Αντίστροφη μέτρηση σε ΗΠΑ και Ελλάδα για εκλογές
21/01/2026
Οι κυβερνήσεις σε Ουάσιγκτον και Αθήνα ετοιμάζονται αμφότερες για κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, που ξεπροβάλλουν στο τέλος του 2026. Στις ΗΠΑ, ο χρόνος μετρά αντίστροφα ως τον Νοέμβριο, όταν θα διεξαχθούν οι καθοριστικές ενδιάμεσες βουλευτικές εκλογές, που θα διαμορφώσουν το υπόλοιπο της θητείας του Προέδρου Τραμπ.
Το αποτέλεσμα θα κρίνει αν θα μπορεί να περνά τα νομοσχέδια που θέλει ή αν θα τελματώσει και θα υποχρεωθεί να αμυνθεί ακόμη και απέναντι σε πρωτοβουλίες για την παραπομπή του για καθαίρεση. Στην Ελλάδα, η θητεία της κυβέρνησης τελειώνει επίσημα τον Μάρτιο του 2027, ωστόσο το πιθανότερο είναι να προκηρυχθούν εθνικές εκλογές κάποια στιγμή μετά το πρώτο εξάμηνο του 2026
Ένας από τους λόγους συμπίπτει με την ανάληψη της κυλιόμενης προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, κατά το β΄ εξάμηνο του 2027, όπου θα πρέπει να υπάρχει σταθερή κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή, που μπορεί να αφοσιωθεί στις πολλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ενωμένη Ευρώπη και όχι στο ενδεχόμενο νέας εκλογικής αναμέτρησης.
Και οι δύο κυβερνήσεις έχουν έναν αγώνα δρόμου μπροστά τους, προκειμένου να επικρατήσουν στις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Εάν οι εκλογές γίνονταν σήμερα, οι Ρεπουμπλικάνοι θα κινδύνευαν με απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ η Νέα Δημοκρατία σίγουρα θα έχανε την αυτονομία.
Η ρίζα της λαϊκής δυσαρέσκειας αφορά στην οικονομία. Η ακρίβεια και ο πληθωρισμός εξακολουθούν να δοκιμάζουν τις αντοχές των πολιτών, ακόμη και αν τα επίσημα οικονομικά στοιχεία δείχνουν βελτίωση της κατάστασης. Και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, σε πολλές μεγαλουπόλεις η προοπτική της απόκτησης ιδιόκτητης στέγης μοιάζει με απραγματοποίητο όνειρο, ενώ το κόστος του ενοικίου ροκανίζει όλο και μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου προϋπολογισμού.
Εν πολλοίς, ο κόσμος στην Αμερική πληρώνει ακόμη τα σπασμένα από την οικονομική πολιτική του πρώην προέδρου, Τζο Μπάιντεν, ενώ στην Ελλάδα ο λαός είναι έρμαιο των ιδεοληψιών της ΕΕ (και κατά συνέπεια της κυβέρνησης), που επηρεάζουν τους τομείς της ενέργειας και της μετανάστευσης. Παράλληλα, οι πολεμοκάπηλες διαθέσεις της ΕΕ απέναντι στην Ρωσία έχουν χαντακώσει την Γηραιά Ήπειρο σε μια παράλογη αντιπαράθεση που ήταν χαμένη εξ αρχής.
Η πολιτική Τραμπ
Στην Αμερική, ο Πρόεδρος Τραμπ δείχνει να ποντάρει στην επίτευξη μιας θεαματικής κίνησης, όπως η απόκτηση της Γροιλανδίας, για να γιορτάσει την 250η επέτειο της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ με τον πλέον φανταχτερό τρόπο. Παράλληλα, η επικαιροποίηση του δόγματος Μονρόε, μέσα από την καθεστωτική αλλαγή που προωθείται σε κράτη της Λατινικής Αμερικής, με τα οποία έχει τριβές η Ουάσιγκτον ή ακόμη και η (ασφαλώς δυσκολότερα πραγματοποιήσιμη) ανατροπή των μουλάδων στο Ιράν θα αποτελούσε επιστέγασμα της προεδρίας Τραμπ και θα του εξασφάλιζε μια ξεχωριστή θέση στην αμερικανική ιστορία, δημιουργώντας, παράλληλα, την αναγκαία φόρα εν όψει της δύσκολης εκλογικής αναμέτρησης του Νοεμβρίου.
Η εν λόγω πολιτική διαφέρει παρασάγγας από τον απομονωτισμό που διακήρυσσε νωρίτερα ο πρόεδρος, όμως είναι εντελώς συμβατή με τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του και την φαινομενική προτίμησή του για αντιφατικούς τακτικούς ελιγμούς. Ωστόσο, επειδή ο μέσος Αμερικανός ψηφίζει με γνώμονα την τσέπη του, ακόμη και αν εξασφαλίσει τους στόχους που έχει θέσει για την εξωτερική πολιτική του, για να διατηρήσει το κόμμα του την έστω και ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που κατέχει στην Βουλή, θα πρέπει η οικονομική πολιτική του Προέδρου Τραμπ να αποφέρει χειροπιαστά κέρδη στους πολίτες.
Για παράδειγμα, μολονότι οι πολυσυζητημένοι δασμοί του ενδέχεται να κηρυχθούν παράνομοι από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, οι ευνοϊκές εμπορικές συμφωνίες που έχει εξασφαλίσει και τα μέχρι τώρα έσοδα που έχει συγκεντρώσει ίσως του επιτρέψουν να στείλει ένα έκτακτο οικονομικό βοήθημα στους πολίτες, που σε συνδυασμό με κάποιες φορολογικές ελαφρύνσεις που ψηφίστηκαν πέρσι, να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η οικονομία πάει καλύτερα. Αν μάλιστα κατορθώσει να πετύχει τους στόχους του στην εξωτερική πολιτική, παράλληλα με το οικονομικό πακέτο που σχεδιάζει για να δώσει φέτος, οι πιθανότητές του να ανακόψει την επέλαση των Δημοκρατικών και να διατηρήσει την υπεροχή του για το υπόλοιπο της θητείας του αυξάνονται.
Το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, τα πράγματα δεν μοιάζουν τόσο στρωτά. Παρά την πρωτοφανή ανυπαρξία της παραδοσιακής αντιπολίτευσης, το κόμμα Καρυστιανού παρουσιάζει μια πρωτοφανή δυναμική. Μολονότι είναι ακόμη νωρίς για να διεξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, η συσσωρευμένη λαϊκή αγανάκτηση με το σύστημα Μητσοτάκη, σε συνδυασμό με την χαρισματικότατα της κας Καρυστιανού συνηγορούν υπέρ της εκτόξευσης του υπό διαμόρφωση κόμματος στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Εάν, μάλιστα, συνδυασθεί με την κάθοδο ενός γνησίου λαϊκού δεξιού κόμματος υπό την ηγεσία του κ. Αντώνη Σαμαρά, η ΝΔ ενδέχεται να χάσει όχι μόνο την αυτοδυναμία, αλλά αυτή τούτη την δυνατότητα συμμετοχής σε κυβερνητικό συνασπισμό.
Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, όλα δείχνουν ότι η βούληση του λαού είναι να προκύψει μια κυβέρνηση συνεργασίας. Αυτό είναι κάτι αρκετά ασυνήθιστο για την ελληνική πολιτική σκηνή, με την τελευταία εμπειρία του 2015-2019 να αφήνει πίσω την πικρή γεύση της Συμφωνίας των Πρεσπών και του 3ου μνημονίου, ωστόσο, από την στιγμή που πολλοί θεωρούν ότι η περίοδος της μεταπολίτευσης βρίσκεται στο ιστορικό τέλος της, τα συγκεκριμένα εκλογικά αποτελέσματα μπορεί να αποτελούν ένα ακόμη βήμα προς την “νέα μεταπολίτευση”, που θα αναδυθεί για να λύσει τα προβλήματα που αφήνει πίσω της η φθίνουσα.
Το πιθανότερο είναι ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο εκλογικές αναμετρήσεις για να σχηματιστεί βιώσιμη κυβέρνηση, που σημαίνει ότι η Ελλάδα θα εισέλθει σε ένα διάστημα πολιτικής αβεβαιότητας ή ακόμη και ακυβερνησίας, ώσπου να ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάδειξης νέα κυβέρνησης, με όποιους κινδύνους συνεπάγονται.
Αν συνυπολογίσει κανείς την γενικότερη αβεβαιότητα που πηγάζει από την πρωτοφανή αντιπαράθεση ΗΠΑ-ΕΕ και την γεωπολιτική απίσχναση της ΕΕ με την σταδιακή επικράτηση της Ρωσίας στην σύρραξη με την Ουκρανία, η κατάσταση στην Ευρώπη αποδεικνύεται ιδιαιτέρως ρευστή και αρκετά επικίνδυνη. Τόσο τα παλιά κόμματα, όσο και τα νέα που αναδύονται, θα πρέπει να εκπονήσουν έκτακτα σχέδια για την αντιμετώπιση μιας ευρύτερης κρίσης στην ΕΕ. Όπως γνωρίζουμε εκ πικράς πείρας, όταν η ΕΕ περνάει μέσα από κρίσεις, οι συνέπειες βιώνονται πιο έντονα στους πιο αδύναμους κρίκους, στους οποίους έχει δείξει ότι ανήκει η Ελλάδα.
Όπως και να’ χει, κάθε μέρα που περνάει φέρνει την Ουάσιγκτον και την Αθήνα όλο και πιο κοντά σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, γεγονός που δεν μπορούν να παραβλέψουν οι σημερινές κυβερνήσεις. Κάθε απόφαση και κάθε πρωτοβουλία που θα λαμβάνεται, αναπόφευκτα θα έχει τις δύσκολες εκλογές αυτές στην εξίσωση. Ας ελπίσουμε ότι το ενδεχόμενο της απώλειας της εξουσίας δεν θα ωθήσει τους σημερινούς κατόχους της σε σπασμωδικές κινήσεις και άφρονες αποφάσεις, που δεν εξυπηρετούν το εθνικό συμφέρον.





