Τι φέρνει το 2018 στην ελληνική οικονομία

Κώστας Μελάς
56

του Κώστα Μελά  – 

Οι προβλέψεις διεθνών και εγχώριων φορέων για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ το 2018 συγκλίνουν στην πρόβλεψη ενός ρυθμού της τάξης του 2% και άνω, με ανώτατο όριο το 2,6%. Η διαφοροποίηση των ανωτέρω σεναρίων δεν μπορεί παρά να σχετίζεται  με διαφορετική αξιολόγηση των κινδύνων, στους οποίους εκτίθεται η ελληνική οικονομικά, όπως και των παραγόντων εκείνων που η επίδρασή τους κρίνεται ως θετική.

Υπάρχουν κίνδυνοι που μπορούν να προέλθουν από την  αβεβαιότητα για την έκβαση της διαδικασίας αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ, καθώς και η ενίσχυση των πολιτικών προστατευτισμού στις ΗΠΑ. Επίσης, σοβαρός κίνδυνος μπορεί να προέλθει από την  μεταβλητότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακόμα από τις επιλογές του προέδρου Τραμπ ως προς το ρυθμιστικό και ελεγκτικό πλαίσιο, οι οποίες συνιστούν έναν ακόμα διεθνή παράγοντα επισφάλειας. Τέλος, κίνδυνος ενδέχεται να προκύψει και από την αναμενόμενη σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής (FED).

Στους εγχώριους παράγοντες το κυριότερο πρόβλημα είναι  η διευθέτηση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού συστήματος και γενικότερα η κατάσταση των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών. Σημειώνω με έμφαση: χωρίς την εκτίμηση των διεθνών παραγόντων ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι υγιές (χωρίς εξειδίκευση για την ώρα) δεν πρόκειται να τελειώσει το πρόγραμμα.

Οι ρητές παρεμβάσεις του Μάριο Ντράγκι αποτελούν επιβεβαιώσεις αυτής της άποψης. Το ίδιο και η επίσπευση της διαδικασίας των stress tests για τις ελληνικές τράπεζες, η οποία μπορεί να επιφέρει πολλαπλά οφέλη στην τόνωση των επενδύσεων ώστε τα αποτελέσματα να είναι γνωστά αρκετούς μήνες πριν τον Αύγουστο του 2018. Η κατάσταση του ελληνικού  τραπεζικού συστήματος θα κρίνει εν πολλοίς τον τρόπο λήξης του προγράμματος.

Το ζήτημα του χρέους

Το ζήτημα του ελληνικού χρέους αποτελεί ένα κρίσιμο στοίχημα για την ελληνική οικονομία. Ο νέος πρόεδρος του Eurogroup, ο Πορτογάλος Μάριο Σεντένο επανέλαβε όσα δήλωνε και ο προηγούμενος επικεφαλής: το ζήτημα του ελληνικού χρέους θα εξεταστεί στο τέλος του προγράμματος. Βεβαίως, είχαμε και τις δηλώσεις  του αντιπροέδρου της ΕΕ  Βάλντις Ντομπρόβσκις ότι οι συζητήσεις  θα αρχίσουν τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2018.

Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι  το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί  αρμοδιότητα του Eurogroup, όπου συμμετέχουν οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης. Αυτές έχουν δανείσει την Ελλάδα κι αυτές ουσιαστικά θα λάβουν τις αποφάσεις. Συνεπώς μεγαλύτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί σε αυτό που υποστηρίζει ο επικεφαλής του  Eurogroup.

Το χειρότερο σενάριο

Το ελάχιστο ζητούμενο από την ελληνική κυβέρνηση, ώστε να υπάρξει μια αναγκαία (αν και όχι ικανή) κανονικότητα, είναι αφενός να εφαρμοστούν τα ήδη αποφασισμένα μεσοπρόθεσμα μέτρα και να ληφθούν ορισμένα ακόμα. Επίσης, σημαντικό είναι το πώς θα χρησιμοποιηθούν τα περίπου 25 δισ. ευρώ που θα περισσέψουν από το πρόγραμμα των 86 δισ. ευρώ. Το χειρότερο σενάριο είναι να επιστραφούν στον ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) και επομένως να μην υπάρχουν πόροι:

  • για συμμετοχή στη δημιουργία του αποθέματος ύψους 15 δισ. ευρώ που θα χρησιμεύσει ως κάλυψη των υποχρεώσεων της χώρας, τουλάχιστον για τα πρώτα έτη μετά τη λήξη του προγράμματος.
  • σε περίπτωση ανάγκης ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος.
  • για την αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ.

Τα θέματα του χρέους  έχουν πάρει μια περίεργη κατεύθυνση από τη στιγμή που ο ESM αναθεώρησε τις εκτιμήσεις του σχετικά με τη μείωση  που θα επιφέρουν στο λόγο Δημόσιο Χρέος προς ΑΕΠ, τα  βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Οι τελευταίες εκτιμήσεις θεωρούν ότι ο λόγος αυτός θα μειωθεί κατά περίπου 25 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2060 και τον λόγο Ακαθάριστων Αναγκών Χρηματοδότησης προς το ΑΕΠ κατά περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες. Η προηγούμενη εκτίμηση του ESM ήταν για μείωση του χρέους ως ποσοστού επί του ΑΕΠ κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες.

Κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία

Πάντως ένα είναι βέβαιον, το ελληνικό χρέος για τους Ευρωπαίους κρίνεται βιώσιμο έως το 2022, σε αντίθεση με τις απόψεις του ΔΝΤ αλλά και της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα). Αυτό σημαίνει ότι την προσεχή πενταετία, λίγα ουσιαστικά πράγματα  θα επιτρέψουν οι Ευρωπαίοι να συμβούν, πάντοτε εντός του πλαισίου που έχουν οι ίδιοι χαράξει. Εκτός της επίτευξης των πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ, οι ιδιωτικοποιήσεις  φαίνεται ότι θα αποτελέσουν τα κριτήρια πίεσης για περαιτέρω πιθανές διευκολύνσεις στο ελληνικό δημόσιο χρέος.

Συγκεκριμένα τα ποσά που προβλέπεται να συγκεντρωθούν από τις ιδιωτικοποιήσεις για τα έτη 2017, 2018 και 2019 είναι αντίστοιχα: 1,4 δισ. ευρώ, 2,0 δισ. ευρώ και 1,0 δισ. ευρώ, έναντι 0,3 δισ. ευρώ και 0,5 δισ. ευρώ το 2015 και το 2016 αντίστοιχα. Βεβαίως, θα πρέπει να περιμένουμε τις αποφάσεις προκειμένου να τις αξιολογήσουμε με σωστό τρόπο. Πάντως, δοθείσας της ευκαιρίας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πλέον καμία αντίθεση (ιδεολογική-πολιτική) δεν προβάλλεται από την κυβέρνηση για τις ιδιωτικοποίησης σχεδόν του συνόλου της δημόσιας περιουσίας.

Ο βασικός κίνδυνος για την ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι η ενδεχόμενη παράταση ενός καθεστώτος οιονεί στασιμότητας, με παρατεταμένη περίοδο χαμηλών ρυθμών μεγέθυνσης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα υπονομεύει διαχρονικά  την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, λόγω της μη αποκλιμάκωσης, ή ακόμα και της διεύρυνσης του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ.

Απαιτητικός στόχος

Επιπλέον, θα παρεμποδίζει την έγκαιρη και αποτελεσματική εκμετάλλευση της πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας (υψηλά παραγωγικά κενά). Ακόμη, η συνεπαγόμενη απαξίωση της παραγωγικής δυναμικότητας υπονομεύει τη μακροχρόνια μεγέθυνση της οικονομίας και πολλαπλασιάζει τους κινδύνους για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Προς την ίδια κατεύθυνση ωθούν η παρατηρούμενη διαρροή νεανικού εργατικού δυναμικού με αυξημένα προσόντα και η σταθερή γήρανση του πληθυσμού.

Θα πρέπει επιπροσθέτως να σημειωθεί ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018 είναι πολύ απαιτητικός. Εξαρτάται πρωτίστως από την επίτευξη υψηλού ρυθμού μεγέθυνσης της τάξεως του 2,4%. Όσο προσεγγίζεται ο στόχος για αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2018 κατά 2,4% τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες για ευθυγράμμιση του προϋπολογισμού με το στόχο που έχει τεθεί.

Ο στόχος εδράζεται στην πρόβλεψη για σημαντικότατη βελτίωση του ισοζυγίου των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Το βελτιωμένο ισοζύγιο αυτών των οργανισμών, σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, αναμένεται να τροφοδοτηθεί από την υψηλότερη του αναμενόμενου αύξηση των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές και ρυθμίσεις παλαιών οφειλών. Επίσης, να υποστηριχθεί από τη χαμηλότερη, έναντι της προβλεπόμενης στο Μεσοπρόθεσμο, συνταξιοδοτική δαπάνη.

Σε κάθε περίπτωση ενδεχόμενη μεγάλη αρνητική απόκλιση μεταξύ του τελικού πραγματοποιηθέντος δημοσιονομικού αποτελέσματος και της πρόβλεψης για το ισοζύγιο των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης θα θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης. Τούτο διότι αυτοί οι Οργανισμοί αποτελούν επί της ουσίας το κλειδί για την επίτευξη των στόχων  του 2018.