Η κυβέρνηση Τσίπρα σε συμπληγάδες

Σταύρος Λυγερός
3

Πέντε μήνες μετά την εντυπωσιακή εκλογική νίκη του Σεπτεμβρίου 2015, η κυβέρνηση Τσίπρα δίνει αγώνα επιβίωσης με απροσδιόριστη προς το παρόν κατάληξη. Η ψήφιση της τροπολογίας για τις τηλεοπτικές άδειες ήταν μία αντεπίθεση στο εσωτερικό μέτωπο με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό. Οι πραγματικές απειλές, όμως, προέρχονται σ’ αυτή τη φάση από αλλού.

Οι πρωτόγνωρες μετά το 2011 κοινωνικές αντιδράσεις, κυρίως οι κινητοποιήσεις των αγροτών, εκ των πραγμάτων δοκιμάζουν την αντοχή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ταυτοχρόνως, οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις των δανειστών εμποδίζουν προς το παρόν την προσπάθεια της κυβέρνησης να ολοκληρώσει το ταχύτερο δυνατόν την 1η αξιολόγηση, γεγονός που συντηρεί το κλίμα αβεβαιότητας.

Σαν να μην έφθαναν αυτά, το κλίμα επιβαρύνει η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση. Ακόμα και εάν δεν κλείσουν τα βόρεια σύνορα, έχει ήδη αρχίσει να εγκλωβίζεται στην Ελλάδα ένα μεγάλο πλήθος παράνομων οικονομικών μεταναστών. Προκειμένου να αποφύγει το κλείσιμο των βόρειων συνόρων, αλλά και με σκοπό να εξασφαλίσει παρέμβαση της Μέρκελ για χαλάρωση στο μέτωπο της αξιολόγησης, ο Τσίπρας προσχώρησε και συνυπέγραψε την αρχική γερμανοτουρκική πρόταση για εμπλοκή του ΝΑΤΟ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, πάντως, δεν έχει επιτύχει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

«Ζητήσαμε αγελάδα και μας δίνουν γάτα»

Η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται σε συμπληγάδες: Από τη μία πλευρά είναι οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του ΔΝΤ και της ομάδας Σόιμπλε που κυριαρχεί στο Eurogroup. Οι απαιτήσεις τους απειλούν να προκαλέσουν ρήγματα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153, επειδή, εάν υλοποιηθούν, θα ρίξουν στον γκρεμό μεγάλα τμήματα των μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων και των αγροτών. Από την άλλη και ως αποτέλεσμα αυτού είναι η δυναμική παρουσία των  τρακτέρ στις εθνικές οδούς και οι διαδηλώσεις θιγόμενων επαγγελματικών ομάδων στην Αθήνα.

Ας σημειωθεί ότι το σχέδιο Κατρούγκαλου για το Ασφαλιστικό, το οποίο έχει προκαλέσει το κύμα των κοινωνικών αντιδράσεων, θεωρείται από τους δανειστές ανεπαρκές. Αρχικά είχε διαφανεί πως η Κομισιόν θεωρούσε το εν λόγω σχέδιο μία καλή βάση διαπραγμάτευσης για ένα τόσο ευαίσθητο κοινωνικά και πολιτικά ζήτημα. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να τορπιλίσει τη διαπραγμάτευση με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις. Η παρέμβαση του ΔΝΤ, όπως κωδικοποιήθηκε στη διαρροή «τους ζητήσαμε αγελάδα και μας δίνουν γάτα», άλλαξε την εικόνα. Και την άλλαξε, επειδή είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού πως τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του Ταμείου συμμερίζονται και υποδαυλίζουν οι σκληροπυρηνικοί του ευρωιερατείου.

Το επιβεβαιώνουν οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Ντάισελμπλουμ. Ναι μεν είπε ότι το σχέδιο Κατρούγκαλου είναι σοβαρό, αλλά πρόσθεσε ότι δεν βγαίνουν οι αριθμοί. Ο πρόεδρος του Eurogroup υιοθέτησε μετριοπαθείς τόνους, αλλά το μήνυμά του ήταν σαφές: το Ασφαλιστικό δεν πρέπει να επιβαρύνει τον ελληνικό προϋπολογισμό. Αυτό πρακτικά σημαίνει δραστική μείωση συντάξεων, ή επιβολή άλλων μέτρων για να μην είναι η μείωση δραστική.

Για τους δανειστές το κριτήριο είναι να εξασφαλισθεί πως τα επόμενα χρόνια θα υπάρξουν τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα που θα επιτρέψουν την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Στην πιο ακραία γραμμή βρίσκεται, βεβαίως ο Σόιμπλε, ο οποίος αφήνει να εννοηθεί πως το Grexit έχει μπει προσωρινά στο ράφι και πως μπορεί εύκολα να επανέλθει στο τραπέζι. Προς το παρόν, πάντως, πιέζει για πρόσθετα επώδυνα μέτρα, αφήνοντας τον ρόλο του εμφανώς “κακού μπάτσου” στον Τόμσεν.

Παιχνίδι καθυστερήσεων

Οι δανειστές έδειξαν καθαρά ότι δεν βιάζονται να ολοκληρωθεί η 1η αξιολόγηση. Τουλάχιστον ορισμένοι εξ αυτών θεωρούν πως όταν τον Ιούνιο η Αθήνα δεν θα έχει να πληρώσει δανειακές υποχρεώσεις της θα υποχρεωθεί να παραδοθεί άνευ όρων, να αποδεχθεί ό,τι της ζητηθεί. Αυτό το νόημα είχαν οι παλαιότερες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων ότι η ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης θα πάρει μήνες.

Η εντολή του Τσίπρα προς τους αρμόδιους υπουργούς είναι να διαπραγματευθούν με το Κουαρτέτο ειδικά για τις αλλαγές στο Ασφαλιστικό, αλλά και ότι η ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης πρέπει να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατόν. Στο Μαξίμου συμμερίζονται τη φράση του Τσακαλώτου πως εάν η αξιολόγηση καθυστερήσει και πάμε για Μάιο-Ιούνιο τότε «καήκαμε». Θέλουν να έχουν τελειώσει όλα εντός του Μαρτίου για να μην βρεθούν με τη θηλιά στον λαιμό. Υπάρχει, ωστόσο, ένα όριο στο τι μπορεί να δεχθεί η κυβέρνηση. Και το όριο αυτό προσδιορίζεται από το τι αντέχουν να ψηφίσουν οι 153 βουλευτές της πλειοψηφίας. Το σχέδιο Κατρούγκαλου με το ζόρι μπορεί να περάσει από τη Βουλή.

Από τον χρόνο που θα επιστρέψει στην Αθήνα το Κουαρτέτο και κυρίως από τις απαιτήσεις που θα προβάλει θα κριθούν πολλά στο πολιτικό επίπεδο. Αν επικρατήσει η γραμμή του ΔΝΤ και των σκληροπυρηνικών του ευρωιερατείου και το Κουαρτέτο προβάλει απαιτήσεις που δεν περνάνε από τη Βουλή, ο κόμπος θα φθάσει στο χτένι, γεγονός που αναπόφευκτα θα πυροδοτήσει πολιτικές εξελίξεις.

Έχοντας διδαχθεί από το 2015, ο Τσίπρας δεν θα αφήσει τις διαπραγματεύσεις για την αξιολόγηση να τραβήξουν σε μάκρος. Στη συνάντησή του με την Μέρκελ και τον Ολάντ, αλλά και στη συνάντησή του με τον Γιούνκερ στα μέσα Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός προσπάθησε να αποσπάσει τη δέσμευση των συνομιλητών του ότι η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί μέσα στον Μάρτιο. Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε το Κουαρτέτο να έρθει στην Αθήνα το συντομότερο δυνατόν και κυρίως να μην προβάλει μαξιμαλιστικές απαιτήσεις.

Η Γερμανίδα καγκελάριος και ο Γάλλος πρόεδρος ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Έλληνα πρωθυπουργού όσον αφορά τον χρόνο έλευσης του Κουαρτέτου, αλλά, όπως πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παιχνίδι θα κριθεί σε χαμηλότερο επίπεδο. Οι δηλώσεις Ντάισελμπλουμ επιβεβαιώνουν πως η κυρίαρχη άποψη στο Eurogroup είναι υπέρ της μείωσης των συντάξεων, αλλά και της λήψης πρόσθετων μέτρων για την κάλυψη εκτιμώμενου δημοσιονομικού κενού. Με άλλα λόγια, είναι πιο κοντά στη θέση του ΔΝΤ παρά στη θέση της Αθήνας.

Επισήμως, όλοι οι παράγοντες του ευρωιερατείου συμφωνούν πως πρέπει η αξιολόγηση να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατόν. Οι σκληροπυρηνικοί, όμως, προσθέτουν πως κρίσιμη σημασία δεν έχει μόνο ο χρόνος, αλλά και η «ποιότητα των μεταρρυθμίσεων». Το μήνυμα που στέλνουν στην κυβέρνηση Τσίπρα είναι πως εάν θέλει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης εντός του Μαρτίου, θα πρέπει να αποδεχθεί τις απαιτήσεις του Κουαρτέτου όχι μόνο για νέα μείωση συντάξεων, αλλά και για τα κόκκινα δάνεια και για την “αποπολιτικοποίηση” της Δημόσιας Διοίκησης και για το ταμείο ιδιωτικοποιήσεων.

Το κλίμα στο δεύτερο μισό του Φεβρουαρίου είναι αρκετά πιο ευνοϊκό για την Αθήνα. Οι λόγοι είναι δύο:

  • Πρώτον, ότι η κυβέρνηση Τσίπρα συνεργάσθηκε στο προσφυγικό-μεταναστευτικό και στήριξε την πολιτική της Μέρκελ και του Γιούνκερ, οι οποίοι ατύπως ωθούν προς μία πιο ευέλικτη αντιμετώπιση της Αθήνας.
  • Δεύτερον, ότι η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά ανοικτά μέτωπα και τουλάχιστον οι νουνεχείς του ευρωιερατείου δεν θα ήθελαν σ’ αυτή τη συγκυρία να αναζωπυρώσουν το ελληνικό πρόβλημα. Γι’ αυτά θα μιλήσουμε αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Το ευνοϊκό κλίμα, ωστόσο, δεν σημαίνει καθόλου ότι οι Ευρωπαίοι δανειστές θα παραιτηθούν από τις απαιτήσεις τους. Σημαίνει απλώς ότι δεν επιθυμούν να τραβήξουν τα πράγματα στα άκρα. Με άλλα λόγια, θα επιδιώξουν μία εποικοδομητική διαπραγμάτευση με σκοπό να τα βρουν με την κυβέρνηση Τσίπρα κι όχι να της τραβήξουν το χαλί.

Το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε σε κάποιες θετικές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων και κυρίως στο άρθρο του Γκάμπριελ που δημοσιεύθηκε σε κορυφαίες ευρωπαϊκές εφημερίδες. Ο Γερμανός αντικαγκελάριος και επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών ζήτησε να μην απομονωθεί η Ελλάδα από τη ζώνη Σένγκεν και να ελαφρυνθεί το χρέος της. Έκρουσε, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας το ευρωιερατείο για τον κίνδυνο η Ελλάδα να καταστεί μη κυβερνήσιμη, λόγω εκτεταμένης κοινωνικής αναταραχής.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, η Μέρκελ όχι μόνο ήταν ενήμερη για την πρωτοβουλία του Γκάμπριελ, αλλά και δεν είχε αντίρρηση. Τόσο η καγκελάριος όσο και ο αντικαγκελάριος φαίνεται πως συγκλίνουν στη θέση ότι δεν έχουν συμφέρον σ’ αυτή τη συγκυρία να πιέσουν με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις την κυβέρνηση Τσίπρα σε βαθμό που να την αποσταθεροποιήσουν. Κι αυτό παρότι υπάρχουν παράγοντες του ευρωιερατείου που βλέπουν θετικά μία τέτοια εξέλιξη.

Το κατά ΔΝΤ δίλημμα

Μπορεί το ΔΝΤ να είναι σημαιοφόρος της πιο ακραίας νεοφιλελεύθερης συνταγής, αλλά, ως επαγγελματίας “διασώστης”, γνωρίζει πως καμία υπερχρεωμένη χώρα δεν θα μπορέσει να ξανασταθεί στα πόδια της εάν δεν μεσολαβήσει γενναίο κούρεμα του χρέους της. Το 2010, το Ταμείο είχε υποκύψει στις σκοπιμότητες των Ευρωπαίων και είχε βάλει στο ράφι το κούρεμα. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, αφενός λόγω του γεγονότος ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να είναι στα γόνατα, αφετέρου λόγω της αμερικανικής πίεσης, θέτει το ζήτημα της μείωσης του χρέους. Θα προτιμούσε ένα κούρεμα, αλλά αυτό το αποκλείουν οι Ευρωπαίοι δανειστές. Γι’ αυτό και στο τραπέζι βρίσκεται η αναδιάρθρωση, χωρίς ακόμα να έχουν καθορισθεί οι όροι της.

Τόσο ο Τόμσεν όσο και η Λαγκάρντ έχουν ξεκαθαρίσει στο ευρωιερατείο πως για να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο υπάρχουν δύο τρόποι: Ο πρώτος είναι να επιβληθούν στην Ελλάδα “βαθιές μεταρρυθμίσεις” (νέες μειώσεις συντάξεων και πρόσθετα μέτρα 7-9 δισ) οπότε και η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα είναι ήπια που σημαίνει οι απώλειες για τους Ευρωπαίους δανειστές σχετικά μικρές. Ο δεύτερος τρόπος είναι οι μεταρρυθμίσεις να είναι ήπιες, αλλά η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους μεγάλη.

Η θέση των σκληροπυρηνικών του ευρωιερατείου για “βαθιές μεταρρυθμίσεις” είναι η άλλη όψη της απροθυμίας τους να αποδεχθούν τις απώλειες που θα είχαν από την αναγκαία ελάφρυνση του ελληνικού χρέους προκειμένου να καταστεί βιώσιμο. Βολεύονται πολιτικά με το γεγονός ότι το Ταμείο παίζει τον ρόλο του πολιορκητικού κριού για την επιβολή στην Ελλάδα ακραίων μέτρων που δεν ισχύουν σε άλλες χώρες-μέλη.

Η κυβέρνηση Τσίπρα επιδιώκει την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης για να δρομολογηθεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Τα πράγματα, όμως, δεν φαίνεται να είναι όσο απλά τα φαντάζονται στην Αθήνα. Είναι αξιοσημείωτη η δήλωση του επιτρόπου Μοσχοβισί ότι «πρώτα είναι η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού, στη συνέχεια η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και μετά ίσως να συζητηθεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους». Αυτό το «ίσως» πέρασε απαρατήρητο, αλλά έχει μεγάλη σημασία, επειδή αντανακλά τις διαφωνίες που υπάρχουν στο ευρωιερατείο για το ζήτημα. Η απροθυμία των Ευρωπαίων δανειστών επιβεβαιώνεται και από σχετική δήλωση του Ντάισελμπλουμ, με την οποία παρέπεμψε την αναδιάρθρωση σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον.

Όσο καθυστερεί η έναρξη αυτής της διαπραγμάτευσης, η δεδηλωμένη διαφωνία του ΔΝΤ με το Βερολίνο αναφορικά με την ανάγκη δραστικής μείωσης του χρέους παραμένει θεωρητική. Αντιθέτως, πολύ πρακτική είναι η τωρινή συμφωνία τους για την επιβολή πρόσθετων επώδυνων μέτρων. Η επιβολή τέτοιων μέτρων εκ των πραγμάτων απειλεί να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση.

Το σχέδιο Σόιμπλε για το ελληνικό χρέος

Υπενθυμίζουμε πως στις αρχές Δεκεμβρίου 2015 και εν όψει των δύσκολων ψηφοφοριών στη Βουλή για το Ασφαλιστικό, ο Τσίπρας είχε θέσει θέμα μη συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Από τότε, το ίδιο θέμα έθεσαν και κορυφαίοι υπουργοί του, επιβεβαιώνοντας πως πρόκειται για πολιτική θέση κι όχι για ιδέα της στιγμής.

Έχοντας μπροστά του τον κάβο του Ασφαλιστικού και της φορολόγησης των αγροτών, ο πρωθυπουργός είχε ανάγκη μία επικοινωνιακή επιτυχία. Στο μέγαρο Μαξίμου θεωρούσαν πως εάν τελικώς το ΔΝΤ μείνει εκτός ελληνικού προγράμματος θα έχουν να πουλήσουν στην κοινή γνώμη τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα αρχίζει να αποδεσμεύεται από τα δεσμά της κηδεμονίας.

Παρόλα όσα έχουν μεσολαβήσει τον τελευταίο χρόνο, οι ένοικοι του μεγάρου Μαξίμου συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η “καλή Ευρώπη” (Σοσιαλδημοκράτες, Γιούνκερ και Μέρκελ) θα βοηθήσει την Αθήνα να αντιμετωπίσει το ΔΝΤ και την “κακή Ευρώπη” του Σόιμπλε. Προφανώς, το ευρωιερατείο δεν είναι μονολιθικό. Προφανώς, το διαπερνούν πολιτικές αντιθέσεις. Η πείρα, όμως, έχει διδάξει ότι επώδυνα μέτρα απαιτούν και οι Ευρωπαίοι δανειστές. Απλώς συχνά κρύβονται πίσω από το Ταμείο που παίζει τον ρόλο του κακού μπάτσου.

Γι’ αυτό, εάν τελικώς το ΔΝΤ αποφασίσει να μη συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο 3ο Μνημόνιο, κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ως τεχνικός σύμβουλος. Θα παίζει ακριβώς τον ίδιο ρόλο που παίζει σήμερα όσον αφορά την επιβολή της ακραίας νεοφιλελεύθερης ατζέντας, αλλά χωρίς να είναι υποχρεωμένο να ασκεί πίεση στο ευρωιερατείο για τη μείωση του ελληνικού χρέους.

Ζητώντας την έξοδο του ΔΝΤ  από το μνημονιακό πρόγραμμα, ο Τσίπρας άνοιξε ένα μέτωπο, το οποίο ήταν εκ των προτέρων δεδομένο πως δεν μπορούσε να το διαχειρισθεί αποτελεσματικά. Κι αυτό επειδή την παραμονή του Ταμείου τη θέλει σύσσωμο το ευρωιερατείο. Το αποτέλεσμα ήταν η ελληνική κυβέρνηση να υποχωρήσει ατάκτως, επιβεβαιώνοντας ότι δεν έχει καλή επαφή με την πραγματικότητα.

Υπενθυμίζουμε πως το 2010 είχαν προβληθεί αντιρρήσεις από Ευρωπαίους αξιωματούχους για την ανάμιξη του ΔΝΤ στα εσωτερικά της Ευρωζώνης. Τότε, η Μέρκελ είχε προβάλει το επιχείρημα ότι η συμμετοχή του ήταν αναγκαία για να μη θεωρήσουν οι Αγορές πως τα μέτρα για τη διάσωση της Ελλάδας θα ήταν αποτέλεσμα ενδοευρωπαϊκών πολιτικών συμβιβασμών. Από τότε, η θέση αυτή έχει εδραιωθεί στο ευρωιερατείο.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών έχει δώσει τη δική του απάντηση στο δίλημμα που το Ταμείο έχει θέσει στους Ευρωπαίους δανειστές όσον αφορά το μέγεθος της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτό το μέγεθος και στη σκληρότητα των μέτρων λιτότητας που θα επιβληθούν στην Ελλάδα.

Το σχέδιο Σόιμπλε προβλέπει επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και διευκόλυνση όσον αφορά τα επιτόκια, αλλά όχι έστω και έμμεση μείωση. Το σημαντικότερο είναι η απαίτηση παραμονής της Ελλάδας υπό δημοσιονομική κηδεμονία για όσα χρόνια θα χρωστάει στα κράτη-μέλη και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), δηλαδή για τις επόμενες αρκετές δεκαετίες! Το επιχείρημα του Βερολίνου είναι ότι μόνο έτσι θα διασφαλισθεί η αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων.

Πρόθεση του Σόιμπλε είναι το σχέδιο αυτό να εφαρμοσθεί στην ελληνική περίπτωση, αλλά ταυτοχρόνως να αποτελέσει το πλαίσιο για την αντιμετώπιση κρίσης χρέους και σε άλλες χώρες-μέλη της Ευρωζώνης. Παρά το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις προσπάθειες του Ντράγκι, η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη στο τέλμα. Παρά τις αισιόδοξες κορώνες για την έξοδο από τα Μνημόνια άλλων αδύναμων κρίκων, η στασιμότητα ανακυκλώνει το αδιέξοδο.

Πιστός στον οικονομικό εθνικισμό του, ο Σόιμπλε προσπαθεί με τον χειρισμό της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους να δημιουργήσει προηγούμενο στο επίπεδο των ευρωπαϊκών θεσμών, το οποίο να προκαθορίσει τον χειρισμό κάθε επόμενης περίπτωσης. Όχι μόνο δεν κάνει βήματα προς την κατεύθυνση μίας συλλογικής ευρωπαϊκής αντιμετώπισης της κρίσης χρέους με γνώμονα την εμβάθυνση του ενοποιητικού εγχειρήματος, αλλά και επιδιώκει να παγιώσει την απόλυτη εθνική ευθύνη όσον αφορά το χρέος. Ο πυρήνας του σχεδίου του είναι ότι όποια χώρα-μέλος αντιμετωπίσει κρίση χρέους θα χάνει την κυριαρχία της και θα μετατρέπεται σε μεταμοντέρνα αποικία.

Προφανώς, όλα αυτά δεν είναι υποχρεωτικό να υιοθετηθούν από το σύνολο των εταίρων. Η πείρα, ωστόσο, μας διδάσκει ότι κατά κανόνα η εκάστοτε τελική απόφαση της Ευρωζώνης κινείται στο πλαίσιο των αντίστοιχων γερμανικών προτάσεων. Με αυτή την έννοια, το σχέδιο Σόιμπλε προδιαγράφει σε μεγάλο βαθμό τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει η Αθήνα όταν επιτέλους θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την πολυπόθητη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Μεταξύ σφύρας και άκμονος

Όπως έχουμε προαναφέρει, η κυβέρνηση είναι σε συμπληγάδες. Από τη μία πλευρά είναι αντιμέτωπη με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις των δανειστών. Από την άλλη, είναι αντιμέτωπη με πρωτοφανείς τα τελευταία χρόνια κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες δοκιμάζουν τις αντοχές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Στριμωγμένος από αντίρροπες δυνάμεις, ο Τσίπρας δεν έχει περιθώρια ουσιαστικών υποχωρήσεων, προκειμένου να εκτονώσει τις κοινωνικές αντιδράσεις.

Όπως προαναφέραμε, η αιτία που προκαλεί το κύμα των κοινωνικών αντιδράσεων είναι το σχέδιο Κατρούγκαλου. Αυτό, όμως, είναι η ελληνική βάση διαπραγμάτευσης με τους δανειστές κι όχι η κατάληξη της διαπραγμάτευσης. Η πείρα μας διδάσκει πως όποτε η ελληνική κυβέρνηση διαφώνησε με τους δανειστές, τελικώς πέρασε αυτό που ήθελαν οι δανειστές. Ακόμα λοιπόν και εάν υποθέσουμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά, το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι το συμφωνημένο νομοσχέδιο που θα πάει στη Βουλή να είναι λίγο και όχι πολύ χειρότερο από το σχέδιο του υπουργού Εργασίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν σ’ αυτές τις συνθήκες οι 153 θα αντέξουν; Είναι κοινό μυστικό, όμως, ότι αρκετοί συμπολιτευόμενοι βουλευτές έχουν φθάσει στα όριά τους και έχουν στείλει τα σχετικά μηνύματα στο Μαξίμου. Το κλίμα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι χάλια. Το ηθικό είναι πεσμένο. Ειδικά οι βουλευτές που προέρχονται από αγροτικές περιφέρειες είναι καταπτοημένοι.

Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν μόνο συνειδησιακό πρόβλημα να ψηφίσουν τέτοια μέτρα. Λόγω ιδεολογίας, είναι ευάλωτοι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με κοινωνικές κινητοποιήσεις. Πολύ περισσότερο όταν απέναντί τους βρίσκονται μαζικά και δικοί τους αγανακτισμένοι ψηφοφόροι. Εκτός αυτού, αξίζει να υπογραμμισθεί και το γεγονός ότι σε αντίθεση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η σχέση βουλευτή-ψηφοφόρου είναι κατά κανόνα απρόσωπη, στην επαρχία η σχέση είναι προσωπική. Ο βουλευτής της επαρχίας γνωρίζει πως δεν πρόκειται να επανεκλεγεί εάν στραφούν εναντίον του πολλές μεγάλες αγροτικές οικογένειες, οι οποίες συνήθως ψηφίζουν συντεταγμένα. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν συνιστούν μόνο μία πίεση στην κυβέρνηση λόγω των προβλημάτων που δημιουργούν στα οδικά δίκτυα. Ταυτοχρόνως, απειλούν πολύ περισσότερο από άλλες κινητοποιήσεις την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να δοθεί μία εξήγηση στο ερώτημα γιατί από το 2012 μέχρι το 2015 δεν εκδηλώθηκαν σημαντικές κοινωνικές αντιδράσεις παρότι εφαρμόσθηκαν και τότε επώδυνα μέτρα. Η απάντηση είναι ότι τότε υπήρχε ελπίδα στην μικρομεσαία θάλασσα που έχει πέσει στον γκρεμό ή είναι πολύ κοντά στο να πέσει. Ήλπιζαν πως στις επόμενες εκλογές θα έφερναν με την ψήφο τους τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία κι αυτός τουλάχιστον θα τερμάτιζε τις μνημονιακές πολιτικές. Έκαναν υπομονή, θεωρώντας πως θα έλυναν το πρόβλημά τους δια της κοινοβουλευτικής οδού.

Ο Τσίπρας έγινε πράγματι πρωθυπουργός και μέσα από τη γνωστή διαδρομή τώρα εφαρμόζει το 3ο Μνημόνιο. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η ελπίδα για μία κοινοβουλευτική διέξοδο από το μνημονιακό τούνελ διαψεύσθηκε. Χωρίς αυτή την ελπίδα, τα στρώματα που δεν μπορούν ή δυσκολεύονται πολύ να επιβιώσουν καθίστανται δυνάμει εκρηκτική κοινωνική ύλη.

Όσο αυθαίρετη είναι η πρόβλεψη πως σίγουρα θα προκύψει κοινωνική ανάφλεξη, άλλο τόσο αυθαίρετη είναι και να αποκλείεις μία τέτοια εξέλιξη. Ειδικά όταν επαγγελματικές ομάδες έχουν ήδη κατέβει στον δρόμο. Είναι προφανές πως εάν οι εξελίξεις πάρουν αυτή την τροπή, το τοπίο θα αλλάξει ριζικά όχι μόνο στο πολιτικό, αλλά και στο οικονομικό επίπεδο. Στριμωγμένο στις συμπληγάδες των εξωτερικών και εσωτερικών πιέσεων, το κυβερνητικό επιτελείο καλείται να τετραγωνίσει τον κύκλο.

Η εκλογή του Κυριάκου

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ έχει επιπτώσεις όχι μόνο για τις ισορροπίες στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και για τον συσχετισμό δυνάμεων στο πολιτικό σύστημα. Το επιβεβαιώνουν δημοσκοπήσεις, οι οποίες δείχνουν τον ΣΥΡΙΖΑ να χάνει όχι μόνο έδαφος, αλλά και την πρώτη θέση στην προτίμηση των ψηφοφόρων.

Ας σημειωθεί ότι η ήττα της ΝΔ τον Ιανουάριο 2015 μπορεί να μην ήταν συντριπτική, αλλά ήταν στρατηγικού χαρακτήρα. Η πλειονότητα του εκλογικού σώματος (μικρομεσαία στρώματα που λόγω των μνημονιακών πολιτικών είχαν πέσει στον γκρεμό ή ήταν στο χείλος του) είχε με οργή γυρίσει την πλάτη στα κόμματα που συγκροτούσαν την κυβέρνηση Σαμαρά. Αυτό φάνηκε καθαρά στο δημοψήφισμα, όταν το “όχι” συνέτριψε το μέτωπο των κατεστημένων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχε συσπειρωθεί στο “ναι” με σημαία το “μένουμε Ευρώπη”.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Παρά την εντυπωσιακή μνημονιακή κωλοτούμπα του, ο Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, σχεδόν χωρίς απώλειες. Ο κύριος λόγος ήταν πως είχε υπογράψει και ψηφίσει, αλλά δεν είχε τότε ακόμα αρχίσει να εφαρμόζει Μνημόνιο. Όταν άρχισε να έρχεται ο “λογαριασμός” σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις άρχισε και η ταχύρυθμη εκλογική φθορά του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αλλαγή του κλίματος ενίσχυσε την υποψηφιότητα Κυριάκου Μητσοτάκη. Πιθανότατα, θα ήταν άλλο το αποτέλεσμα εάν η εκλογή προέδρου της ΝΔ είχε πραγματοποιηθεί σε μικρή χρονική απόσταση από τις κάλπες του Σεπτεμβρίου. Και τότε η υποψηφιότητα Μεϊμαράκη δεν είχε πολιτική δυναμική, αλλά, δεδομένης της υποστήριξης του Καραμανλή, το κλίμα την ευνοούσε.

Το προβάδισμα των 11 μονάδων που εξασφάλισε ο Μεϊμαράκης στον πρώτο γύρο δημιούργησε την εντύπωση πως η μάχη είχε κριθεί. Όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι μία τέτοια διαφορά ήταν δύσκολο να καλυφθεί, αλλά και επειδή θεωρήθηκε πως θα δημιουργούσε έναν αέρα νίκης που θα εξουδετέρωνε τις αντισυσπειρώσεις. Το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου διέψευσε αυτές τις εκτιμήσεις. Για να ανιχνεύσουμε αυτές τις επιπτώσεις είναι χρήσιμο να αναφερθούμε στις αιτίες της μεγάλης αυτής ανατροπής.

Προφανώς, κρίσιμο ρόλο για τη νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη έπαιξε το γεγονός ότι και οι δύο υποψήφιοι που έμειναν εκτός δεύτερου γύρου (Τζιτζικώστας και Γεωργιάδης) τάχθηκαν ευθέως ή εμμέσως υπέρ της δικής του υποψηφιότητας. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολιτικοί εκφραστές της λεγόμενης λαϊκής Δεξιάς στη ΝΔ, με πρώτο και κύριο τον Σαμαρά, υποστήριξαν ένα δεδηλωμένο νεοφιλελεύθερο. Η στάση τους αυτή υπαγορεύθηκε κυρίως από εσωκομματικές σκοπιμότητες και όχι από ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια.

Ούτε η δική τους υποστήριξη θα έφθανε, όμως, εάν δεν εκδηλωνόταν σε κοινωνικό επίπεδο μία συσπείρωση των εύπορων φιλελεύθερων αστών υπέρ της υποψηφιότητας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από τις εκλογές του 2012 οι ψηφοφόροι αυτής της κατηγορίας έχουν κατά κανόνα καταφύγει εκλογικά στη ΝΔ (αρκετοί απ’ αυτούς παραδοσιακά ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ) με κριτήριο την ανάσχεση του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι ψηφοφόροι αυτής της κατηγορίας έδωσαν τον τόνο στην κομματική εκλογή, επειδή θεωρούν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης τους εκφράζει όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και ως προφίλ. Το λαϊκό προφίλ του Μεϊμαράκη δεν τους ενέπνεε, μάλλον τους απωθεί. Πολύ περισσότερο, όταν ήταν εμφανές πως η υποψηφιότητά του εξέφραζε μία μίζερη εκδοχή συνέχειας στη ΝΔ και όχι το γύρισμα σελίδας με σκοπό τη γρήγορη επάνοδο στην εξουσία.

Όπως ο πατήρ Μητσοτάκης στη δεκαετία του 1980 είχε εκλεγεί αρχηγός της ΝΔ σαν αντι-Ανδρέας, έτσι και ο υιός, τριάντα τόσα χρόνια μετά, εξελέγη σαν αντι-Τσίπρας. Ο Μεϊμαράκης άφηνε να εννοηθεί πως θα ακολουθήσει μία ήπια αντιπολιτευτική στρατηγική και άφηνε να εννοηθεί πως θα έδινε τη συναίνεσή του όπου ήταν αναγκαίο. Αντιθέτως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ύψωσε εξαρχής τη σημαία της μετωπικής αντιπολίτευσης.

Με τον τρόπο αυτό ευθυγραμμίσθηκε και εξέφρασε τα “θέλω” όχι μόνο του σκληρού πυρήνα των δεξιών ψηφοφόρων, αλλά και των φιλελεύθερων αστών. Αυτοί έχουν όχι μόνο ιδεολογικό και πολιτικό πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και αισθητικό. Θεωρούν τα στελέχη του περίπου σαν τυχάρπαστους επιβήτορες της εξουσίας που πρέπει να εκδιωχθούν το ταχύτερο δυνατόν. Κατά μία έννοια, το κλίμα θυμίζει τον τρόπο που το δεξιό κατεστημένο αντιμετώπισε το ΠΑΣΟΚ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980.

Είναι ενδεικτικές οι μεγάλες αντιδράσεις που προκάλεσε η συμφωνία του πρωθυπουργού με τους προέδρους των εργοδοτικών ενώσεων (ειδικά με τον πρόεδρο του ΣΕΒ) για το ζήτημα της αύξησης της εργοδοτικής εισφοράς. Οι αντιδράσεις ήταν περισσότερο πολιτικού παρά οικονομικού χαρακτήρα. Όσοι αντέδρασαν αντιλαμβάνονται τον ΣΕΒ σαν προέκταση της ΝΔ και ως εκ τούτου θεωρούν αδιανόητο να διευκολύνεται ο “εχθρός”.

Η νεοφιλελεύθερη επαγγελία και ο ενδιάμεσος χώρος

Η συναινετική στρατηγική των καραμανλικών είχε ως στόχο να διευκολυνθεί η κυβέρνηση Τσίπρα να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, εφαρμόζοντας το 3ο Μνημόνιο. Πίστευαν δικαιολογημένα ότι στο τέλος αυτής της διαδικασίας ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε υποστεί ανήκεστο πολιτικοεκλογική βλάβη, γεγονός που θα καθιστούσε δεδομένη την επάνοδο της ΝΔ. Αν και δεν το έχει πει ποτέ, όλα δείχνουν ότι ο Καραμανλής σχεδίαζε να οδηγήσει αυτός την επέλαση-περίπατο προς την εξουσία με τον αέρα του έμπειρου ηγέτη που επιπλέον έχει διδαχθεί από τα λάθη του.

Αυτό που δεν κατάλαβαν οι καραμανλικοί είναι ότι όταν ψηφίζουν εκατοντάδες χιλιάδων πολίτες η εκλογή δεν μπορεί να εξασφαλισθεί με όρους κομματικών μηχανισμών. Αυτό, άλλωστε, είχε φανεί στην εσωκομματική αναμέτρηση του 2009. Τότε, παρότι έλεγχε σε μεγάλο βαθμό το συνέδριο, η Ντόρα είχε ηττηθεί από τον Σαμαρά. Ως εκ τούτου, οι τωρινές σχεδιασμοί των καραμανλικών ήταν επί χάρτου. Δεν είχαν τις προϋποθέσεις υλοποίησης.

Αναμφισβήτητα, η συμμετοχή ενός τόσο μεγάλου αριθμού πολιτών στην κομματική εκλογή επιβεβαίωσε ότι η ΝΔ παραμένει πυλώνας του πολιτικού συστήματος. Η εκλογή, μάλιστα, του Κυριάκου Μητσοτάκη εκ των πραγμάτων συνιστά γύρισμα σελίδας. Εκ των πραγμάτων διαλύει το κλίμα ηττοπάθειας, προκαλεί μία συσπείρωση και τροφοδοτεί προσδοκίες νίκης.

Όλα τα παραπάνω, όμως, είναι η μία μόνο όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο πρέπει να διαχειρισθεί τις δεδομένες εσωκομματικές αντιθέσεις, αλλά και να συμβιβάσει την επαγγελία της μετωπικής αντιπολίτευσης με δύο παράγοντες που τον ωθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση:

  • Πρώτον, το γεγονός ότι ο ίδιος πιστεύει ότι η εφαρμογή του Μνημονίου είναι μονόδρομος. Ως υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά, μάλιστα, είχε δώσει δείγματα γραφής. Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης μπορεί να αντιταχθεί σε επιμέρους μέτρα, αλλά όχι στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής, έτσι όπως αυτή ορίζεται από τις προβλέψεις του 3ου Μνημονίου. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στον σημερινό Τσίπρα και στον Κυριάκο Μητσοτάκη υπάρχει ένας μεγάλος κοινός παρονομαστής, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλυφθεί ακόμα και εάν οι δύο πλευρές υιοθετήσουν στη μεταξύ τους αντιπαράθεση πολεμική ρητορική.
  • Δεύτερον, το γεγονός ότι το ευρωιερατείο και οι ομοϊδεάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ευρώπη θα του ασκήσουν πιέσεις τουλάχιστον να μην εναντιωθεί στη λήψη των επώδυνων μνημονιακών μέτρων.

Ως νεοφιλελεύθερος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να είναι αντίθετος και με την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών και με το τέλος στις τραπεζικές συναλλαγές. Δεν μπορεί, όμως, να λέει ταυτοχρόνως πως δεν πρέπει να περικοπούν οι κύριες και οι επικουρικές συντάξεις (όπως λέει η ΝΔ), χωρίς να υποδεικνύει συγκεκριμένα από πού θα χρηματοδοτηθεί το ασφαλιστικό σύστημα. Οι γενικόλογες δηλώσεις για μείωση των δημοσίων δαπανών κλπ δεν πείθουν πλέον κανένα. Το ίδιο θα συμβεί και με το άλλο πολιτικό αγκάθι, τη φορολόγηση των αγροτών.

Προς το παρόν, όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μόνο πολιτικά κέρδη. Ο ενθουσιασμός που έχει προκαλέσει η εκλογή του σ’ όλο το φάσμα των φιλελεύθερων πιέζει τα μικρά κόμματα του ενδιάμεσου χώρου. Η Γεννηματά έσπευσε να περιχαρακώσει το ΠΑΣΟΚ, καταγγέλλοντας τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις του νέου αρχηγού της ΝΔ. Κατά πάσα πιθανότητα, μάλιστα, για να επιβιώσει θα υψώσει ακόμα περισσότερο τους αντιπολιτευτικούς τόνους προς την κυβέρνηση και ταυτοχρόνως θα ασκεί κριτική στις επιλογές της ΝΔ.

Εάν αυτή η τακτική θα αποδειχθεί ικανή να διασώσει το ΠΑΣΟΚ και το σχήμα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης θα φανεί σύντομα. Είναι, ωστόσο, ορατό δια γυμνού οφθαλμού πως στη Χαριλάου Τρικούπη δεν έχουν ακόμα αποδεχθεί πως έχουν υποβιβασθεί στη δεύτερη κατηγορία, πως είναι πλέον μικρό κόμμα. Τους το υπενθύμισαν οι δηλώσεις του βουλευτή Λακωνίας Γρηγοράκου, οι οποίες και οδήγησαν στη διαγραφή του.

Το Ποτάμι, ως νεοπαγές φιλελεύθερο κόμμα με χαμηλή συνοχή και ως εκ τούτου ασθενείς αντιστάσεις, δύσκολα πλέον μπορεί να επιβιώσει εκλογικά. Έχοντας συνείδηση των φυγόκεντρων τάσεων που αναπτύσσονται, ο Θεοδωράκης προτίμησε να κάνει ο ίδιος πολιτικό άνοιγμα προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, προκειμένου να μη χάσει τον έλεγχο. Μένει να αποδειχθεί εάν το φλερτ θα μετεξελιχθεί σε κάποιου είδους πολιτικό γάμο.

Είναι πολλοί πλέον οι παράγοντες στον ενδιάμεσο χώρο που κρίνουν πως δεν υπάρχει η πολυτέλεια ύπαρξης τριών κομμάτων. Γι’ αυτό και θεωρούν πως πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες με στόχο της συγκρότηση ενός ισχυρού πολιτικού φορέα, ικανού να αντισταθεί στις φυγόκεντρες τάσεις. Επειδή, όμως, τέτοιες συζητήσεις γίνονται εδώ και αρκετό καιρό χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα, είναι αμφίβολο εάν και τώρα θα έχουν καλύτερη τύχη. Η Ένωση Κεντρώων δεν περιλαμβάνεται στους παραπάνω σχεδιασμούς, αλλά υφίσταται και αυτή πίεση, παρότι είναι προσωποκεντρικό κόμμα.

Ψάρεμα στα θολά νερά

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η πολιτική δυναμική που τροφοδότησε η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη θα αλλάξει την πολιτική γεωγραφία και πόσο. Κατά μία έννοια, επανέρχεται στο προσκήνιο με άλλη μορφή η παλαιότερη συζήτηση των Σαμαρά και Βενιζέλου για συγκρότηση ενός “ευρωπαϊκού μετώπου” με σκοπό τότε την ανάσχεση του ΣΥΡΙΖΑ. Το εν λόγω μέτωπο είχε κατά κάποιον τρόπο μορφοποιηθεί τις ημέρες του δημοψηφίσματος με το κίνημα “μένουμε Ευρώπη”. Η συντριπτική ήττα του, όμως, είχε θέσει άδοξο τέλος στις σχετικές ζυμώσεις.

Έξι μήνες μετά, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Έχει μεσολαβήσει η κωλοτούμπα του Τσίπρα και η προϊούσα φθορά της κυβέρνησής του, λόγω της εφαρμογής των μέτρων του 3ου Μνημονίου. Εκτός αυτού, σήμερα υπάρχει σημείο αναφοράς για τους φιλελεύθερους κι αυτός είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τηρουμένων των αναλογιών, λειτουργεί όπως λειτούργησε για το φάσμα των εύπορων φιλελεύθερων αστών τη δεκαετία του 1990 η εκλογή του Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

Τότε, ο Σημίτης είχε διευρύνει την εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ, προσελκύοντας τέτοια στρώματα και είχε κερδίσει τις εκλογές του 1996 και οριακά τις εκλογές του 2000. Τότε, όμως, δεν υπήρχε η σημερινή κρίση. Τα λαϊκά στρώματα που είχαν προσδεθεί εκλογικά στο ΠΑΣΟΚ λόγω των πολιτικών του Ανδρέα Παπανδρέου, συνέχισαν κατά κανόνα να παραμένουν σ’ αυτό και επί Σημίτη, παρότι η προσωπικότητα και το στυλ του νέου αρχηγού δεν τους ενέπνεε.

Αντιθέτως, σήμερα η κρίση έχει αποσαρθρώσει σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές κομματικές ταυτίσεις. Μ’ αυτή την έννοια, ο δρόμος του Κυριάκου Μητσοτάκη θα είναι πιο δύσβατος. Τα πολιτικά διλήμματα που θα κληθεί σύντομα να απαντήσει ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα έχουν άμεσες επιπτώσεις στην εκλογική επιρροή της ΝΔ.

Τα εύπορα φιλελεύθερα αστικά στρώματα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εκλογή Μητσοτάκη δεν αρκούν αριθμητικά για να τον κάνουν πρωθυπουργό. Το κέντρο βάρους στις εθνικές εκλογές είναι διαφορετικό από το αντίστοιχο της πρόσφατης κομματικής εκλογής. Με άλλα λόγια, για να κερδίσει η ΝΔ πρέπει να προσελκύσει ένα σημαντικό τμήμα από τη μικρομεσαία “θάλασσα”, η οποία πιέζεται αφόρητα από την κρίση και στην πλειονότητά της κινδυνεύει να πέσει στον γκρεμό ή και έχει ήδη πέσει. Εάν κερδίσει τις επόμενες εκλογές, αυτό θα συμβεί επειδή θα τις χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο φιλελεύθερος πολιτικός λόγος του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να γοητεύει τους φιλελεύθερους αστούς, αλλά στα μάτια της πολυπληθούς αυτής κατηγορίας μικρομεσαίων ψηφοφόρων θα δοκιμασθεί όταν προσεχώς θα κληθεί να απαντήσει κρίσιμα ερωτήματα, με πρώτο το Ασφαλιστικό. Δεν είναι τυχαίο ότι δήλωσε πως δεν θα το ψηφίσει και ζήτησε την ανάκληση του σχεδίου Κατρούγκαλου και την έναρξη κοινωνικού διαλόγου από μηδενική βάση. Ας σημειωθεί ότι ένα μεγάλο τμήμα της μικρομεσαίας “θάλασσας” ψήφιζε παραδοσιακά τη ΝΔ, στο πλαίσιο του ιδιότυπου κοινωνικού συμβολαίου που ιστορικά είχε συνάψει μαζί της ο καραμανλισμός.

Από αδράνεια αρκετοί παραμένουν προσκολλημένοι στην παράταξη. Όσοι είχαν στραφεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ βλέπουν τις ελπίδες τους να διαψεύδονται και στην απόγνωσή τους εξ αντιδιαστολής πιθανώς να επιστρέψουν. Αντιθέτως, όσοι έχουν στραφεί προς τη Χρυσή Αυγή δεν έχουν αντίστοιχο λόγο.

Στο μέγαρο Μαξίμου προτιμούσαν τον Μεϊμαράκη και το έδειξαν χοντροκομμένα, κατά τρόπο που αποδυνάμωσε την υποψηφιότητά του. Ο Τσίπρας και οι επιτελείς του θεωρούσαν πως μαζί του θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα κλίμα σχετικής συναίνεσης, το οποίο θα διευκόλυνε την κυβέρνηση στις πολιτικές και κοινοβουλευτικές δοκιμασίες που έχει μπροστά της.

Όταν, όμως, φάνηκε η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη άρχισαν να βλέπουν την άλλη όψη του νομίσματος. Στο μέγαρο Μαξίμου ανακάλυψαν ότι με αντίπαλο το νεοφιλελεύθερο νέο αρχηγό της ΝΔ μπορούν να χαράξουν μία πειστική διαχωριστική ιδεολογικοπολιτική γραμμή, την οποία δύσκολα θα μπορούσαν να υπερβούν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ και άλλοι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι, οι οποίοι αντιτίθενται στο νεοφιλελευθερισμό. Ναι μεν, λοιπόν, η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη θα προσελκύσει φιλελεύθερους του ενδιάμεσου χώρου, αλλά στο κλίμα της πόλωσης, οι άλλοι θα υποχρεωθούν, παρά τη δυσαρέσκειά τους, να παραμείνουν εκλογικά στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο πολιτικός υπολογισμός δεν είναι παντελώς αβάσιμος, αλλά παρακάμπτει το σημαντικότερο: Η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου συρρικνώνει με ταχύ ρυθμό την πολιτική επιρροή και την εκλογική βάση στήριξης της κυβέρνησης Τσίπρα. Ακριβώς γι’ αυτό καθιστά μετέωρους τέτοιους σχεδιασμούς. Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μην προσφέρει προσδοκία, αλλά τουλάχιστον είναι στην αντιπολίτευση. Όπως φάνηκε, μάλιστα, από τη στάση του για το Ασφαλιστικό, η ρητορική του εναντίον του λαϊκισμού δεν φαίνεται να μετατρέπεται σε πράξεις. Αυτό σημαίνει ότι σκοπεύει να κερδίσει τις εκλογές, ψαρεύοντας στα θολά νερά της τόσο δύσκολης εποχής μας.

Τα ανοικτά μέτωπα της ΕΕ

Όπως συμβαίνει πάντα σε κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που και οι σημερινοί ένοικοι του μεγάρου Μαξίμου ελπίζουν πως τελικώς θα εξέλθουν αλώβητοι από τις κρίσιμες κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες, θα ολοκληρώσουν εγκαίρως την 1η αξιολόγηση και ως εκ τούτου θα έχουν τη δυνατότητα από τον Μάιο να κινηθούν σε λιγότερο δυσμενές περιβάλλον και στο εσωτερικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Προς το παρόν, πάντως, η κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με κινούμενη άμμο όσον αφορά τις προθέσεις και τις αντιθέσεις στους κόλπους των δανειστών, γεγονός που την υποχρεώνει να σχοινοβατεί: Από τη μία πλευρά επείγεται να τελειώσει με την αξιολόγηση. Όπως δήλωσε και ο Δραγασάκης, το όριο της κυβέρνησης είναι όσα συμφωνήθηκαν το καλοκαίρι. Δεν πρόκειται, δηλαδή, να δεχθεί πρόσθετες απαιτήσεις, όπως αυτές του ΔΝΤ.

Από την άλλη πλευρά, το Μαξίμου ελίσσεται, κάνοντας κάποιες υποχωρήσεις ειδικά προς τους αγρότες, με σκοπό να κερδίσει χρόνο και να εκτονώσει τις κινητοποιήσεις τους. Ταυτοχρόνως, αφενός προωθεί προς ψήφιση το λεγόμενο “παράλληλο πρόγραμμα”, αφετέρου αναμένεται να τροφοδοτήσει με νέες κινήσεις το μέτωπο εναντίον της διαπλοκής και της διαφθοράς, ώστε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης.

Όπως, όμως, έδειξε η πρόσφατη δημοσκόπηση της MRB, την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων κατέλαβε η ΝΔ. Αν και πρέπει να συνυπολογισθεί πως η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται, ίσως, στη δυσκολότερη στιγμή της, η καταγραφόμενη ανατροπή στο εκλογικό σώμα δεν φαίνεται να είναι συγκυριακή. Η οικονομική πίεση που δέχονται μεγάλα τμήματα του πληθυσμού διαψεύδει ελπίδες και προσδοκίες, γεγονός που με τη σειρά του προκαλεί μεγάλα ρήγματα στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως έχουμε προαναφέρει, το κρίσιμο ζήτημα είναι το εάν θα ολοκληρωθεί εγκαίρως η 1η αξιολόγηση και χωρίς να προκαλέσει κοινωνική ανάφλεξη. Εάν συμβεί αυτό, οι κυβερνητικές ελπίδες δεν θα είναι αβάσιμες. Τα πολύ δύσκολα θα είναι πίσω όσον αφορά τις νομοθετικές παρεμβάσεις. Επίσης, με την άρση της διάχυτης σήμερα αβεβαιότητας θα βελτιωθεί πολύ το οικονομικό κλίμα και βεβαίως η ελληνική οικονομία θα επωφεληθεί από μία ισχυρή ώθηση που θα δώσει το φετινό τουριστικό ρεύμα. Κι αυτό παρότι η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά το τουριστικό ρεύμα που σε άλλες συνθήκες θα εμφάνιζε εκρηκτική άνοδο.

Η κυβέρνηση Τσίπρα δικαιολογημένα θεωρεί πως και οι πολιτικές εξελίξεις στο ευρωπαϊκό επίπεδο την ευνοούν. Οι εκλογές στην Πορτογαλία και στην Ισπανία εκ των πραγμάτων διαφοροποιούν τους μέχρι προσφάτως υφιστάμενους πολιτικούς συσχετισμούς. Για την ακρίβεια στέλνουν το μήνυμα ότι η Ευρωζώνη δεν μπορεί να συνεχίσει όπως μέχρι τώρα. Μπορεί η νέα αριστερόστροφη πορτογαλική κυβέρνηση να διαπερνάται από έντονες αντιφάσεις, αλλά ο σχηματισμός της εκ των πραγμάτων αποτελεί έμπρακτη αμφισβήτηση του κυρίαρχου δόγματος της λιτότητας.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ισπανία ήρθε να επικυρώσει και να ενισχύσει πολιτικά το κύμα αμφισβήτησης, έστω και αν δημιουργεί πρόβλημα στον σχηματισμό κυβέρνησης. Τα δύο αυτά βαρυσήμαντα γεγονότα στον ευρωπαϊκό Νότο δίνουν το πολιτικό περιθώριο στον Ιταλό πρωθυπουργό Ρέντσι και δευτερευόντως στον Γάλλο πρόεδρο Ολάντ να κάνουν ένα βήμα παραπέρα. Από τη θεωρητική κριτική στο δόγμα της λιτότητας να θέσουν θέμα τουλάχιστον χαλάρωσής του, αν όχι ανατροπής του. Οι εξελίξεις στην Ιβηρική δημιουργούν εκ των πραγμάτων μία ισχυρή βάση στήριξης για μία τέτοια πολιτική πρωτοβουλία.

Εάν το Βερολίνο επιχειρήσει να καταστείλει τις διογκούμενες τάσεις αμφισβήτησης που εκδηλώνονται στον ευρωπαϊκό Νότο, αυτή τη φορά απέναντι δεν θα έχει την απομονωμένη, άπειρη και γεμάτη ιδεοληψίες και αυταπάτες κυβέρνηση Τσίπρα, όπως συνέβαινε το πρώτο εξάμηνο του 2015. Δυνητικά θα έχει απέναντί της ένα άτυπο αλλά ισχυρό μέτωπο, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με τους εκβιασμούς που αντιμετώπισε την Αθήνα.

Το γενικότερο κλίμα, άλλωστε, είναι πολύ διαφορετικό απ’ ότι ήταν πριν ένα χρόνο. Σήμερα, η ΕΕ έχει να διαχειρισθεί πολλά ανοικτά μέτωπα:

  • Το πρώτο και σημαντικότερο μέτωπο είναι το προσφυγικό-μεταναστευτικό, το οποίο συνεχίζει να την διχάζει.
  • Το δεύτερο μέτωπο είναι η αβεβαιότητα για το δημοψήφισμα που θα κρίνει την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στη σύνοδο κορυφής του Φεβρουαρίου 2016 διευκολύνει τον Κάμερον να κάμψει το ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα. Παρόλα αυτά, η έκβαση του δημοψηφίσματος (χρονικά τοποθετείται τον Ιούνιο 2016) δεν είναι δεδομένη, παρότι η συμφωνία δημιούργησε προηγούμενο ειδικής μεταχείρισης. Εάν, όπως πιθανολογείται, το παράδειγμα της Βρετανίας ακολουθήσουν και άλλες χώρες-μέλη το αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα είναι το ξήλωμα του πουλόβερ.
  • Το τρίτο ανοικτό μέτωπο για το ευρωιερατείο είναι η αναταραχή στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, με αιχμή τις ισχυρές πιέσεις που ασκούνται στην Deutsche Bank. Το Βερολίνο προσπαθεί να υποβαθμίσει το πρόβλημα, αλλά είναι σαφές πως η πληγή παραμένει ανοικτή. Προφανώς, η αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης θα επιδείνωνε την κατάσταση, αυξάνοντας τον συστημικό κίνδυνο. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι Αγορές ξαναθυμήθηκαν στους “σκελετούς” της Deutsche Bank και εκτόξευσαν στα ύψη τα CDS, λόγω του γεγονότος ότι τον τελευταίο καιρό Γερμανοί αξιωματούχοι είχαν αμφισβητήσει εντόνως την πολιτική του Ντράγκι. Υπενθυμίζουμε πως ήταν ο Ντράγκι που το 2012 είχε αναχαιτίσει τις επιθέσεις των Αγορών εναντίον της Ευρωζώνης και ειδικά εναντίον της Deutsche Bank, δηλώνοντας πως θα κάνει ό,τι χρειάζεται.
  • Το τέταρτο ανοικτό μέτωπο είναι ο πόλεμος στη Συρία και ο κίνδυνος να κλιμακωθεί εάν η Τουρκία κάνει πράξη την απειλή της και εισβάλει. Μπορεί να μην αφορά άμεσα την Ευρώπη, αλλά την επηρεάζει σημαντικά και όχι μόνο λόγω του προσφυγικού ρεύματος.

Το γεμάτο προκλήσεις ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο κρύβει και κινδύνους και ευκαιρίες για την Ελλάδα. Εκ των πραγμάτων, όμως, προκαλεί ρήγματα στο ιδιότυπο “καθαρτήριο” στο οποίο έχει απομονωθεί η Αθήνα. Κατ’ επέκτασιν, υπάρχουν οι προϋποθέσεις διεύρυνσης των περιθωρίων κινήσεων του Τσίπρα.

Η οικουμενική και οι εκλογές

Επισήμως, η αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος δεν συνδέεται με τους χειρισμούς στο μέτωπο του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Στην πράξη, όμως, πρόκειται για αλληλοεπηρεαζόμενα ζητήματα. Είναι ξεκάθαρο πως η Ελλάδα έχει καταστεί το πειραματόζωο και στα δύο ανοικτά μέτωπα της ΕΕ. Προς το παρόν, όμως, η χώρα μας καλείται να επωμισθεί ένα δεύτερο αβάσταχτο φορτίο για να μην επιβαρυνθούν οι άλλοι πολύ πιο πλούσιοι εταίροι.

Με τους Ευρωπαίους να μετατρέπουν την Ελλάδα σε αποδιοπομπαίο τράγο, με τους δανειστές να προβάλουν μαξιμαλιστικές αξιώσεις και με κοινωνική αναταραχή στο εσωτερικό, ο Τσίπρας καλείται να ισορροπήσει σ’ ένα σύνθετο και ολισθηρό πολιτικό περιβάλλον. Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s δεν έχει άδικο, όταν επισημαίνει πως το πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα παραμένει υψηλό.

Η πορεία της οικονομίας είναι όμηρος της αξιολόγησης και η αξιολόγηση εξαρτάται εκ των πραγμάτων από τις προθέσεις των δανειστών. Η Κομισιόν δεν συμμερίζεται πάντα τις ακραίες απαιτήσεις του ΔΝΤ. Στο Eurogroup, όμως, είναι πολλοί αυτοί που εκμεταλλεύονται τον μαξιμαλισμό του Ταμείου για να σφίξουν τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Έτσι εξηγείται και το γεγονός πως στο τέλος τα βρίσκουν μεταξύ τους.

Προς το παρόν, η κυβέρνηση προσπαθεί να ελιχθεί για να σπάσει τον κλοιό που έχει προκύψει από τις κινητοποιήσεις των αγροτών, από τις απαιτήσεις των δανειστών και από τον εγκλωβισμό στην Ελλάδα δεκάδων χιλιάδων προσφύγων και παράνομων μεταναστών. Ταυτοχρόνως, για να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης και να αμβλύνει τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια προωθεί προς ψήφιση το λεγόμενο “παράλληλο πρόγραμμα” και αναμένεται να εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της στο μέτωπο εναντίον της διαπλοκής και της διαφθοράς.

Μέχρι πρότινος, είχαν πεισθεί πως ο Τσίπρας είναι ο μόνος παίκτης στην πολιτική σκηνή και ως εκ τούτου ήταν υποχρεωμένοι να διαπραγματευθούν μαζί του για να αποτραπούν χαοτικές εξελίξεις. Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ άλλαξε τον τρόπο που τουλάχιστον ορισμένοι κύκλοι του ευρωιερατείου έβλεπαν τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Θεωρούν ότι υπάρχει πια εναλλακτική λύση.

Ο αρχικός ενθουσιασμός, όμως, σε κάποιο βαθμό εξατμίσθηκε όταν η ΝΔ ανακοίνωσε πως όχι μόνο δεν θα ψηφίσει τις δρομολογούμενες αλλαγές στο Ασφαλιστικό, αλλά και ότι το σχέδιο Κατρούγκαλου πρέπει να αποσυρθεί και να αρχίσει διάλογος από μηδενική βάση. Όσο και αν στο ευρωιερατείο κατανοούν τις κομματικές σκοπιμότητες του Κυριάκου Μητσοτάκη, προτεραιότητά τους είναι η εφαρμογή του προγράμματος. Γι’ αυτό και μετά την αρνητική στάση της ΝΔ κάνουν δεύτερες σκέψεις, οι οποίες εξ αντιδιαστολής σταθεροποιούν τη θέση του Τσίπρα.

Στην περίπτωση, όμως, που οι δανειστές επιμείνουν σε μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια αντοχής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αναπόφευκτα θα δρομολογηθούν πολιτικές εξελίξεις, παρότι ο Τσίπρας θα εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για να ολοκληρωθεί η 1η αξιολόγηση. Εάν η κυβέρνηση σκοντάψει στη Βουλή, θα επανέλθει στο τραπέζι το σενάριο σχηματισμού από τη σημερινή Βουλή μίας κυβέρνησης του λεγόμενου “ευρωπαϊκού τόξου”.

Στα τέλη του 2015, ο Τσίπρας θεωρούσε πως η κυβέρνησή του είχε δυνάμει κοινοβουλευτικές εφεδρείες. Η αρνητική στάση και του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού έναντι της κυβέρνησης είχε από νωρίς πείσει το μέγαρο Μαξίμου πως από τα δύο αυτά κόμματα του ενδιάμεσου χώρου δεν είχε να περιμένει χείρα βοηθείας εάν την χρειαζόταν. Γι’ αυτό και έκανε πολιτικό άνοιγμα προς τον Λεβέντη, μετατρέποντάς τον εκ των πραγμάτων σε δυνητικό ρυθμιστικό παράγοντα.

Ο αρχηγός της Ένωσης Κεντρώων όχι μόνο απολαμβάνει τον απροσδόκητο αυτό ρόλο, αλλά και με αλλεπάλληλες δημόσιες παρεμβάσεις τροφοδοτεί σενάρια και δημιουργεί πολιτικές εντυπώσεις. Ο άλλοτε γραφικός έχει μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό παίκτη. Επισήμως δηλώνει πως πρέπει να σχηματισθεί οικουμενική κυβέρνηση. Εάν πράγματι το εννοεί ή προβάλει αυτή τη θέση για να αποσπάσει υπέρμετρα πολιτικά ανταλλάγματα, θα φανεί εάν και όποτε η κυβέρνηση Τσίπρα χρειασθεί την Ένωση Κεντρώων για να επιβιώσει. Όσο, όμως, η κυβέρνηση χάνει εκλογικό έδαφος τόσο μειώνονται οι πιθανότητες ο Λεβέντης να συμπράξει για να την διασώσει.

Παρά τη σχετική φιλολογία, το σενάριο της οικουμενικής, ή ακριβέστερα της κυβέρνησης του λεγόμενου “ευρωπαϊκού τόξου”, συγκεντρώνει λιγότερες πιθανότητες υλοποίησης απ’ όσες εκ πρώτης όψεως δείχνει. Ο Τσίπρας ενδεχομένως να το συζητούσε εάν εξασφάλιζε πως θα παραμείνει στην πρωθυπουργία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως, έχει αποκλείσει όχι μόνο να συμμετάσχει σε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τσίπρα, αλλά και να συνεργασθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε οικουμενική κυβέρνηση με άλλο πρωθυπουργό. Εάν για οποιονδήποτε λόγο χάσει τη δεδηλωμένη θα προτιμήσει να πάει σε εκλογές, ακόμα και εάν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως θα τις χάσει. Η επιλογή της εξόδου τουλάχιστον θα σταματήσει την εν εξελίξει εκλογική συρρίκνωσή του, θα του επιτρέψει να παραμείνει υπολογίσιμη πολιτική δύναμη και από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ίσως καταφέρει να ανασυγκροτηθεί ιδεολογικοπολιτικά.