Η ελληνική κρίση στα έγγραφα Επστάϊν!
11/02/2026
Διάβασα με αγάπη και θαυμασμό το κείμενο του φίλου Μάνου Στεφανίδη στο SLpress.gr με τίτλο “Γιατί θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία της Μεταπολίτευσης” και το αποθήκευσα για την απολαυστική λογοτεχνικότητά του, τη χρήση μεστών βιωματικών και φιλοσοφικών εννοιών και φυσικά για το point του, δηλαδή την ανάγκη μιας νέας Μεταπολίτευσης. Στο τέλος όμως μου άφησε το κείμενο μια πικρή γεύση… μηδενισμού.
Για μένα η Μεταπολίτευση τέλειωσε το 2002, όταν ως κοινωνία είχαμε λάβει το μάθημα του ανώτατου καπιταλισμού στο χρηματιστηριακό κραχ και εισήλθαμε στον σκληρό πυρήνα του “ευρωπαϊσμού” με το ευρώ. Έκτοτε ανεβήκαμε στον βατήρα της επιτυχούς διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων (μείζον crash test στο μάνατζμεντ περίπλοκων δεδομένων) – σε μια μεταβατική μετεωρική φάση –αλλά η πισίνα από κάτω δεν είχε νερό, αλλά τα junk bonds του κράτους, στα οποία επένδυαν “αφελώς” οι ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές και κυπριακές τράπεζες (case study για τον Επστάϊν) Όμως, όπως και στα ΙΕΚ του Παναγόπουλου, πήραμε την “επιδότηση” ενός τεράστιου “αποικιακού” χρέους, χωρίς να πατήσουμε στα μαθήματα…
Δηλαδή η μεταβατική περίοδος στην οποία παραμένουμε εντός, αν και ξεκίνησε αισιόδοξα, κατέληξε στη χρεοκοπία και στην “κοινοβουλευτική μοναρχία του Μητσοτάκη”. Πριν τις εκλογές του Μαρτίου 2004 εξέφραζα ανησυχίες για τα δημοσιονομικά στον υπουργό Νίκο Χριστοδουλάκη, γιατί μετά το περιβόητο swap αισθανόμουνα πως είμαστε négligé. Μου είχε πει τότε πως στην ερχόμενη 4ετία (το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη 11 χρόνια συνεχόμενα στην εξουσία) θα μπορούσαν όλα να τακτοποιηθούν χωρίς κλυδωνισμούς. Τότε, ήταν που η αβάσταχτη ανυπομονησία του ‘Έλληνα τον οδήγησε στη ΝΔ και στη χρεοκοπία. Το ίδιο έκανε και το 2019 και φτάσαμε στο Pretador και τον προδότη σμήναρχο.
Ο μηδενισμός και το σύνδρομο Επστάιν
Η post δυστυχία μας, για να παραφράσω τον Μάνο, προφανώς – σύμφωνα με την κοινωνική ανθρωπολογία και άλλα παραφερνάλια –οφείλεται “στη μεταμοντέρνα συνθήκη” και στις “φούσκες, οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές, που έπληξαν και τον πλανήτη και την χώρα”. Και σωστά εξηγεί ότι καθώς “η -εκάστοτε- αλήθεια με τις θεωρητικές εξαρτήσεις ή τις επιστημονικές δεσμεύσεις της, τότε συμπεράναμε πολύ βολικά πως – κατά το μάλλον ή ήττον – τις ιστορίες τις φτιάχνουν τα ψέματα”.
Από την άλλη όμως οι πραγματικές αλήθειες είναι εξουθενωτικές. Το ότι προεξοφλούμε τα δάνεια στους ξένους με τα λεφτά του ΟΠΕΚΕΠΕ που δεν είναι δικά μας, αλλά της Λάουρα Κοβέσι, το ότι τρώμε τη σκόνη των Βουλγάρων και ο Ερντό μας έχει δεμένους με το καλώδιο στη Κάσο είναι αλήθειες – αντικειμενικές προϋποθέσεις, το λέγαμε παλιά – που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια επαναστατική εθνεγερσία.
Όμως δυστυχώς η τροφοδοτούμενη με κοινοτικά προγράμματα και επικοινωνιακές χορηγίες ελληνική ιντελιγκέντσια φρόντισε το φρόνημα της ελευθερίας να το μετατρέψει σε “ελευθεριότητα” και έτσι, οι τράπεζες χάριζαν πιστωτικές κάρτες στη γωνία της “Μεγάλης Βρετανίας” σε τραπεζάκια, όπως εκείνα στην Πανεπιστημίου που πουλούσαν εισιτήρια λεωφορείου… Τώρα, είμαστε στην εποχή των φακέλων Επστάϊν (όχι Έπστιν) δηλαδή στον απόλυτο αρνητικό μηδενισμό, στο τελικό (;) στάδιο της σήψης της εξουσίας και του πλούτου και της ανωμαλίας (Politico για Επστάϊν).
Παραμένουμε λοιπόν στην εποχή του σκανδάλου Ζαχόπουλου, όπου μια άξια επιστημόνισα πρέπει να σκύψει στα σκέλια του προϊσταμένου της για μια θέση επιβίωσης. Ναι, και οι υποκειμενικές συνθήκες υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχει αρχηγός. Πέθανε κι ο φίλος του ο Μήτσος, ο τροστκιστής, που όταν τον ρώταγα πότε θα γίνει η γ—μένη επανάσταση μου απαντούσε: “δεν ξέρω, αλλά εμείς φτιάχνουμε την επαναστατική ηγεσία”. Σήμερα όμως οι επαναστάσεις δεν γίνονται στους δρόμους, αλλά στα εργαστήρια και στα γραφεία…
Εξουθενωμένοι λοιπόν από το αχαλίνωτο σεξ, την κόκα και την παραίσθηση χάσαμε το νόημα στην “καλύβα” του σοφού ναζί, μεταξύ του Είναι και Δεν Είναι, Εδώ να και Εκεί δα, και βουτήξαμε στον αρνητικό, παθητικό, αντιδραστικό μηδενισμό από απόγνωση που έκανε μετάσταση στην απάθεια.
Τι να κάνουμε;
Κι αυτά ενώ στην ουσία όλοι ξέρουμε πως το γ—μένο νόημα “είναι η ίδια η ζωή” όπως λέει ο σοφός φίλος μου Αλέξης Κάντζης (Solon School of Economics) και όχι οι ιδεαλιστικές ασυναρτησίες της μεταμοντέρνας κατάστασης. Η διόρθωση του “41τακατό” στο 28% στις ευρωεκλογές δεν μας έσωσε και τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης ράβει το κουστούμι της συνταγματοποίησης της μοναρχίας και το deal με τον Ρετσέπ.
Ως εκ τούτου, επειδή τις διαπιστώσεις τις έχουμε από καιρού εξαντλήσει, το ζήτημα είναι “τι να κάνουμε;” Μισό αιώνα plus ο λαός την παλεύει. Έδειξε σύνεση και σοφία στη δεκαετία των μνημονίων, δοκιμάζει ό,τι νέο του προσφέρεται και συνεχώς ψάχνει τον Κανένα, τον αρχηγό που θα δουλέψει με αυταπάρνηση για το καλό του. Τράβηξε και μια “μυτιά Καποδίστρια” για να αντέξει και βγαίνουμε εμείς οι δημοσιολογούντες και του τρίβουμε στη μούρη το αδιέξοδο του Τσίπρα και της Καρυστιανού. Τις κεφαλοιφές τις φάγαμε, η φωνή της λογικής μας έβγαλε στο Μαξίμου, η Πλεύση είναι η σκοτεινή πλευρά του ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ στο TikTok και το 50% της αποχής μας βούλιαξε στην κατάθλιψη του καναπέ. Τι μας μένει; …ο Σαμαράς και ο Κασιδιάρης;
Η αριστοκρατία της Αριστεράς φρονεί εδώ και πολύ καιρό πως “εν τέλει η Αριστερά σήμερα είναι μια αισθητική!” Oh Lord, “ακούω φωνές από παντού και φοβάμαι το καημένο…” ΟΚ, μπορεί η ελπίδα να μην είναι στρατηγική, αλλά είναι το καύσιμο της Ιστορίας.





