Υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα μεσαία τάξη;
16/06/2026
Το διακύβευμα των προσεχών πολιτικών εκλογών για τους περισσότερους πολιτικούς αναλυτές αλλά και εκπροσώπους κομμάτων ─τουλάχιστον όταν μιλούν στην τηλεόραση ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης─ είναι η στάση της μεσαίας τάξης. Απ’ ό,τι καταλαβαίνει κανείς από τα λόγια τους, κατανοούν τη μεσαία τάξη με όρους μιας μαρξίζουσας ορολογίας, ως ένα κοινωνικό στρώμα μεταξύ της εργατικής και μεγαλοαστικής τάξης.
Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα αποδύονται σε έντονη προπαγανδιστική πολιτική για να κερδίσουν τη μεσαία τάξη. Αναφέρονται στους μικροϋπαλλήλους, μικροϊδιοκτήτες και μαγαζάτορες, χρησιμοποιώντας μιαν ορολογία ήδη απαξιωμένη, βασισμένη σε οικονομικά κριτήρια, γι’ αυτό και υπόσχονται φορολογικές ελαφρύνσεις. Εξακολουθούν να χρησιμοποιούν οικονομικές έννοιες προκειμένου να εντάξουν κάποιον στη μεσαία τάξη, ενώ αγνοούν πολιτισμικά πρότυπα που αυτοί στους οποίους απευθύνονται έχουν ήδη εσωτερικεύσει ως στοιχεία διαφοράς τους από τους άλλους.
Ανήκει, για παράδειγμα, ο πρωτοδιοριζόμενος επίκουρος καθηγητής πανεπιστημίου, με καθαρό μισθό από 1150 έως 1500 ευρώ στη μεσαία τάξη; Ανήκει στη μεσαία τάξη ο πρωτοδιοριζόμενος γιατρός στο ΕΣΥ με καθαρό μισθό 1100 ευρώ; Ποια είναι τα διαφοροποιητικά τους πολιτισμικά στοιχεία εν συγκρίσει με τον ανεκπαίδευτο εύπορο έμπορο ή τεχνίτη που χαίρει ενός υψηλού εισοδήματος; Ή μήπως ανήκει στην εργατική τάξη το εξειδικευμένο στέλεχος ή ο τεχνοεπιστήμονας ο απασχολούμενος στη βιομηχανία με μισθό 2500 ευρώ για παράδειγμα;
Η έννοια της κοινωνικής τάξης, υπό την έννοια της κοινωνικής ευταξίας, έχει μακρινό ιστορικό παρελθόν. Όμως ο Μαρξ την είδε υπό την οπτική της κοινωνικής διαφοροποίησης σε δύο ανταγωνιζόμενα κοινωνικά στρώματα εν σχέσει με τη θέση τους στην κοινωνική παραγωγή: την εργατική τάξη και τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου. Ήταν μια ανάγνωση του 19ου αιώνα, όταν η ανάλυση του βιομηχανικού συστήματος παραγωγής, βασισμένου κυρίως στο κεφάλαιο, και οι κοινωνικές σχέσεις που εντός αυτού παράγονταν, αντιμετωπίζονταν με οικονομικούς κυρίως όρους.
Το σύστημα αυτό, υπό την επωνυμία του καπιταλισμού, αντιμετωπίστηκε στην ολότητά του, ως δομή παραγωγής αγαθών αλλά και ως υπερδομή παραγωγής πνευματικών αξιών, ιδεών και κουλτούρας, εξ ου και οι κοινωνικές επιστήμες το εκλαμβάνουν ως Υπερσύστημα ή ως κοινωνική συναρμογή.
Στο “Κεφάλαιο” του Μαρξ δεν γίνεται λόγος για μεσαία τάξη. Όμως στα πολιτικά του κείμενα και κυρίως στην “Κριτική του στο Πρόγραμμα της Γκότα”, θεωρεί ως ένα ενδιάμεσο κοινωνικό στρώμα μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου τα μικροαστικά στρώματα, αποτελούμενα κυρίως από μικροϊδιοκτήτες. Υποστηρίζει πως είναι τα τελευταία ενδιαφέρονται για τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος γι’ αυτό και ενσωματώνουν την καπιταλιστική ιδεολογία, συνεργαζόμενα με την τάξη του κεφαλαίου.
Από τότε έχει τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι, όχι μόνο γιατί δεν ισχύει ως κύρια κοινωνική διαφοροποίηση ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε κοινωνικές τάξεις, αλλά γιατί η καπιταλιστική συναρμογή δεν βασίζεται μόνο πάνω στις συνθήκες παραγωγής και στις παραγωγικές σχέσεις, ειδικά, σήμερα, όπου το οικονομικό πλεόνασμα δεν αντλείται από την εργατική δύναμη, αλλά από την ανθρώπινη γνώση.
Η μορφή της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας
Αφήνοντας πίσω μας μια μακρά οικονομικο-επιστημονική παράδοση, από τον Μαρξ έως τα κλασικά οικονομικά και τον Κέυνς, είναι γενική η παραδοχή πως η παραγωγικότητα και ο πλούτος παράγονται από την εντατικοποίηση της πνευματικής εργασίας και την καινοτομία. Σημειωτέον, πως ως υποκείμενα γνώσης θεωρούνται και όλα τα ψηφιακά δημιουργήματα, από τα ρομπότ έως τις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, που όλο και περισσότερο αντικαθιστούν τους εργαζομένους γνώσης σε κάθε τομέα παραγωγής και διακίνησης αγαθών, όπως στη βιομηχανία και το εμπόριο, στις τράπεζες και τις μεταφορές, στην επικοινωνία και στην ενέργεια, στην επιστημονική έρευνα και διδασκαλία.
Η καθιέρωση της γνώσης ως κεντρικού συντελεστή παραγωγής ανήγαγε το εμπλεκόμενο στις παραγωγικές διαδικασίες άτομο, από φορέα εργατικής δύναμης και συντελεστή εργασίας σε νου ικανό να παράγει ιδέες, ο οποίος πλέον θα έπρεπε να τύχει ειδικής χειραγώγησης. Η έννοια της μαρξιστικής εκμετάλλευσης έχει υποχωρήσει, ενώ η έννοια της βιοπολιτικής από τα τέλη ήδη του 20ού αιώνα φαίνεται να συλλαμβάνει πληρέστερα τη νέα μορφή της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας.
Η βιοπολιτική δεν δρα όπως στο παρελθόν η νεωτερική εξουσία ως δύναμη μεσολαβητική μεταξύ συντελεστών παραγωγής, αλλά δρα υπόγεια επί του συνόλου του πληθυσμού, με πλήθος επιστημονικών τρόπων, κυρίως ιατρικών και θεραπευτικών πρακτικών ασκουμένων επί του ιδίου του σώματος του εργαζομένου, του εγκεφάλου συμπεριλαμβανομένου ως μέρους του σώματος. Το σώμα αναδείχθηκε από τον νέο Λεβιάθαν του άυλου χρηματιστικού κεφαλαίου σε πεδίο τιθάσευσης μέσα από τις πρακτικές της κατανάλωσης και μιας επίπλαστης συγκίνησης. Το γεγονός αυτό δεν αντισταθμίζεται από την επίτευξη μακροζωίας. Ίσα, ίσα, που η μακροζωία αξιοποιείται ως δόλωμα για την ενίσχυση της βιοπολιτικής.
Τον 21ο αιώνα, οι εξελίξεις στις νευροεπιστήμες και τον έλεγχο του εγκεφάλου κάνουν πολλούς να μιλούν σήμερα για νευροπολιτική. Η τελευταία ενεργοποιείται και επί του πραγματικού πεδίου, αλλά κυρίως επί του εικονικού του διαδικτύου. Πρόκειται για μια πιο εξελιγμένη βιοπολιτική εξουσία η οποία στις μέρες μας υιοθετήθηκε από την “αλγοριθμική διακυβέρνηση” προκειμένου να ελέγχεται το εικονικό προσομοίωμα του ανθρώπου.
Η σημασία της κοινωνικής τάξης σήμερα
Επιπρόσθετα, ιδεολογικοί μηχανισμοί, τροποποιητικοί και ρυθμιστικοί της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, του φύλου και των παραδοσιακών θεσμών, αναπτύχθηκαν στην εποχή μας προκειμένου να συνδράμουν την βιοπολιτική. Οικοδομούν ένα νέο υποκείμενο ευαίσθητο στις δικαιωματικές διεκδικήσεις, αποτρέποντάς το έτσι από επιδιώξεις μιας ευρύτερης κοινωνικής αλλαγής. Παράλληλα, ειδικοί επιστήμονες απασχολούνται στα τμήματα ανθρωπίνου δυναμικού των μεγάλων εταιρειών, εκπονώντας ειδικές πολιτικές για την πρόσληψη, αξιολόγηση και προαγωγή εργαζομένων γνώσης, βάσει των αρχών που έχει επεξεργαστεί ο κλάδος της συναισθηματικής νοημοσύνης. Απώτερος σκοπός είναι να επιτύχουν τη δέσμευση του ψυχικού κόσμου των ανθρώπων σε στρατηγικές αυξημένης αποδοτικότητας.
Η τεχνολογία της επικοινωνίας έδωσε το τελικό χτύπημα στον ταξικό προσδιορισμό της συνείδησης, αφού κάτω από τη σκέπη της παγκόσμιας πληροφόρησης και των κοινωνικών μέσων δικτύωσης όλοι γινόμαστε παθητικά μέλη μιας παγκόσμιας κοινότητας με την αυταπάτη της συμμετοχής μας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, συντελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη μετατροπή της ζώσας πραγματικότητα στο νέο κόσμο της ψηφιακής και εικονικής γλώσσας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο όρος “κοινωνική τάξη” δεν έχει αντίκρισμα, εξ ου και τα ίδια τα άτομα δεν αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη μιας τάξης ούτε αντιπαρατίθενται σε άλλες τάξεις. Βεβαίως μπορεί κανείς να αναφέρεται σε κοινωνικές επαγγελματικές κατηγορίες, όπως των αγροτών, των εμπόρων ή των δημοσίων υπαλλήλων.
Η μεσαία τάξη τον καιρό της βιοπολιτικής
Βάσει των όσων εθίγησαν, ο σύγχρονος μετα- ή νεοκαπιταλισμός ή νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν είναι μόνο οικονομικό υπερσύστημα. Είναι υπερσύστημα κουλτούρας, παραγωγής και διοχέτευσης ενός συλλογικού νοήματος που εξυπηρετεί τις δικές του ανάγκες παραγωγής άυλου πλούτου, κυρίως πληροφορίας και αισθητικής. Οι σύμμαχοι και συνεργάτες του για την εκπόνηση εκλεπτυσμένων πολιτικών ελέγχου του συναισθήματος και της ορθολογικής σκέψης, ήτοι βιοπολιτικής, προέρχονται από τους κύκλους των σύγχρονων επιστημόνων και καλλιτεχνών, τους οποίους λανθασμένα τα κόμματα εντάσσουν στη μεσαία τάξη.
Σχεδόν όλοι ανήκουν είτε στους παραγωγούς επικοινωνίας και πληροφορίας (από τους γνώστες και χειριστές της νέας τεχνολογίας και τους συμβούλους επικοινωνίας έως τους youtubers και τους influencerς), είτε στους επιστήμονες-επαγγελματίες γνώσης (γιατροί, μηχανικοί, οικονομολόγοι, κ.ά.), είτε στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης (δημοσιογράφοι, διαφημιστές και άνθρωποι του θεάματος). Τα μέλη όλων αυτών των επαγγελμάτων θεωρούν τους εαυτούς τους έξω από κάθε ταξικό προσδιορισμό, ανεξαρτήτως αν διακατέχονται από την επιθυμία να εισέλθουν ή ήδη απολαμβάνουν την είσοδό τους σ’ έναν άνετο, “ανεξέταστο” βίο οικονομικών απολαβών, λόγω της συνεργασίας τους με πρόσωπα διασημότητας ή ισχύος.
Τα κόμματα ίσως καταλαβαίνουν πως η μάχη για το κέντρο δεν είναι τελικά παρά μάχη για να έχουν μαζί τους τα επιστημονικά-καλλιτεχνικά στελέχη του συστήματος, τα οποία είναι εντόνως επιδραστικά στο σώμα των ψηφοφόρων. Ωστόσο, δεν υποψιάζονται ότι όσα από αυτά τα στελέχη δεν έχουν απορροφηθεί από τις σειρήνες του νεοκαπιταλισμού, μαζί μ’ ένα πεπαιδευμένο μέρος του εκλογικού σώματος, ακόμη κι αν δεν έχουν αφομοιώσει τις θεμελιακές αλλαγές της εποχής μας, έχουν αποκτήσει βαθιά εμπειρία από τις μεγάλες διαψεύσεις που η ιστορία τους δίδαξε.
Αυτή τους η εμπειρία, παρά την ανάγκη και απαίτηση για καλύτερες οικονομικές απολαβές, τους κάνει τελικά είτε να απέχουν είτε να αναζητούν ένα κόμμα που θα μιλήσει στο νου και την καρδιά τους για ένα νέο νόημα, υποστηρικτικό της προσωπικής και εθνικής τους αξιοπρέπειας. Όχι με γενικές, αφηρημένες αρχές, αλλά με πολιτικές προτάσεις συγκεκριμένες, όπως, για παράδειγμα, αφορώσες το εκπαιδευτικό σύστημα, την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάδειξη της Ελλάδας ─όχι μόνο στη συνείδηση του τουρίστα αλλά και στη συνείδηση του Έλληνα─ ως χώρου πολιτισμού αλλά και ως χώρου με σπάνια φυσική ομορφιά, πράγμα που σημαίνει σεβασμό στη φύση και στην παράδοση. Μόνο τότε αυτός ο κόσμος θ’ ανοίξει τα αυτιά του στον λόγο των πολιτικών για να ακούσει αυτό το νέο μήνυμα.




