“Φωνάζει ο κλέφτης, να φύγει ο νοικοκύρης…”
06/04/2026
Το διάγγελμα Μητσοτάκη ήρθε σε μια περίοδο που το Μαξίμου βρίσκεται αντιμέτωπο με μια από τις πιο σοβαρές κρίσεις αξιοπιστίας του. Ωστόσο, αντί να σηματοδοτήσει μια καθαρή πολιτική τομή ή έστω μια ειλικρινή ανάληψη ευθύνης, λειτούργησε περισσότερο ως μια ακόμη απόπειρα αποστασιοποίησης. Τακτική που ο πρωθυπουργός βγάζει από το συρτάρι του συνεχώς, όποτε νιώθει πως πιέζεται.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται σχεδόν σαν να παρακολουθεί τα γεγονότα από απόσταση, σαν να μην είναι ο ίδιος που κυβερνά τη χώρα από το 2019, σαν να μην αποτελεί μέρος ενός πολιτικού συστήματος που τώρα καταγγέλλει. Αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Όταν επί επτά χρόνια ασκείς εξουσία, δεν μπορείς να εμφανίζεσαι ως εξωτερικός παρατηρητής των παθογενειών της και να κάνεις υποδείξεις σαν… ακαδημαϊκός! “Φωνάζει ο κλέφτης, να φύγει ο νοικοκύρης…”.
Αντί να αναγνωρίσει ότι το ζήτημα των πελατειακών σχέσεων και των μηχανισμών εξουσίας αποτελεί δομικό πρόβλημα που αγγίζει και τη δική του διακυβέρνηση, επέλεξε να το εντάξει σε μια γενικόλογη αφήγηση περί «διαχρονικών αδυναμιών». Πρόκειται για μια ρητορική που, ενώ επιχειρεί να δείξει αυτογνωσία, στην πραγματικότητα διαχέει την ευθύνη στο απρόσωπο «σύστημα» και τελικά δεν την αποδίδει πουθενά συγκεκριμένα. Και αυτό ακριβώς είναι που τροφοδοτεί την κρίση εμπιστοσύνης: Η αίσθηση ότι κανείς δεν λογοδοτεί πραγματικά. Σε μία περίοδο που η αποχή χτυπά “κόκκινο”. Έχει κι αυτό την σημασία του…
Ακόμη πιο προκλητική ήταν η αναφορά του Μητσοτάκη, έστω και έμμεση, στις «νόμιμες επισυνδέσεις», ως μέσο εντοπισμού εμπλεκομένων στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σε μια χώρα όπου το ζήτημα των παρακολουθήσεων έχει προκαλέσει έντονη πολιτική και θεσμική σύγκρουση, η αναφορά αυτή δημιουργεί την εντύπωση μιας επικίνδυνης κανονικοποίησης.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι συγκεχυμένο και θεσμικά προβληματικό, ειδικά όταν συμπίπτει χρονικά με σοκαριστικές αποκαλύψεις σε ότι αφορά την σύνδεση του κρατικού μηχανισμού με κακόβουλα λογισμικά παρακολούθησης. Εξάλλου, δεν είναι κάτι καινούργιο να παρακολουθούνται τα τηλέφωνα από διωκτικές αρχές για υποθέσεις σκανδάλων, από την στιγμή βεβαίως που υπάρχει σχετική εισαγγελική παραγγελία. Τα τηλέφωνα των γαλάζιων παρακολουθούνταν στα πλαίσια έρευνας για σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕ. Τον κ. Ανδρουλάκη, για ποιον ακριβώς λόγο τον παρακολουθούσαν;
“Να φύγει ο νοικοκύρης…”
Την ίδια ώρα, η στάση του πρωθυπουργού απέναντι στην αντιπολίτευση δεν βοήθησε στην εκτόνωση του κλίματος. Αντιθέτως, το επιδείνωσε. Η σχεδόν ειρωνική αποστροφή περί «ρουσφετιών στην Ελλάδα» ως κάτι γνωστό και σχεδόν αναμενόμενο, δεν συνιστά πολιτική απάντηση, αλλά ένδειξη έπαρσης. Και γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν εκφέρεται τη στιγμή που η κρίση φαίνεται να αγγίζει ευθέως την ίδια την Κοινοβουλευτική Ομάδα της κυβέρνησης. Όταν το πρόβλημα είναι τόσο εκτεταμένο, η υποτίμησή του μοιάζει περισσότερο με άρνηση, παρά με πολιτική διαχείριση. Αναρωτιέται κανείς, νιώθει το Μαξίμου πως μία τέτοια γενίκευση ικανοποιεί τον πολίτη που αναζητά κάθαρση;
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και οι παρελθοντικές παρεμβάσεις Σαμαρά και Καραμνλή. Οι τοποθετήσεις τους, που αντιμετωπίζονταν ως εσωκομματικές διαφοροποιήσεις ή προσωπικές στρατηγικές, σήμερα φαίνεται να αποκτούν ευρύτερη πολιτική απήχηση. Κάποτε αντιμετωπίστηκαν ως υπερβολικοί ή ακόμα και… γραφικοί. Πλέον οι εξελίξεις δείχνουν άμεσα ή έμμεσα να τους δικαιώνουν. Γεγονός που δεν αποκλείεται να αλλάξει τις υπάρχουσες ισορροπίες στο χώρο της Κεντροδεξιάς. Με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν η κυβέρνηση μπορεί να ξεπεράσει τη συγκεκριμένη κρίση, αλλά αν μπορεί να αποκαταστήσει τη χαμένη εμπιστοσύνη. Και αυτό δεν επιτυγχάνεται με επικοινωνιακές διαχειρίσεις ή με μετατόπιση ευθυνών. Απαιτεί καθαρές απαντήσεις, σαφείς ευθύνες και ουσιαστικές αλλαγές. Διαφορετικά, η φθορά δεν θα είναι απλώς συγκυριακή, αλλά θα επηρεάσει βαθύτερα τη δομή και την ισορροπία του πολιτικού συστήματος το επόμενο διάστημα. Ένα πολιτικό σύστημα που δοκιμάζεται έντονα και του οποίου η κατακερματισμός αρχίζει να θυμίζει έντονα το 2012.





