Η αναμέτρηση του Τσίπρα με την πραγματικότητα

Γιάννης Κυριόπουλος
2
Par7843235

του Γιάννη Κυριόπουλου  – 

Οι ορθές απαντήσεις στην πολιτική (αλλά και στα μεγάλα προβλήματα) δίδονται συνήθως όταν τίθενται τα ορθά ερωτήματα. Στην αντίθετη περίπτωση, όπως συμβαίνει στη χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια, η αναποτελεσματικότητα στην πολιτική, την κοινωνία και την οικονομία οδηγεί στη λίμναση και την παρακμή.

Η εξέλιξη αυτή ενδεχομένως να είναι δραματική. Ιδιαίτερα στην περίπτωση κατά την οποία, δεν είναι εφικτή η διατύπωση του θεμελιώδους ερωτήματος για το σχέδιο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης καθώς και για την προοπτική του έθνους, της χώρας και του λαού, όπως ακριβώς συμβαίνει στην παρούσα συγκυρία.

Είναι προφανές ότι η πολιτική και κοινωνική συνέχεια –δια της απρόσκοπτης εναλλαγής στην εξουσία της εγχώριας εκδοχής της «σοσιαλδημοκρατίας» και του «φιλελευθερισμού»– υπέστη το 2015 ρήγμα στην Ελλάδα. Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το πόσο μικρό ή μεγάλο είναι το ρήγμα θα το δείξει ο χρόνος. Όπως φάνηκε και από το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα όχι μόνο εισήλθε στον μνημονιακό δρόμο, αλλά και τον βαδίζει με αποφασιστικότητα, διανύουμε περίοδο ρευστότητας και αλλαγών.

Αυτή ήταν η κατάληξη της αντίφασης ανάμεσα στο ιδεολογικό και αξιακό «δέον» του ΣΥΡΙΖΑ και στο πολιτικό και πραγματιστικό «πρακτέον». Όπως έχει γράψει και ο Thomas Sterns Eliot «ανάμεσα στη σύλληψη και τη δημιουργία πέφτει η σκιά». Σε ένα μεγάλο βαθμό η εξέλιξη εκείνη ήταν αναπόφευκτη, λόγω της «πολιορκίας» (δια της σχεδιασμένης και συστηματικής χρηματοδοτικής ασφυξίας) που είχε υποστεί το πρώτο εξάμηνο του 2015 η τότε νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Το στρεβλό “κεϋνσιανό” κράτος και ο ΣΥΡΙΖΑ

Η κυβέρνηση Τσίπρα μετρήθηκε με τις δικές της αυταπάτες, με τους εξωτερικούς εκβιασμούς και με την απειλή κατάρρευσης της χώρας και στο τέλος επέλεξε τον πραγματισμό, υπερβαίνοντας με κόστος τον προηγούμενο εαυτό της. Τελικώς αναζήτησε λύσεις εντός του πλαισίου που είχαν χαράξει οι δανειστές. Εξάλλου, συχνάκις στην πρόσφατη ιστορία οι μεγάλες νίκες είναι αποτέλεσμα και συνέχεια μεγάλων συμβιβασμών (αλλά και οι ήττες συνέπεια της αδιαλλαξίας).

Η κυβέρνηση Τσίπρα όφειλε και οφείλει να κινηθεί σε ένα δύσβατο και «πανταχού παρόν» στρεβλό, δύσμορφο και πολύπλοκο “κεϋνσιανό” κράτος. Αυτό είχε καταληφθεί –μεταξύ άλλων– από τα συλλογικά (και άλλα) μονοπώλια, κατά τρόπο που αλλοιώνεται η ουσία της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας (δηλαδή της δημοκρατίας) και να εμποδίζεται η λειτουργία της οικονομίας (δηλαδή της ανάπτυξης).

Από τότε ήταν επιτακτική η ανάγκη μιας νέας οικονομικής πολιτικής, δια της οποίας το κράτος (διαμέσου των πενιχρών ιδίων πόρων, αλλά και των σχετικώς επαρκών διευρωπαϊκών ενισχύσεων) να αποτελέσει την «ατμομηχανή της ανάπτυξης». Επίσης, ήταν επιτακτική ανάγκη να εξαλειφθούν τάχιστα τα εμπόδια κινητοποίησης του ιδιωτικού τομέα και να ενθαρρυνθεί η δημιουργία κατάλληλου οικονομικού κλίματος για την κινητοποίηση επενδυτικών ευκαιριών.

Ο χρόνος θα δείξει

Στο πλαίσιο αυτό, ο αντίλογος των συντηρητικών θιασωτών της «κοινής λογικής» (στην πολιτική) συγκροτεί μια ταυτολογική αντανάκλαση των θέσεων της «άλλης πλευράς». Ταυτοχρόνως, η αντίδραση των (επίσης συντηρητικών) υπερασπιστών της «προγραμματικής καθαρότητας» προσομοιάζει με ναρκισσιστική επιβεβαίωση της αφετηριακής παραδοχής.

Η επίτευξη αυτού του διπλού (εκτός και εντός) εγχειρήματος συνάπτεται με την κατανόηση του ιστορικού χαρακτήρα των μεγάλων συμβιβασμών, αλλά και κυρίως με τους όρους και τις προϋποθέσεις εθνικής και κοινωνικής ανάτασης. Αμφότερα (εκ τύχης ή/και αναγκαιότητας) έχει επωμισθεί εδώ και τρία χρόνια η ριζοσπαστική Αριστερά στο όνομα και για λογαριασμό του έθνους, της χώρας και του λαού.

Η συνθετότητα και η βαρύτητα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στη χώρα (με πρωτοφανώς ιστορικά αρνητικές επιπτώσεις), σε συνάρτηση με την επίσης πρωτοφανή αλυσιτέλεια των μέχρι το 2015 ακολουθούμενων πολιτικών, προσέδωσε στην πρόκληση που αντιμετώπισε η κυβέρνηση Τσίπρα ιστορικές διαστάσεις.Το πώς ανταποκρίθηκε η κυβέρνηση σ’ αυτή την πρόκληση είναι ακόμα ανοικτό ζήτημα και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί αντικείμενο αυτού του άρθρου. Όλοι, άλλωστε, βιώνουμε την πραγματικότητα και άρα έχουμε να πούμε γι’ αυτό…