Γιατί κυβέρνηση και αντιπολίτευση φοβούνται την Καρυστιανού
07/01/2026
Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία προανήγγειλε τη συγκρότηση πολιτικού φορέα, λειτούργησε ως καταλύτης σε ένα ήδη ρευστό πολιτικό περιβάλλον. Από τη μία στιγμή στην άλλη, το πολιτικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα φαινόμενο που δεν εντάσσεται εύκολα στις παραδοσιακές κατηγορίες και που ενεργοποιεί αντανακλαστικά άμυνας, σχεδόν σε ολόκληρο το φάσμα του.
Το γεγονός ότι, μετά τη συνέντευξη της Μαρίας Καρυστιανού, «άνοιξε ο ασκός του Αιόλου» δεν είναι υπερβολή. Αντιδράσεις, αιχμές, απαξιωτικά σχόλια και στοχευμένες επιθέσεις ήρθαν από όλες σχεδόν τις πλευρές, αποκαλύπτοντας όχι απλώς πολιτικές διαφωνίες, αλλά έναν διάχυτο φόβο. Έναν φόβο που δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο των θέσεων της Καρυστιανού, οι οποίες άλλωστε παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιαμόρφωτες, όσο τη δυναμική που ενδέχεται να αποκτήσει.
Ενδεικτική είναι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Σωκράτης Φάμελλος επέλεξε να διαγράψει τον Νικόλα Φαραντούρη, επικαλούμενος την «ανοιχτή γραμμή» του με την Καρυστιανού, την ίδια στιγμή που ανέχεται χωρίς ουσιαστική αντίδραση τη μισή κοινοβουλευτική του ομάδα να φλερτάρει πολιτικά με τον Αλέξη Τσίπρα.
Από τη δεξιά πλευρά του φάσματος, ο Άδωνις Γεωργιάδης άφησε υπονοούμενα για τη χρηματοδότηση της Καρυστιανού, επιχειρώντας να θέσει ζήτημα διαφάνειας, πριν καν υπάρξει κόμμα, χαρακτηρίζοντας «ακροδεξιό» το πολιτικό της στίγμα. Ο Ανδρέας Λοβέρδος επέλεξε μια άλλη γραμμή, χαρακτηρίζοντας τη δυνητική εκλογική της βάση ως «ψεκασμένους», σε μια προσπάθεια να απονομιμοποιήσει προληπτικά το κοινωνικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Η συγκεκριμένη ρητορική έχει ήδη ενταθεί στο στρατόπεδο των διαδικτυακών τρολ εδώ και καιρό που επιτίθενται στην Καρυστιανού, ενίοτε και με χυδαίες εκφράσεις.
Επιστρέφοντας στον ΣΥΡΙΖΑ, ο Παύλος Πολάκης, από την πλευρά του, της επιτέθηκε για επιλεκτική κριτική στα μνημόνια, υποστηρίζοντας ότι εστίασε μόνο στο τρίτο και όχι στο πρώτο και το δεύτερο, ενώ και η Φωνή Λογικής απαξίωσε το εγχείρημα της, με την Αφροδίτη Λατινοπούλου να λέει ότι το κοινό της δεν θα επηρεαστεί. Επιθέσεις ήρθαν ακόμη και από κόμματα που θεωρητικά επενδύουν στην αντισυστημική ρητορική, όπως το ΚΚΕ και η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου.
Έχουν δε ενταθεί σε ευρύτερο επίπεδο, επικρίσεις από αριστερούς διαδικτυακούς ιστότοπους και λογαριασμούς στα social media, όπως και από μέλη του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών, του οποίου η ίδια είναι πρόεδρος, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Παύλο Ασλανίδη.
Το κοινό νήμα όλων αυτών των αντιδράσεων είναι σαφές, ότι – προφανώς με εξαίρεση τις αντιδράσεις άλλων συγγενών θυμάτων της τραγωδίας – το πολιτικό σύστημα αισθάνεται ανασφάλεια. Όχι επειδή γνωρίζει τι ακριβώς πρεσβεύει η Καρυστιανού, αλλά ακριβώς επειδή δεν το γνωρίζει. Η απουσία σαφούς ιδεολογικού πλαισίου, προγράμματος και στελεχών καθιστά το εγχείρημα απρόβλεπτο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, το μεγαλύτερο άγχος δεν φαίνεται να το έχει η κυβέρνηση, καθώς ο βασικός κίνδυνος αφορά πρωτίστως την αντιπολίτευση και, κυρίως, τα μικρότερα κόμματα. Ακολούθως, ο Τσίπρας βρίσκεται σε δύσκολη θέση, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και η Καρυστιανού απευθύνονται σε μια παρόμοια δεξαμενή ψηφοφόρων. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια τον στοχοποίησε ευθέως στη συνέντευξη που παραχώρησε.
Ο πήχης του κόμματος Καρυστιανού
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, ερώτημα που πλανάται είναι αν η Καρυστιανού μπορεί να κινητοποιήσει ψηφοφόρους από τη δεξαμενή της αποχής. Αν το καταφέρει, τότε το πολιτικό σκηνικό αλλάζει ριζικά, καθώς δεν πρόκειται απλώς για ανακατανομή υπαρχουσών δυνάμεων, αλλά για διεύρυνση του εκλογικού σώματος. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και ο πραγματικός φόβος.
Παρά ταύτα, και η ίδια η Καρυστιανού οφείλει να κρατήσει μικρό καλάθι. Η αυτοπεποίθηση που εκπέμπει, ακόμη και η αναφορά σε στόχο «πρώτης θέσης», μοιάζει πρόωρη. Δεν υπάρχει ακόμη πολιτικό πλαίσιο, δεν υπάρχει σαφής ιδεολογικός προσανατολισμός, δεν υπάρχουν στελέχη. Μέχρι σήμερα, η κοινωνική αποδοχή της συνδέεται άρρηκτα με τον ρόλο που διαθέτει τώρα και όχι ως πολιτικής αρχηγού. Ο ρόλος αυτός αλλάζει τα δεδομένα και, αναπόφευκτα, αλλάζει και το βλέμμα με το οποίο θα την κρίνει η κοινωνία.
Ένα είναι πάντως βέβαιο, όσο το πολιτικό σύστημα επιτίθεται συντονισμένα εναντίον της, τόσο η ίδια βγαίνει κερδισμένη. Γιατί, στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας, η ένταση των επιθέσεων λειτουργεί ως απόδειξη φόβου. Και στην πολιτική, ο φόβος των αντιπάλων συχνά μεταφράζεται σε πολιτικό κεφάλαιο.





