Μπορεί να ξεφύγει από τα σκάνδαλα ο Μητσοτάκης;
29/03/2026
Η τριλογία των σκανδάλων – υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη – που επικρέμεται πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο που διαμορφώνει ο πόλεμος και οι οικονομικές συνέπειες, αναδεικνύουν το ερώτημα για το εάν θα διαφύγει ξανά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Μέχρι και τις εκλογές του 2023 τα σκάνδαλα ήταν ψιλή βροχή επάνω από το Μέγαρο Μαξίμου. Μετά τις ευρωεκλογές, όμως, το κλίμα στην κοινωνία έχει αλλάξει. Οι υποθέσεις πλέον δεν ξεπερνιούνται, αντίθετα επανέρχονται και επικάθονται σαν διαφορετικές στρώσεις ενός ιζήματος, αυξάνοντας το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών μετά την γενναία απόφαση του πρωτοδίκη Νίκου Ασκιανάκη μπορεί να λειτουργήσει σαν θρυαλλίδα των πολιτικών εξελίξεων. Η διαρροή ότι “θεωρείται casus belli κάθε διαφοροποίηση στο θέμα των υποκλοπών ” – από τους υπουργούς και βουλευτές της ΝΔ – είναι ενδεικτικό της απειλής που αισθάνεται το Μαξίμου.
Θρυαλλίδα οι υποκλοπές
Εάν οι υποκλοπές είναι υπόθεση που αφορά ιδιώτες, τότε οι τέσσερις πρωτοδίκως καταδικασθέντες θα πρέπει επιπλέον να διωχθούν για κατασκοπεία. Η αδράνεια της κυβέρνησης δείχνει ενοχή. Θα ήταν αδιανόητη για οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, εκτός από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όπως το έθεσαν οι πολιτικοί αρχηγοί, πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να ανέχεται την υποκλοπή κρίσιμων στοιχείων που αφορούν την κρατική ασφάλεια, από έναν πρώην συνταγματάρχη των ενόπλων δυνάμεων του Ισραήλ;
Πόσα από τα στοιχεία των παρακολουθήσεων έχουν φθάσει σε μία ξένη κυβέρνηση – έστω και του φιλικού για τον Μητσοτάκη – Νετανιάχου; Εάν πάλι είναι κρατική υπόθεση, τότε έχει ευθύνη προσωπικά ο πρωθυπουργός για την παρακολούθηση των υπουργών του, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, της Δικαιοσύνης και των πολιτών αρχηγών.
Ο καταδικασθείς Ταλ Ντίλιαν έχει δηλώσει στο Mega αλλά και στο Reuters ότι η εταιρεία του η Ιntellexa προμήθευε το λογισμικό των παρακολουθήσεων σε κυβερνήσεις, άρα στην ΕΥΠ, ή σε άλλη κρατική υπηρεσία και ότι “δεν θα γίνει το εξιλαστήριο θύμα”. Έκανε μάλιστα ευθεία αναφορά στον Νίξον και στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, υπονοώντας σαφώς ότι η υπόθεση μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Από ό,τι έδειξε, δεν έχει καμία διάθεση να εκτίσει την πρωτόδικη απόφαση (126 χρόνια, τα οκτώ εκτίσιμα). Εάν δεν βρει άλλη διέξοδο είναι πολύ πιθανό να παρουσιάσει την σύμβαση που έχει συνάψει η εταιρεία του με το ελληνικό δημόσιο και ό,τι άλλα στοιχεία έχει φυσικά στην διάθεσή του. Η υπόθεση θα πάει στο Εφετείο και η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να ελέγξει την σύνθεση για να την κουκουλώσει στο δευτεροβάθμιο επίπεδο, κατά την συνήθη πρακτική της. Μετά όμως το παράδειγμα Ασκιανάκη θα είναι πιο δύσκολο, ενώ μέχρι να φθάσει εκ νέου στο ακροατήριο, αλλά και κατά την ακροαματική διαδικασία, θα αποκαλύπτονται διάφορες πτυχές για τον ρόλο του Μαξίμου.
Με την πλάτη στον τοίχο
Σύντομα, ίσως και μέσα στην επόμενη εβδομάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθεί αντιμέτωπος με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην Βουλή για τους θεσμούς και το κράτος δικαίου, που του καταλογίζουν προσωπική και ενδεχομένως ποινική ευθύνη.
Ακόμη και ο συνήθως προσεκτικός Δημήτρης Κουτσούμπας δήλωσε ότι θεωρεί προσωπικά υπεύθυνο τον Μητσοτάκη. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με μία σειρά αναπάντητα ερωτήματα για τον ρόλο του στην υπόθεση. Εάν επικαλεστεί ξανά τις χρόνιες παθογένειες θα γίνει καταγέλαστος, όπως και εάν προσπαθήσει να διαφύγει με προτάσεις για θεσμικές αλλαγές. Το πιθανότερο είναι ότι θα επικαλεστεί το απόρρητο των κρατικών υποθέσεων…
Θα προσφύγει ο Σαμαράς
Σημασία έχει και ποιοι από τους παρακολουθούμενους θα προσφύγουν στην δικαιοσύνη με μηνύσεις μετά την πρωτόδικη απόφαση. Ήδη οι κορυφαίοι υπουργοί, Νίκος Δένδιας, Κωστής Χατζηδάκης, Άδωνις Γεωργιάδης, ευτελίζονται με την αδράνεια που επιδεικνύουν. Τρεις δελφίνοι δίχως συναίσθηση και διάθεση προστασίας του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου. Η υπόνοια ότι “κάποιοι τους κρατάνε” είναι βαριά.
Φυσικά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει να αναδεικνύει την υπόθεση στο δικαστικό και πολιτικό επίπεδο. Σύμφωνα με πληροφορίες, και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς φέρεται να έχει πάρει την απόφαση να προσφύγει από την στιγμή που όπως είπε “οι υποκλοπές τον αφορούν μετά την απόφαση του δικαστηρίου”, βάζοντας το ειδικό πολιτικό του βάρος στην απαίτηση για διαλεύκανση της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση ο Σαμαράς θα αναδείξει πολιτικά την υπόθεση, επαναφέροντας τα ερωτήματα που θέλει να αποφύγει το κυβερνητικό επιτελείο.
Στα καθαρογραμμένα πρακτικά της δίκης των τεσσάρων ιδιωτών για την υπόθεση αναφέρεται επανειλημμένως το όνομα του Γρηγόρη Δημητριάδη, που απομακρύνθηκε από την θέση του γραμματέα του πρωθυπουργού, με την επίκληση της τοξικότητας της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι πληροφορίες από τα γαλάζια παρασκήνια λένε ότι ούτε εκείνος έχει καμία διάθεση να γίνει αποδιοπομπαίος τράγος.
ΟΠΕΚΕΠΕ και Τέμπη
Η δεύτερη υπόθεση από την οποία δεν θα ξεφύγει το Μέγαρο Μαξίμου είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως δήλωσε η Λάουρα Κοβέσι. Περί τους 14 βουλευτές, μεταξύ των οποίων (ξανά) οι δύο πρώην υπουργοί Λευτέρης Αυγενάκης και Μάκης Βορίδης θα βρεθούν κατηγορούμενοι για ηθική αυτουργία σε παρακίνηση για παράνομες πράξεις. Το Μαξίμου έχει ήδη διαρρεύσει ότι θα εγκρίνει την άρση ασυλίας τους. Έτσι όμως η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα εξαρτάται από έναν αριθμό υπό εξέταση βουλευτών.
Άλλωστε, και εκείνοι όταν φθάσουν οι υποθέσεις τους στο ακροατήριο, δύσκολα θα κρατήσουν κλειστό το στόμα τους. Όσο θα ξετυλίγεται ο μίτος, τόσο θα φαίνεται η εμπλοκή του Μαξίμου και πιθανώς και του πρωθυπουργού. Τόσο οι υποκλοπές, όσο και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, μπορεί να ξεπεράσουν τον βίο της κυβέρνησης και να κυνηγούν τον Μητσοτάκη και μετά τις εκλογές.
Με την γνωστή προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης λειτουργεί η κυβέρνηση και στην δίκη των Τεμπών που διακόπηκε με την έναρξη. Η διαμόρφωση της ακατάλληλης αίθουσας είναι μέρος του κυβερνητικού σχεδιασμού. Ωστόσο η μεγάλη δημοσιότητα που έχει η υπόθεση και η αυξημένη κοινωνική ευαισθησία, καθιστά την κυβέρνηση διαρκώς υπόλογη απέναντι στην κοινή γνώμη. Κατά την ακροαματική διαδικασία θα επιστρέψουν και οι πολιτικές ευθύνες, όπως και η μεθόδευση της συγκάλυψης από την πλευρά της κυβέρνησης και (ξανά) του πρωθυπουργού που την χειρίστηκε προσωπικά. Άλλωστε θα είναι εκεί διαρκώς παρούσες, τόσο η Ζωή Κωνσταντοπούλου, όσο και η Μαρία Καρυστιανού, για να υπενθυμίζουν και να αναδεικνύουν την πολιτική διάσταση.
Εισηγήσεις για πρόωρες εκλογές
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επανέρχονται τα σενάρια πρόωρων εκλογών παρά την διαβεβαίωση περί εξάντλησης της τετραετίας από τον ητσοτάκη. Είναι παράταιρη η επίκληση της “θεσμικότητας” από έναν πρωθυπουργό που έχει καταστρατηγήσει κάθε άρθρο του Συντάγματος στην διαδικασία μετάλλαξης της κυβερνητικής εξουσίας, σε ένα σύστημα με χαρακτηριστικά προσωποπαγούς καθεστώτος.
Πληθαίνουν οι εισηγήσεις να πάει σε εκλογές όσο ακόμη διατηρεί το προβάδισμα, πριν εξαϋλωθεί από τα εν εξελίξει σκάνδαλα και πριν ετοιμαστούν τα νέα κόμματα. Και κυρίως όσο ακόμη έχει το προβάδισμα, ώστε να είναι καθοριστικός παράγοντας στον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Εάν κάτι θεωρείται βέβαιο είναι ότι δεν θα προσφύγει σε εκλογές πριν διορίσει τον Ιούνιο τον επόμενο πρόεδρο και εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε μία προσπάθεια να διατηρήσει τον έλεγχο στην δικαιοσύνη και να καλύψει τα νώτα του και μετά την αποχώρησή του από την πρωθυπουργία. Και φυσικά να διορίσει και τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας. Το χρονικό όριο του Ιουνίου ενισχύει το σενάριο για προσφυγή τον Σεπτέμβριο μετά την ΔΕΘ.
Το βασικό πολιτικό επιχείρημα είναι αυτό που προβάλλει εσχάτως ο επιστρατευμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η κυβερνητική σταθερότητα ως “εθνική επιταγή”, που εξασφαλίζεται μόνο από τον Κυριάκο! Αλλά ακόμη και αυτό το επιχείρημα εξασθενεί όπως δείχνουν οι μετρήσεις στις οποίες οι πολίτες προκρίνουν την πολιτική αλλαγή και τις κυβερνήσεις συνεργασίας.
Κίνδυνος κατάρρευσης
Η κυβέρνηση στέκεται αμήχανη και απέναντι στις οικονομικές συνέπειες του πολέμου. Η ρητορική της και τα γλιστρά επιδόματα ακυρώνονται από τις τιμές στα ράφια των σουπερμάρκετ. Η φυσιολογική φθορά της κυβέρνησης και η απειλή των σκανδάλων μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση. Ειδικά εάν στο υπό αναμόρφωση πολιτικό τοπίο προκύψει εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης που θα καταρρίψει κάθε επιχείρημα του Μαξίμου.
Μία ΝΔ πέριξ του 20% – μετά την δημιουργία των νέων κομμάτων – δεν είναι εγγύηση σταθερότητας. Το αντίθετο, ο Μητσοτάκης είναι ο βασικός παράγοντας του αδιεξόδου, αφού κανείς δεν συνεργάζεται μαζί του. Το σενάριο των επαναλαμβανόμενων εκλογών μέχρι να πάρει εκβιαστικά το ποσοστό που θέλει και να επιβληθεί για μία ακόμη τετραετία είναι στο τραπέζι, αλλά έχει πολλά κενά. Πάνω απ’ όλα προϋποθέτει την εξάντληση της τετραετίας.
Διαφαίνεται η προοπτική ο Μητσοτάκης να συμπαρασύρει στην πτώση του την όλη ΝΔ. Μπορεί να μην είναι το πιο πιθανό σενάριο, ωστόσο, η ανησυχία στο εσωτερικό της ΝΔ είναι υπαρκτή και λειτουργεί διαβρωτικά. Αυτό που συγκρατεί την πτώση είναι ότι ο πρωθυπουργός ελέγχει προσωπικά όλους τους αρμούς της κρατικής και οικονομικής εξουσίας. Αλλά ακόμη και αυτό σταδιακά εξασθενεί…





