Σε αποφασιστική καμπή

Λουκάς Αξελός
43

Το 2014 θα είναι -κατά κοινή ομολογία- έτος καμπής για τις τύχες της Ελλάδας. Θα είναι, όμως, και η χρονιά που η μαχόμενη Αριστερά θα δοκιμαστεί σκληρά στο αν μπορεί από αμυντικό κίνημα διαμαρτυρίας και υπεράσπισης λαϊκών αιτημάτων να αναχθεί σε ηγεμονική δύναμη του υπό διαμόρφωση εθνικού-λαϊκού μπλοκ και καταλύτης στην ανατροπή του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας. Εν όψει, λοιπόν, της αναπόφευκτης αναμέτρησης ήρθε η ώρα να στοχασθούμε για τα μεγάλα διακυβεύματα και να μετρήσουμε το έχειν μας. Σε κάθε περίπτωση όπως θα έλεγε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης «Η θέση όπου είμαστε εδώ είναι τοιούτη· και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς».

Αν και έχω στο παρελθόν αναφερθεί, θεωρώ χρήσιμο να σταθώ σε κάποιες διαπιστώσεις που η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει και που χωρίς την συστηματική και συνδυαστική συμπερίληψή τους στην καθόλου προβληματική μας ο οιοσδήποτε σχεδιασμός καθίσταται ατελής ή ανεπαρκής.

Η πρώτη διαπίστωση σχετίζεται με το γεγονός ότι ο εξ Ανατολών γείτονάς μας αποτελεί μιαν εξαιρετικά προβληματική-επιθετική περίπτωση, που δημιουργεί αναστάτωση σε όλη την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Η δεύτερη είναι, ότι, καίτοι πληγωμένοι, οι Αμερικανοί εξακολουθούν να είναι τα αφεντικά στην περιοχή.

Η τρίτη είναι ότι το Βερολίνο είναι και θα είναι αμείλικτο. Ότι δεν σκοπεύει να αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να του ξηλώσει το πουλόβερ της ευρωπαϊκής του πολιτικής και θα αντιδράσει κλείνοντας την στρόφιγγα.

Η τέταρτη είναι ότι το χάλι στο οποίο βρίσκεται ο τόπος δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και τα καθόλου εθνικά μας θέματα. Η εμφανέστατη αποδυνάμωσή μας σε αυτή την σφαίρα αυξάνει τα μέγιστα την δυνατότητα της όποιας άλλης πλευράς για επιλεγμένες παρεμβάσεις, όπως εμφανέστατα το αποδεικνύει η νέα μεθόδευση στο Κυπριακό, για προβοκάτσιες ή κάθε είδους χτυπήματα κάτω από τη ζώνη που μπορούν να οδηγήσουν σε μια νέα τραγωδία, σε ένα νέο εθνικό ακρωτηριασμό.

Τέλος, η πέμπτη είναι ότι όχι μόνον η δικομματική, αλλά και το σύνολο, σχεδόν, του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας δεν είναι απλώς χειροπόδαρα δεμένο στα μνημόνια και την ξένη εξάρτηση, αλλά έχει προτάξει ως ταξική του επιλογή αυτόν τον εθελόδουλο και λούμπεν τρόπο λειτουργείν. «Η χρηματική αριστοκρατία, με τον τρόπο πλουτισμού της, όπως και με τις απολαύσεις της, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναγέννηση του κουρελοπρολεταριάτου στα ανώτατα στρώματα της αστικής κοινωνίας», επισήμαινε ο Μαρξ και καλό είναι να μην το ξεχνάμε.

Είναι προφανές ότι ολόκληρη η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα που δεν είναι, άλλωστε, και τα μοναδικά. Το μείζον, όμως, θέμα για εμάς αυτή την στιγμή είναι τι κάνουμε ως Αριστερά. Ως Αριστερά, αλλά ποια Αριστερά; Να κάτι που αν και φαίνεται αυτονόητο, εν τούτοις δεν δείχνει να έχει συγκεκριμένα οριοθετηθεί. Σε μια συνέντευξή του στον Δημήτρη Δεληολάνη το 1988, ο Νορμπέρτο Μπόμπιο είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν υπάρχει ένας ορισμός του σοσιαλισμού και αρκέστηκε να αναφερθεί στον «δικό του».

Έχοντας επίγνωση ότι το ίδιο ισχύει και για την Αριστερά (αφού όλοι από το ΠΑΣΟΚ και την ΔΗΜΑΡ μέχρι το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.λπ. αναφέρονται σε αυτήν), ας επιχειρήσουμε να δώσουμε την δική μας προσέγγιση. Ορίζουμε ως Αριστερά τον πολιτικό και κοινωνικό χώρο, την πολιτική και κοινωνική δύναμη που μπορεί να δίνει απαντήσεις-λύσεις στα κρίσιμα διακυβεύματα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου και ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου και κοινωνικού σχηματισμού. Πάντοτε κάτω από την σκοπιά των υποτελών τάξεων και της κοινωνικής χειραφέτησης και σταθερά και αταλάντευτα υπέρ των εθνικών και κοινωνικών συμφερόντων του λαού.

Αν τα παραπάνω στοιχειωδώς ευσταθούν τότε το ζήτημα που ευθέως τίθεται είναι σε ποιο βαθμό ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε θέση να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί τα παραπάνω προβλήματα τόσο από την σκοπιά των υποτελών τάξεων, όσο και την ευρύτερη εθνική σκοπιά. Η απάντηση με βάση την υπάρχουσα κατάσταση είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε ένα επίπεδο σαφώς κατώτερο από τις απαιτήσεις των καιρών.

Έγιναν θετικά βήματα, αλλά δεν αρκούν. Είναι γεγονός ότι ένα περιορισμένης εμβέλειας αριστερό κόμμα κατόρθωσε να υπερβεί εκλογικά όχι μόνο εαυτόν, αλλά και την επιρροή συνολικά της ιστορικής Αριστεράς. Σημαντική νίκη κάτω από ομαλές συνθήκες, ευάλωτη όμως και αναστρέψιμη σε ένα ασταθές και ναρκοθετημένο περιβάλλον. Τόσο, λοιπόν, το εκλογικό αποτέλεσμα, όσο και οι εν συνεχεία εξελίξεις θέτουν μεγάλης κλίμακας καθήκοντα σε όλους και στον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα που δεν μπορεί να επαναπαυτεί στο γεγονός ότι ανεδείχθη ηγέτης της μείζονος Αριστεράς. Τουναντίον, πρέπει να θωρακιστεί σε όλα τα επίπεδα, ώστε στις επόμενες εκλογές να μπορεί με επάρκεια ως ενδεχόμενος πρωθυπουργός να σταθεί στο ύψος του εθνικού ηγέτη, ηγέτη του νέου εθνικού-λαϊκού μπλοκ που καλείται να σπάσει τα δεσμά της χώρας και της κοινωνίας.

Και εδώ είναι ακριβώς που αναφύεται μέσα από την ίδια την πραγματικότητα απειλητικό το πρόβλημα της υστέρησης και της ανεπάρκειας. Πρέπει κάποιος να εθελοτυφλεί για να μην αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά την λειτουργία του κόμματος, ότι η όλη λογική, διάρθρωση και πρακτική του αντιστοιχεί περισσότερο στον πριν το 2012 πολιτικό σχηματισμό. Ότι η αναντιστοιχία ανάμεσα στον «τακτικό στρατό» του 5% και τους «άτακτους» του υπόλοιπου 25% είναι εμφανής. Ότι η δύναμη της διάγνωσης και του καταγγελτικού λόγου ξεπέρασαν τα όριά τους.

Ο ελληνικός λαός μπορεί να μην έχει διαβάσει την 11η Θέση για τον Φόϋερμπαχ του Μάρξ, έχει όμως προφανώς μπουχτίσει από τα διαγνωστικά μπλα-μπλα. Τέλος, ότι ο κόσμος που θα μας ψηφίσει δεν θα το κάνει γιατί πείστηκε από τα προγράμματά μας, αλλά γιατί τον πνίγει η αναλγησία, αθλιότητα και εθελοδουλία της άλλης πλευράς. Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνονται ανάλογες επισημάνσεις. Δεν αντιμετωπίζονται, όμως, με την πρέπουσα υπευθυνότητα. Ορισμένοι οχυρώνονται πίσω από τους κομματικούς μηχανισμούς και σε πλήρη αναντιστοιχία με το πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό ζητούμενο ορθώνουν τον κινηματισμό, τον κορπορατισμό, τον δικαιωματισμό, τον εκτός τόπου διεθνισμό και τον συγκεκαλυμμένο ελιτισμό ως πεμπτουσία της αριστερής πολιτικής, ενώ ουσιαστικά η όλη τους συμπεριφορά και στάση τροφοδοτείται από την βαθιά ηττοπαθή πεποίθησή τους ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.

Αυτό, όμως, πέραν των άλλων, μαρτυρά ότι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την διαφορά ανάμεσα στο κόμμα και την κοινωνία. Ότι άλλο είναι το κόμμα της ριζοσπαστικής, δημοκρατικής, πατριωτικής Αριστεράς και άλλο το κατά Γκράμσι εθνικό-λαϊκό μπλοκ που μέσα σε αυτό, με πολιτικά οριοθετημένο τρόπο, το κόμμα, ως δύναμη ηθικής και πολιτικής αναμόρφωσης, επιδιώκει δημοκρατικά την ηγεμονία.

Υπάρχει περίσσεια γραπτού και προφορικού λόγου. Το ενδιαφέρον για την αριστερή εκδοχή του Filioque είναι μηδενικό. Η πραγματικότητα ωμά συμπυκνώνει όπως και 200 χρόνια πριν τα αιτήματα του ελληνικού λαού στο τρίπτυχο: εθνική ανεξαρτησία – δημοκρατία – κοινωνική δικαιοσύνη. Το έχω κατ’ επανάληψη τονίσει ότι ο αποφασιστικός κρίκος στην αλυσίδα φέρνει το όνομα Δημοκρατία.

Δεν μπορούμε να καταστρέφουμε χωρίς να δημιουργούμε. Βρισκόμαστε σε μια πολύ κρίσιμη καμπή που δεν προσφέρεται σε κανενός είδους υπεραισιοδοξίες και κορδώματα, που, όπως σωστά επεσήμανε ο Γκράμσι, δεν είναι παρά ένας τρόπος για να υπερασπίζεται κανείς την τεμπελιά του, την ανευθυνότητα και την θέλησή του να μην κάνει τίποτα.

Πρέπει να αντισταθούμε στα φαινόμενα αυτά. Οι καιροί ευνοούν τις αλλαγές. Η κατάστασή μας δεν είναι η καλύτερη, είναι όμως σαφώς αναστρέψιμη αρκεί να το θελήσουμε. Οι Άγγλοι μεταλλωρύχοι, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπόρεσαν οι ίδιοι να το πραγματώσουν, διατύπωσαν με περισσή σαφήνεια το τι και το πώς. Τα μεγάλα φαντάζουν μεγάλα, γιατί είμαστε στα γόνατα.