τι στις άλλες περιοχές του πλανήτη. Στις ΗΠΑ, η καμπύλη της ανεργίας έχει προ πολλού αντιστραφεί και το ύψος της έχει ήδη κατέλθει κάτω του 5% του ενεργού πληθυσμού. Επίσης, οι επενδύσεις και ο σχηματισμός κεφαλαίου έχουν επανεκκινήσει, διαψεύδοντας τις αρνητικές προβλέψεις των Ευρωπαίων ειδικών που επιχειρούν πάντα να καλύπτουν τις ευρωπαϊκές επιλογές.

Ενώ η κρίση του 2008 ξεκίνησε από τις ΗΠΑ για να επεκταθεί στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, σήμερα, εννέα έτη αργότερα, η Ευρωζώνη παραμένει εμμονικά προσηλωμένη στην «εξυγίανση» των βασικών ισοζυγίων της, όμως με πενιχρά αποτελέσματα και με αντίτιμο την σοβαρή επιβράδυνση της οικονομίας της.

Αντιθέτως, οι ΗΠΑ, από όπου όλα ξεκίνησαν δείχνουν ότι την έχουν ξεπεράσει, χωρίς όμως να διέλθουν ποτέ από την ευρωπαϊκή θεραπευτική μέθοδο: σε αντίθεση με τις αξιώσεις των ιερακων των ελλειμμάτων και των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, ο πρόεδρος Ομπαμα αποδεχθηκε την διεύρυνση του δημόσιου ελλείμματος μέχρι -12,5% του ΑΕΠ, πράγμα που του επέτρεψε την στήριξη και ανόρθωση της εσωτερικής ζήτησης, ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων και την σοβαρή μείωση της μαζικής ανεργίας σε επίπεδο κατώτερο του 5%.

Καύσιμο το δημόσιο χρήμα

Εάν σήμερα το αμερικανικό δημόσιο έλλειμμα περιορίζεται, αυτό δεν προήλθε από περικοπές δαπανών, αλλά ξεκάθαρα από την επιτάχυνση της ανάκαμψης με δημόσιο χρήμα. Η οπωσδήποτε αναγκαία «εξυγίανση» των ισοζυγίων δεν προηγείται της ανάκαμψης, αλλά αντιθέτως έπεται αυτής, αφού μόνον η ανάκαμψη επιτρέπει τον πραγματικό έλεγχο των ελλειμμάτων. Προφανώς, υπάρχει πάντα βασική ασυνεννοησία ανάμεσα στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η επιλογή της ποσοτικής χαλάρωσης, δηλαδή η εξασφάλιση φθηνού χρήματος, που επέτρεψε την αμερικανική οικονομική ανάκαμψη δεν αποφέρει τα ανάλογα αποτελέσματα στην Ευρώπη. Με την πρόσδεση στον «χρυσό κανόνα» των μηδενικών ελλειμμάτων, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν απωλέσει κάθε περιθώριο ενεργού παρέμβασης στην οικονομία τους, ώστε να αδυνατούν να επωφεληθούν από την νομισματική αφθονία που προσφέρει η ΕΚΤ. Εξάλλου, ενώ η αμερικανική ποσοτική χαλάρωση εισάγει φθηνό χρήμα στην οικονομία, η αντίστοιχη ευρωπαϊκή ποσοτική χαλάρωση παραδίδεται κατά κύριο λόγο στις τράπεζες προς εξόφληση των διατραπεζικών χρεών και πολύ λίγο προς την οικονομία.

Μάταιη αναζήτηση αγορών

Ακόμη πιο καθοριστικό είναι το ύψος της έκθεσης των νοικοκυριών στην χρηματοπιστωτική σφαίρα ανάμεσα στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Η χρηματοπιστωτική έκθεση των αμερικανικών νοικοκυριών παραμένει 3 με 4 φορές υπέρτερη των αντίστοιχων γερμανικών, γαλλικών, ολλανδικών. Οι Ευρωπαίοι παραμένουν μέχρι σήμερα αισθητά λιγότερο εξαρτημένοι από τις χρηματιστηριακές τοποθετήσεις σε σχέση με τους Αμερικανούς.

Κάθε αλλαγή στους όρους προσφοράς χρήματος αντανακλάται άμεσα στην κατανάλωση των νοικοκυριών στις ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη δεν έχει τόσο άμεσο αποτέλεσμα. Η ποσοτική χαλάρωση στην Αμερική απέφερε άμεσα αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης κατά 15,3%, πράγμα που έσυρε την ανάκαμψη των αμερικανικών επενδύσεων. Στην Ευρώπη, η ποσοτική χαλάρωση, χωρίς αξιοσημείωτο αποτέλεσμα στην περιουσία των νοικοκυριών ούτε στην καταναλωτική δαπάνη τους, δεν είχε άμεση συνέπεια στην εσωτερική ζήτηση.

Γι’ αυτό η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική παραμένει δέσμια στην υποθετική και μάταιη αναζήτηση διεθνών εξωτερικών αγορών. Ωστόσο, από την στιγμή που τα δυο τρίτα των εμπορικών ανταλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών πραγματοποιούνται εντός της Ευρώπης, έπεται ότι οσάκις όλες οι ευρωπαϊκές χώρες περικόπτουν ταυτόχρονα τις δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες, θα υπάρχει μοιραία ένα έλλειμμα ζήτησης για όλες ταυτόχρονα, όχι μόνον εσωτερικό, αλλά και εξωτερικό.

Η Ευρώπη εγκλωβισμένη σε άγονα δόγματα

Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η ευρωπαϊκή ποσοτική χαλάρωση από την ΕΚΤ δεν ενθαρρύνει την κατανάλωση των νοικοκυριών ούτε την εσωτερική ζήτηση, η οποία θα ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη των επενδύσεων. Όπως παντού στον κόσμο, η επένδυση δεν προηγείται της ζήτησης, αλλά παντού και πάντα έπεται αυτής. Γιατί άραγε στην σημερινή Ευρώπη να πράγματα να είναι διαφορετικά από ότι στον υπόλοιπο κόσμο;

Περισσότερο από τις άλλες περιοχές του κόσμου, η Γηραιά Ήπειρος έχει σήμερα επείγουσα ανάγκη να αναπτύξει τις δημόσιες δαπάνες στο συνολικό ευρωπαϊκό χώρο, τουλάχιστον για αναπλήρωση της υστέρησης των ιδιωτικών επενδύσεων που παραμένουν ανεπαρκείς, ιδίως στα μεγάλα ευρωπαϊκά έργα υποδομών, πράσινης ενέργειας και προστασίας του περιβάλλοντος σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όχι μόνον προς απορρόφηση της σημερινής μαζικής ανεργίας, αλλά και προς σταθεροποίηση του μακρό-οικονομικού πλαισίου, απαραίτητου για την αναγκαία ανάκαμψη.

Αντί να αναμένει την αναγκαία ανάκαμψη από τα μετεωρολογικά δελτία και καθιστώντας την όλο και λιγότερο πιθανή με τα προγράμματα της λιτότητας, η Ευρώπη έχει συμφέρον να είναι λιγότερο εξαρτημένη από αφηρημένα και άγονα δόγματα και να εμπνευστεί περισσότερο από τις θετικές εμπειρίες στις άλλες περιοχές του κόσμου.